Δεν μπορεί Γιάννη μου, κάτι θα μείνει.- Γράφει ο Πάνος Βούρος

4049

Δυο λόγια θα πω και μόνο κι έτσι θα χαιρετίσω ένα σπουδαίο ανθρώπο- πατέρα και γιατρό της τοπικής μας κοινωνίας. Κι αυτό διότι δεν γίνεται πολλές φορές η λογική να εξηγήσει αυτό που συνέβη, δεν μπορείς να συλλάβεις τα ρισκαδόρικα παιχνίδια της ζωής που δεν βλέπουν ποιος είσαι και που πας. Γι’αυτό και μέσα σε λίγες αράδες θα προσπαθήσω (αν και δύσκολο..) να χωρέσω κάποιες ηθικές παρεμβάσεις που όλοι μας λίγο-πολύ του χρωστάμε μια μικρή αφιέρωση.

Ο Γιάννης ήταν πρώτα άνθρωπος και μετέπειτα γιατρός. Η άμεση και καθημερινή επαφή που διατηρούσε με τους ασθενείς του εντός και εκτός του ιατρείου, η ενέργεια που έβρισκε για ζωή και δημιουργία μέσα από τους φίλους και την οικογένεια, η ευαισθησία κι η αλληλεγγύη που τον διακατείχε και τον επηρέαζε στην κάθε του επαγγελματική κίνηση αψηφώντας κερδοσκοπικές λογικές, ήταν λίγα από τα πολλαπλά του χαρίσματα που με τόση ταπεινότητα σου μετέδιδε την αγάπη του για την κοινωνία και την ελπίδα, που θεωρούσε βασικό κίνητρο για να ‘ρθει ξανά η ευτυχία στις ψυχές των ανθρώπων που η κρίση διέφθειρε παντελώς.

Ο Γιάννης ήταν ένας σπουδαίος γιατρός. Ένας άξιος επιστήμονας που συνεχώς προσπαθούσε ως άγρυπνο κι ανήσυχο πνεύμα να εξελίξει πρώτα το επίπεδο της ιατρικής που με τόση υπευθυνότητα υπηρετούσε, και αφετέρου την προσωπική του μανία να βοηθά με περισσότερους τρόπους και πιο σύγχρονους μεθόδους τον συνάνθρωπό του, τον ασθενή του, χωρίς όρια χρόνου και προϋποθέσεις. Αυτός ήταν ο Γιάννης.

Ο Γιάννης ήταν αγαπητός, σεμνός και τόσο απλός που δεν ξεχώριζε από ένα μικρό παιδί. Αγαπούσε τα νιάτα, τις γιορτές και τις εξορμήσεις, λάτρευε να ακούει και να μαθαίνει, να βλέπει μπροστά, να βλέπει τα αισιόδοξα χρώματα στο αύριο και στην μιζέρια που αψηφούμε χαρακτηριστικά. Η τάση φυγής του από την ανιαρή καθημερινότητα έγινε σημείο αναφοράς, και παρά την επιτυχία, παρά την ζηλευτή κι αξιοπρεπή του πορεία, παρέμεινε ο Γιάννης που ήθελε απλά να χαθεί στο ηλιοβασίλεμα με το ποδήλατο και το χαμόγελο που ποτέ και για τίποτα δεν αποχωρίστηκε.

Κι όμως, σήμερα, ο Γιάννης δεν είναι εδώ. Ακούγεται κάπως τραγικό, αφύσικο, ίσως και σαν κακόγουστο αστείο, μα είναι η σκληρή πραγματικότητα. Έφυγε τόσο άδικα κι απρόσμενα που σόκαρε μια ολόκληρη κοινωνία, που βύθισε στο πένθος και τον προβληματισμό -για το πόσο θνητά και μάταια είναι γύρω μας όλα- χιλιάδες συμπολίτες μας που είχαν από ένα λόγο καλό για την επαγγελματική και την κοινωνική του παρουσία.

Φεύγουν όλα, έφυγαν τα πάντα; Δεν θέλω να το πιστεύω και δεν το πιστεύω. Ο Γιάννης κι ο κάθε Γιάννης που φεύγει από αρρώστια- από δυστύχημα ή μια κακιά στιγμή, δεν είναι μονάχα ένα πρόσωπο αλλά εικόνες και στιγμές. Πράξεις και λογικές που άφησε παρακαταθήκη πρώτα στους δικούς του ανθρώπους και μετέπειτα στο νησί που αγάπησε και αγαπήθηκε τόσο πολύ. Οι άνθρωποι και πάντα θα το λέω, αξίζουν κάτι παραπάνω από ένα δάκρυ. Το δάκρυ είναι για τώρα, σήμερα-αύριο-για ένα μήνα ή και χρόνο, η ανάμνηση κι η πίστη όμως πως χρωστάμε στους εκλιπόντες μια καλύτερη ζωή, με ποιότητα και ήθος και εντιμότητα όπως θα ‘θελαν να μας δουν και να είναι περήφανοι καπου εκεί ψηλά, κρατάει κι ευτυχώς..για πάντα. Και ο κάθε Γιάννης τελικά, ίσως, να θέλει να μας πει πως η ζωή είναι πολύ μικρή για να την ξοδεύουμε φθηνά.

Θα κλείσω με μια προϋπόθεση και μια στιγμή προσωπική. Πρώτα θέλω ο αναγνώστης να σβήσει το ποιος έγραψε το άρθρο και να το κάνει δικό του. Ίσως να νιώθω την ανάγκη να αποχαιρετήσω ένα φίλο μέσω κάποιων γραμμών, αλλά αυτό το άρθρο θέλω να το αφιερώσω στους ανθρώπους που ήταν δίπλα του κάθε φορά, στα καλά και στα καλά, στην οικογένειά του και στην Κάλυμνο που είσεπραξε τόσα πολλά. Οι σκέψεις μου λοιπόν ανήκουν σ’όλους αυτούς που πόνεσαν με την σιωπή, με την άκρα σιωπή τους, που δεν βρήκαν στο δράμα τους την δύναμη να πουν το αντίο. Και ‘γω Γιάννη μου σε χαιρετώ με αυτό που σε πείραζε πολύ: όταν κάθε φορά που σε ‘λεγα Γιατρέ, μου απαντούσες χαμογελώντας.. «Ρε, Γιάννη δεν σου είπα; Κανόνισε γιατί θα σε δείρω». Αντίο Γιατρέ.