Το όνομα στα σφουγγαράδικα καΐκια – « Τα Γράμματα»- Γράφει ο Γιάννης Χειλάς

1556

Είη το όνομα πάντων,  σήμα …εις πάντας τους αιώνας!

Εισήγηση στο Ι΄ Πολιτιστικό Συμπόσιο της «Στέγης και Γραμμάτων Ν. Δωδεκανήσου»

Στο Λαφάσι, τον ταρσανά – καρνάγιο της Καλύμνου, τελείωσε η συντήρηση ( μερεμετίσματα, κάψιμο, καλαφατίσματα, βαψίματα, ανανέωση άρμενων κ.α.) των σφουγγαράδικων καϊκιών.  Βάφτηκαν με μεράκι και μερακλίκι τα χρωματιστά ζωνάρια, «ζωναράκια κότσινα,  κίτρινα και μπλε…», τα  διάφορα πλουμιά όπως τα αστέρια των Διοσκούρων, ζωγραφισμένες άγκυρες, σταυροί, μάτια, γοργόνες, δελφίνια όλα  αρχέγονα προγονικά θαλασσινά σήματα – εμβλήματα και έφτασε η ώρα να παλαμιστεί το σκάφος και να γραφτεί το όνομα – τα «Γράμματά» του.

Το όνομα γραφόταν και γράφεται ακόμη και σήμερα,  στις μάσκες της πλώρης και στις δυο κουλούρες, πού ‘ταν στις σκαλιέρες των ξαρτιών πάνω από τα φανάρια πορείας, το κόκκινο στη ζερβή πάντα και το πράσινο στη δεξά.  Στα μεγάλα καΐκια,  ιδίως τα καραβόσκαρα που η πρύμνη τους ήταν κωλάτσα, τα «γράμματα» ήταν χαραγμένα  πάνω σε ξύλινες κορδέλες, που στις άκρες τους ήταν σκαλισμένα θαλασσινά εμβλήματα (δράκοι, γοργόνες κ.α)

Για τους αγράμματους κουπφά(δ)ες, τους ναύτες κουβέρτας – καταστρώματος, πού ‘ταν και οι συντηρητές των καϊκιών, η γραφή του ονόματος ήταν το μεγάλο πρόβλημα. Ένα καλοβαμμένο  σαν την κούκλα πλεούμενο ήθελε και τα καλογραμμένα «γράμματά» του. Ποιος όμως θα τολμούσε να πιάσει το λεπτό πινέλο για να γράψει τ’ όνομα; Κι αν τα μουτζούρωνε; Θα πήγαινε στράφτι όλος ο κόπος του βαψίματος και… το καΐκι καμουζέλλα της αποκριάς! Και ποιος άκουγε τα  «νεύρα» των κουμάντων και του κουπετάνιου;

Τελικά κάποιος που έπιανε το χέρι του, είχε καλλιτεχνική φλέβα, έπαιρνε τη μεγάλη απόφαση να γράψει «τα γράμματα». Η στιγμή σημαντική. Δυο  μπαϊζάνοι (βαρέλια πετρελαίου) όρθιοι ή δυο ξύλινες γαδάρες για τα ψηλά καΐκια, ένα μαδέρι και η σκαλωσιά έτοιμη.

Τα «γράμματα» χαράσσονταν, πρώτα το περίγραμμά τους, με κονδύλι και σιγά – σιγά γινόταν το γέμισμά τους, με μια προσήλωση, μια αυτοσυγκέντρωση, που φύλλο δεν έπρεπε να κουνηθεί. Αυτό όμως δεν το σεβόντουσαν οι περίεργοι θαυμαστές, άνθρωποι του σιναφιού, που όχι μόνο άφηναν τις δουλειές στα καΐκια τους και χάζευαν το δεξιοτέχνη σύντροφό τους, αλλά σχολίαζαν κιόλας!

= Ρε, το γου (Γ) ήκαμές το κατσουνωτό.   Κι άλλος:

– Τράβα πσο κάτω τη νουρά του ρου (Ρ). Κωλοβό μου φαίνεται !

