Όταν θυμάμαι το Bataclan… Γράφει ο Πάνος Βούρος

1257

%ce%b2%ce%bf%cf%85%cf%81%ce%bf%cf%82-%ce%bd%ce%b5%ce%bf

Ήταν Παρασκευή, ένα όμορφο βράδυ του Νοέμβρη, γλυκό και τόσο δροσερό που επέτρεπε να βγεί και να ξεσκάσει ο κόσμος σε κάποιο καφέ-εστιατόριο του μαγευτικού Παρισιού. Συγκεκριμένα βρισκόμουν Oberkampf, λίγο πριν τα περσινά Xριστούγεννα, ένα απ΄τα πιο ζωντανά διαμερίσματα της πρωτεύουσας, νεανικό, εναλλακτικό, ιστορικό. Αυτή η πόλη πράγματι δεν κοιμάται ποτέ. Έμοιαζαν όλα τόσο ιδανικά, που δεν φανταζόταν ανθρώπινος νους την εφιαλτική κατάληξη της βραδιάς. Μια αιματοβαμμένη βραδιά που ταρακούνησε όλη την Ευρώπη, και που σίγουρα δεν θα ξεχάσω ποτέ.

Έμεινα σπίτι, μόλις μισή ώρα πριν, είχα χαιρετήσει τον αδερφό μου που ήταν καλεσμένος σε φιλικό ελληνικό ουζερί. Ήταν σχετικά νωρίς όταν άρχισαν τα πρώτα ιντερνετικά δημοσιεύματα να μιλούν για τρομοκρατικό χτύπημα σε διεθνές φιλικό αγώνα στο Stade de France. Άρχισα να ψάχνω, να μιλώ με φίλους από Ελλάδα, είχα ήδη αρχίσει να ανησυχώ σοβαρά. Στον απέναντι δρόμο το γνωστό Bataclan, εβραικής ιδιοκτησίας, που είχε ήδη αρχίσει η περιβόητη ροκ συναυλία γνωστού συγκροτήματος. Δεν πέρασε ώρα όταν άρχισα να ακούω φωνές, κλάματα και ουρλιαχτά, πλήθος κόσμου να βγαίνει τρέχοντας και πανικόβλητος απ΄την μουσική σκηνή του bataclan. Βγαίνω στο τζάμι και μουδιάζω…5ος όροφος, παγώνω, φοβάμαι. Τα πρώτα χτυπημένα κορμιά ήταν στο δρόμο..

Ήθελα λίγα λεπτά για να συλλάβω την εικόνα, την κατάσταση. Άρχισα να τρέμω, ήμουν 50 μέτρα μακριά απ΄το μακελειό, και ήμουν πια σοκαρισμένος. Ακόμη δεν το είχα καταλάβει, δεν το είχα συνειδητοποιήσει. Συγγενείς, φίλοι, οικογένεια, να προσπαθούν να με καθησυχάσουν. Ευτυχώς για αυτούς, και δυστυχώς για μένα, δεν μπορούσαν να έρθουν στη θέση μου. Δεν είχε καταλάβει κανείς, πως κάθε φορά που άκουγα το Καλάζνικοφ να πυροδοτεί- έχανα και κάτι απ΄την αθώα αντίληψη που είχα για τον κόσμο αυτό. Το σπίτι μου ένα πεδίο μάχης, η περιοχή περικυκλωμένη απο αστυνομική εποπτεία, και εγώ κάπου μόνος να αναζητώ από τα media το τί έχει συμβεί.