Τα «γράμματα» σαν σχέδιο ήταν απλά και το χρώμα τους ήταν μαύρο ή σκούρο μπλε.. Οι πιο επιδέξιοι «καλλιγράφοι» έβαζαν δίπλα τους και σκιές από κίτρινο και κόκκινο χρώμα.  Τα καϊκια έμοιαζαν σαν πλουμιστές περδικοπούλες. Ήταν χάρμα λαϊκής τέχνης!

Σφουγγαράδες που ξεχώρισαν σαν λαϊκοί καλλιτέχνες ήταν ο Αριστείδης Βαβλάς και ο Αγησίλαος Φράγκος. Μερακλήδες και οι δυο με ταλέντο στη ζωγραφική. Ζωγράφιζαν σε χαρτόνια σφουγγαράδικα καΐκια, δικάταρτες μπρατσέρες  ν’ αρμενίζουν μ’ ολάνοιχτα πανιά, πολεμικά καράβια όμοια μ’ αυτά που υπηρέτησαν ως ναυτάκια κ.α. Οι πίνακές τους στόλιζαν τους τοίχους των καπηλειών όπου σύχναζαν. Το ταλέντο τους όμως πήγε χαμένο στις βουτιές. Ήταν και οι δυο  τους καπετάνιοι και πρωτομηχανκοί (δύτες)!

Κάποτε – κάποτε έκαναν την εμφάνισή τους στον ταρσανά κάποιοι γραμματιζούμενοι, φίλοι των καπεταναίων, για να κάμουν τα «γράμματα». Τα είχαν χαραγμένα σε χαρτόνι για να τα σταμπάρουν. Πάλευαν, χριζόντουσαν  οι ίδιοι, μουτζούρωναν και τα καΐκια. Το μόνο καλό τους ήταν που δεν έκαναν ορθογραφικά λάθη. Αυτό δα έλειπε κιόλας; Τι γράμματα ήξεραν!

Σαν επαγγελματίας στο γράψιμο των ονομάτων και ταμπελογραφίας κάνει την εμφάνισή του από το 1953 ο μαστρο – Γιάννης ο Γουρλάς, μαθητής του Τρίγκα, γνωστού διακοσμητή  όλων σχεδόν των μεγάλων εκκλησιών του νησιού.

Στα 1957, σε ηλικία οχτώ χρονών, ο Γιάννης Χειλάς γιος του μαστρ’ Αντώνη του «Γλάρου», πρωτομάστορα στους αχταρμάδες, στα τρεχαντήρια και τις γυλλάδικες βάρκες, αρχίζει σχολιαρόπαιδο ακόμη, να γράφει τα ονόματα  στις γυαλλάδικες (σφουγγαράδικες και ψαράδικες) βάρκες και μικροκάικα που τραβούσαν για συντήρηση κάτω από το σπίτι τους, εκεί στον πούντο του Διαμαντή  στη γλίστρα (σκάρπα) πλάι στον καφενέ του παππού του Θέμελη Καμπουράκη. Ήταν η γειτονιά που γεννήθηκε και μεγάλωνε ανάμεσα στους θαλασσινούς, που είναι ο «δικός του Κόσμος»!

Κάθε σκάφος είχε το δικό του όνομα και Νηολόγιο (αρχ. ναυς – νεώς – νηός) ή Λεμβολόγιο (λέμβος – πλοιάριο), δηλ. τον αυξ. αριθ. με τον οποίο ήταν καταχωρημένο στα βιβλία του λιμεναρχείου. Η μορφή του ήταν έτσι περίπου γραμμένη : ΑΓ. ΝΙΚΟΛΑΟΣ Ν. ΚΑΛ. ΑΡΙΘ. 62  ή  ΚΑΠ- ΘΕΟΔΟΣΗΣ  Ν.Κ. 57 κ.α.

Μεγάλη η χαρά του καπετάνιου και των πληρωμάτων σαν τα «γράμματα»  ήταν ωραία και φανταχτερά. Συμπλήρωναν την ομορφιά του σκάφους και αν είχε και ζωγραφιά, τότες ήταν που πετούσαν και τ’ αυτιά τους. Πίστευαν ότι το καΐκι τους έπαιρνε δυνάμεις για να παλέψει με τα κύματα και τα ξωτικά του πελάγους!