Επικρατεί  για λίγο ησυχία, ύπουλη ησυχία. Τα νέα μαθαίνονται γρήγορα, και η Γαλλία όλη κλεισμένη στα σπίτια της. Το πλέον οδυνηρό, βασανιστικό και απάνθρωπο της υπόθεσης, είναι οι όμηροι που κρατούνται στο Βataclan. Κανείς δεν γνωρίζει την τύχη κανενός. Αθώα παιδιά, νέα, ζωηρά, που ονειρεύονται όπως όλα τα παιδιά του κόσμου, παιδιά που πήγαν να διασκεδάσουν και βρέθηκαν απειλούμενοι με ένα όπλο στο κεφάλι. Με κομμένη την ανάσα να προσπαθώ να κλέβω την όποια πληροφορία και εξέλιξη. Οι τρομοκράτες, οι στυγνοί εγκληματίες, ήταν μέσα εκεί, ελεύθεροι, ζωντανοί, να διψούν για εκδίκηση και αίμα. Ξαφνικά ακούω κρότους δυνατούς, οι πρώτες βόμβες μέσα στο Βataclan ήταν γεγονός. Δεν έβγαινε λέξη, τρόμος, αμηχανία. Ο εφιάλτης είχε συνέχεια..

Η αστυνομία σε θέση άμυνας να μην αντιδρά, που όμως γνώριζε πως κάθε λεπτό ήταν τόσο κρίσιμο για να σωθεί έστω και μία ψυχή. Τα χειρότερα όμως δεν άργησαν, και οι τρομοκράτες άρχισαν να σφάζουν τους ομήρους στο όνομα του θρησκευτικού τους ηγέτη. Και κάπου εκεί δόθηκε ένα τέλος στο μαρτύριο που συγκίνησε την παγκόσμια κοινωνία. Με την επέμβαση και την αυτοθυσία μιας αξιόμαχης ομάδας ειδικευμένων αστυνομικών, έπεσαν νεκροί οι δολοφόνοι του ιερού αυτού πολέμου και σώθηκαν κάποιες ακόμη ψυχές. Είχε σχεδόν χαράξει, αδύνατο να κοιμηθώ. Η Γαλλία σε κατάσταση αμοκ. Και εγω, κάπου χαμένος στον κόσμο μου, και ευτυχώς, ζωντανός.

Ο αδερφός μου ήταν δόξα το Θεό καλά. Η γειτονιά μου ένα νεκροταφείο. Χιλιάδες πρόσωπα θλιμμένα, να αφήνουν από ένα λουλούδι και μια ανάμνηση παλιά. Αδύνατο να το πιστέψει κανείς. Γυρνούσα σπίτι και έβλεπα σκοτωμένα χαμόγελα σε τοίχους. Κάθε κεράκι αναμμένο και μια μικρή ιστορία. Δεν μπορούσα να εξηγήσω αυτόν τον κόσμο. Βλέπετε, εδώ δεν μπορούσα να εξηγήσω καλά-καλά το πώς ακόμη ήμουν ζωντανός. Πρίν φύγω για Ελλάδα, ένα μήνα μετά, και αφού άφησα ένα δάκρυ που είχε περισσέψει, πήρα μαζί μου ένα μάθημα ζωής. Πως δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευλογία απ’ το να ξυπνάς και να είσαι καλά!! Απ’ το δικαίωμα να χαμογελάς, να ονειρεύεσαι, να μεγαλώνεις με Δημοκρατία και πραγματική Ελευθερία!!

Δεν έχω κανένα σκοπό μετάδοσης αρνητικών συναισθημάτων αυτές τις μέρες τις γιορτινές. Ορμώμενος όμως μιας προσωπικής μου ελευθερίας σήμερα- ένα χρόνο μετά, είχα την ανάγκη να μιλήσω και να το μοιραστώ. Τα περσινά Χριστούγεννα ήταν περιέργως αξέχαστα. Ήθελα την οικογένεια κοντά μου. Ήθελα να βλέπω χαμόγελα, άτομα δικά μου, λίγες πράξεις καλές. Και ίσως παραδόξως να είδα το πραγματικό νόημα των εορτών. Εύχομαι λοιπόν με τη σειρά μου Καλά και Ανθρώπινα Χριστούγεννα σε όλους, και να εκτιμάτε όσο μπορείτε την κάθε ημέρα που έχετε έναν άνθρωπο να σας λέει ΚΑΛΗΜΕΡΑ… Τόσο απλό, τόσο σημαντικό!