Τα όνομα έδινε βαρύνουσα σημασία και οντότητα στο πλεούμενο· ήταν το καμάρι του καπετάνιου – πλοιοκτήτη και αυτό τον χαρακτήριζε! Φανέρωνε τις επιθυμίες , την προσωπικότητα και τα πιστεύω  του. Τα ονόματα των αγίων ήταν τα πιο συνηθισμένα, ιδιαίτερα του Αγίου Νικολάου, προστάτη των θαλασσινών και των σφουγγαράδων. Δεν έλειπαν όμως και τα ονόματα του  αγίου  της ενορίας του κάθε καπετάνιου, όπως ΥΠΑΠΑΝΤΗ, ΑΓ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ, ΑΓ. ΣΤΕΦΑΝΟΣ κ.α. Στον άγιο της ενορίας του ο καπετάνιος είχε μεγάλη πίστη και εμπιστοσύνη  και οι δωρεές και τα τάματα του ήταν πλουσιοπάροχα!

Ξεχωριστή θέση είχε και το όνομα ΠΑΝΟΡΜΙΤΗΣ ή ΑΡΧΩΝ ΜΙΧΑΗΛ ή ΤΑΞΙΑΡΧΗΣ. Στον αρχάγγελο Μιχαήλ, πού ’χε την ιερά Μονή του στον Πάνω όρμο της Σύμης, οι σφουγγαράδες είχαν μεγάλη αγάπη και σεβασμό με αρκετή δόση φοβίας, μην τυχόν και θυμώσει και τα βάλει μαζί τους. Ο Παλεριμνιώτης αρκετές φορές έβαλε το χεράκι του και σώθηκαν από βέβαιο χαμό πλεούμενα και πληρώματα. Ήταν δε ασυγχώρητο, καθώς τραβούσαν νότια για σφουγγάρι, να μην αράξουν στον κόρφο του, ν’ ανάψουν ένα κεράκι, να του πάνε το τάμα τους (ομοιώματα καϊκιών, σφουγγάρια, μαλαματικά, καντήλες κ.α.) και να πάρουν την ευλογία του!

Σαν η σφουγγαροδουλειά άρχισε μεταπολεμικά (1950) να παίρνει τα πίσω στο νησί της Σύμης, οι Καλύμνιοι αγόραζαν απ’ τους Συμιακούς αχταρμάδες και σφουγγαροκάικα πού  ’χαν το όνομα ΠΑΝΟΡΜΙΤΗΣ. Αλίμονο όμως σ’ όποιον διανοείτο ν’ αλλάξει τ’ όνομα και να βάλει της προτίμησής του. Ο  φοβερός Ταξιάρχης με την πύρινη ρομφαία του θα τον έστελνε κατ’ ευθεία μες στην κόλαση, μες στις φωτ(ζ)ιές, να βράζει μες στα καζάνια, σαν εκείνα πού ’βραζαν την πίσσα και τον κατρά, στο ταρσανά για να πισσώσουν τα βρεχάμενα των καϊκιών τους!

Στα σφουγγαράδικα  βρίσκουμε και ονόματα Πανωμερίτικων αγίων όπως : ΠΑΝΑΓΙΑ ΚΑΝΑΛΑ (Πάρου), ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΗΝΟΥ, ΑΓ. ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ κ.α. Αυτά δίδονταν ως τάματα από καπεταναίους που βρέθηκαν σε κίντυνο όταν πήγαιναν χειμωνικά ταξίδια στα Πάνω μέρη (Κυκλάδες, Αγ. Όρος, Επτάνησα) κ.α.

Μετά τα ονόματα στους αγίους σειρά είχαν τα οικογενειακά, των γονιών, των παιδιών, ακόμα και των θηλυκών της οικογένειας, όπως της καπετάνισσας, της αγαπημένης κόρης. Αν δε ο πατέρας λάχαινε να ’ναι καραβοκύρης τότες έβαζαν ως πρόθεμα το Καπετάν (ΚΑΠ – ΜΙΧΑΛΗΣ, ΚΑΠΕΤΑΝ ΘΕΜΕΛΗΣ) κ.α.

Μεγάλη όμως η σκοτούρα και ο προβληματισμός του πολύτεκνου με οχτώ παιδιά καπετάνιου, σε ποιο από τα ονόματα των παιδιών του θα έδινε στο καΐκι του. Ποιο απ’ όλα θα ξεχώριζε, αφού όλα το καθένα το ήθελε για τον εαυτό του πεισματικά; Τελικά η λύση που δινόταν ήταν σολομώντεια. Το καΐκι έπαιρνε το όνομα όλων των παιδιών « ΤΑ ΟΧΤΩ ΑΔΕΛΦΙΑ».

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1960, νέοι σφουγγαράδες αδέλφια, ενώνουν τις δυνάμεις τους και τις οικονομίες τους και σκαρώνουν συνεταιρικά σφουγγαροκάικο. Είναι η νέα γενιά σφουγγαροκαπεταναίων! Και το όνομα στο πλεούμενο; ή του πατέρα ή και όλων μαζί,  όπως «ΤΑ ΤΡΙΑ ΑΔΕΛΦΙΑ».

Ακολουθώντας την αρχέγονη ναυτική παράδοση όπου δίνεται το όνομα «ΑΡΓΩ» στο κοσμοξάκουστο (πασιμέλουσα) πλεούμενο της Αργοναυτικής εκστρατείας, από τον κατασκευαστή του Άργο, οι σύγχρονοι πρωτομάστορες – «τέκτονες» κατασκευαστές σφουγγαροκάικων βαπτίζουν  και τα δικά τους πλεούμενα με το όνομά τους, όπως : «ΤΡΙΠΟΛΙΤΗΣ», «ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΡΙΠΟΛΙΤΗΣ» της οικογένειας Γεωργίου Σαρούκου – Τριπολίτη, «ΓΛΑΡΟΣ» του Μαστρο – Γιάννη Χειλά – «Γλάρου» κ.α.

Οι σφουγγαράδες ονοματίζουν και νηολογούν τα πλεούμενά τους με ονόματα παρμένα από τα Αργοναυτικά και Ομηρικά έπη. Οι ιστορίες και τα κατορθώματα των ηρώων της παλιάς Ελλάδας τους συναρπάζουν και έτσι δίνουν το όνομα του παλικαριού που θαυμάζουν στο καΐκι τους. Κι όλες αυτές τις ιστορίες τις έμαθαν σε χρόνια δύσκολα, χρόνια σκλαβιάς, από απλοϊκούς και λαϊκούς δασκάλους και παπάδες, αλλά και τους γονείς τους, που συνδαύλιζαν το όραμα της Μεγάλης Ελλάδας και πάλευαν για λευτεριά και ενσωμάτωση  με τη γαλανή Πατρίδα!

Απ’ το «Βιβλίο Πρότυπων Ναυτολογιών»  του Λιμεναρχείου Καλύμνου (1952…) επισημάνθηκαν τα παρακάτω ονόματα, αποκλειστικά,  σφουγγαράδικων καϊκιών:

ΩΚΕΑΝΟΣ  Ν. Ροδ. 20,  ΗΡΑΚΛΗΣ  Ν. Ροδ. 24, ΠΗΓΑΣΟΣ  Ν. Ροδ. 33, ΠΕΛΩΨ  Ν. Ροδ. 174, ΑΡΗΣ Ν. Ροδ. 102,  ΗΛΕΚΤΡΑ   Ν. Β. Σάμου152, ΣΟΛΩΝ . Ροδ. 30 ΡΟΔΟΠΗ Ν. Χάλκης 143, ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ Ν.Ροδ.29, ΑΡΤΕΜΙΣΙΑ (βασίλισσα Αλικαρνασού) Ν. Ροδ. 121, ΑΧΙΛΛΕΥΣ Ν. Ροδ. 9   κ.α.   από πληροφορίες σφουγγαράδων, όπως ΙΑΣΩΝ του καπ – Μ. Καζώνη, ΝΗΡΕΥΣ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ του Κλεάνθη Μαγκλή, ΑΡΤΕΜΙΣ, ΑΡΓΩ, ΑΡΓΟΝΑΥΤΗΣ, ΚΑΛΛΙΟΠΗ,  ΟΥΡΑΝΙΑ (ονόματα Μουσών) κ.α.

Θα παραμείνω στο όνομα που σίγουρα εντυπωσιάζει, το «ΔΟΥΡΕΙΟΣ ΙΠΠΟΣ, Ν. Καλ. 9», του καπ- Παντελή Γκιννή, με 25 παλικάρια θαλασσομάχους πλήρωμα, από τα οποία οι 14 ήταν βαθύτες δύτες με σκάφανδρο φορώντας  « χάλκινες περικεφαλαίες και θώρακες». Σίγουρα οι σφουγγαράδες θα γνώριζαν το ξύλινο άλογο, το «Δούρειο ίππο» που σοφίστηκε ο πανούργος Οδυσσέας,  τις περιπέτειές του  οποίου ακόμα και σήμερα ιστορούν, αλλά διερωτώνται με κάποιο κομπασμό. – « Μπας και ο Οδυσσέας ταξίδεψε και τυραννίστηκε πιότερο από μας απ’ την πλανεύτρα τη θάλασσα; Τις θάλασσες και τα μενόρια (αγριεμένους τόπους) που ’κείνος αρμένισε, μείς τις ταξιδεύαμε μια ολάκερη ζωή, απ’ τα παιδικά μας χρόνια ως τα γερατειά. Κι από πάνω βουτθούσαμε  κιόλας σε μαύρα κι άπατα νερά  για το σφουγγάρι! » Η Μυθική, η Ομηρική  και η Ελλάδα των παλικαριών  συνεχίζει και παραμένει ακόμα ολοζώντανη στα σφουγγαρονήσια!

Στα βιβλία του Λιμεναρχείου Καλύμνου υπάρχει λεμβολόγηση  γυαλλάδικης σφουγγαράδικης βάρκας με το όνομα  «ΠΑΡΑΛΟΣ  ΚΑΛ. 12». Τι να γνώριζε άραγε ο αγράμματος, ο απλοϊκός γυαλλάς σφουγγαράς ο Διαμαντής ο Λαζαρής για το ιστορικό μεγαλείο του ονόματος  «ΠΑΡΑΛΟΣ» που έφερε η βάρκα του; Σε ποια πέλαγα νου και εθνικής  μνήμης, μέσα σε τρικυμίες εθνικών συμφορών (ενετοκρατία, τουρκοκρατία, ιταλοκρατία), βολόδερνε τόσους αιώνες (5ος αιώνας  π.Χ. – 1965 μ.Χ.) το όραμα του εύδρομου ιερού πλοίου της Αθηναϊκής Συμμαχίας  ΠΑΡΑΛΟΣ, που με το ταίρι της την άλλη ιερά τριήρη τη ΣΑΛΑΜΙΝΙΑ όργωναν κυρίαρχα το Αιγαίο, για να ν’ αράξει τελικά στο λευτερωμένο πια λιμάνι της Καλύμνου και να ξαναγραφτεί σε ελληνικό πλοιάριο;        Ή μήπως δε θα δάκρυσαν τα «μάρμαρα» (αγάλματα) στις Δήλες, σαν είδαν ένα γλαυκό πρωινό στα νερά τους την εύδρομο με το λατίνι της γυαλλάδικια βάρκα «ΠΑΡΑΛΟΣ» να σβαρνίζει ψαρεύοντας σφουγγάρια και δεν αντιλάλησε ο βρυχηθμός από τα πέτρινα μακρύλαμνα λιοντάρια, σε απάντηση της βαριάς επιτακτικής προσταγής του Καλύμνιου καπετάνιου προς τους κουπφάες του : – «Και τα δυο κουπσά μπρος, όλο μπρος!»

Η ποικιλία των ονομάτων συνεχίζεται με τις ονομασίες των καιρών και των αστερισμών (ΟΣΤΡΙΑ, ΣΙΡΟΚΟΣ, ΠΟΥΛΙΑ, ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ) κ.α. Δεν έλειπαν δε  και τα ονόματα ζώων και πουλιών που ξεχώριζαν για το πέταγμά τους. ΑΕΤΟΣ λεγόταν το μεγάλο καραβόσκαρο 120 τόνων του καπ – Δημήτρη Κυπραίου. ΙΠΠΟΠΟΤΑΜΟΣ  του καπ- Θεοδόση Χούλη κ.α.

Εκτός από τα κύρια ονόματά τους, τα σφουγγαράδικα είχαν και τα παρανόμια – παρατσούκλια τους, με τα οποία ήταν και γνωστά και στο συνάφι της σφουγγαροδουλειάς. «ΤΡΑΟΣ» λεγόταν ο αχταρμάς ΑΓ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ του καπ- Νικόλα Σδρέγα επειδή ήταν βαρύς και κεφαλάτος στην πλώρη και στο αρμένισμά του με θαλασσωμένο καιρό κουτουλούσε σαν τράγος τα κύματα. «ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΗΣ» το ΑΓ. ΣΤΕΦΑΝΟΣ του καπ – Γιάννη Σακαλέρου, επειδή ήταν χαμηλοβιαρισμένο και έμπαιναν μέσα οι θάλασσες ζωντανές· ταξίδευε σαν υποβρύχιο! «ΠΟΡΔΟΥ» ο αχταρμάς ΟΣΤΡΙΑ από το χαρακτηριστικό… κρότο που έκανε η εξάτμιση της βαρέου τύπου μονοκίλυνδρης μηχανής του.

Ανιχνεύοντας στα βάθη της μνήμης παλιών θαλασσινών και ύστερα από έρευνα στα βιβλία της Δημογεροντίας Καλύμνου και από πλήθος σπογγαλιευτικών συμβολαίων, ναυλοσυμφωνιτικών κα άλλων ναυτιλιακών εγγράφων, πιστοποιείται ότι σ’ όλα τα χρόνια της  τουρκοκρατίας στα νησιά των Νότιων Σποράδων (Δωδεκάνησα), τα καΐκια είχαν ορθόδοξα χριστιανικά ονόματα, έφεραν όμως την οθωμανική σημαία.

Έτσι τα σφουγγαράδικα πλεούμενα που ταξίδευαν στις ακτές της Β. Αφρικής και στην ελεύθερη Ελλάδα γινόταν πρόξενοι της αρχέγονης ελληνικότητας των σκλαβωμένων νησιών της Δωδεκανήσου. «Γράμματα» – ονόματα ελληνικά γραμμένα στις πλώρες τους, πληρώματα που μιλούσαν γνήσια – πεντακάθαρα την ελληνική γλώσσα με στοιχεία καταβολής της Δωρικής και Ομηρικής διαλέκτου, μαρτυρούσαν αν μη τι άλλο ΕΛΛΑΔΑ!

Στα 1912 σαν οι Ιταλοί έβαλαν ποδάρι στα νησιά μας, βρήκαν στα σφουγγαράδικα καΐκια ονόματα ελληνικά γραμμένα μάλιστα και με την αρχαία γραφή της αλφαβήτας. Στα πλαίσια του δόλιου σχεδίου εξιταλισμού κάθε τι ελληνικού,  έβαλαν χέρι και στα ονόματα όλων των πλεούμενων. Υποχρέωσαν τους καπεταναίους να σβήσουν απ’ τα σκάφη τους τα ονόματα που θύμιζαν Ελλάδα. Τα χριστιανικά θα τα άλλαζαν με λατινικούς χαρακτήρες. Σε κάθε όμως νεόκτιστο σκάφος που ναυτολογούσαν έδιναν υποχρεωτικά το όνομα που εκείνοι ήθελαν.    Έτσι έχουμε πληθώρα ιταλικών ονομάτων που αναφέρονται σε ήρωές τους, σε τοπωνύμια δικά τους, σε πράγματα και ήρωες που μόνο Ιταλία και καθολικισμό θύμιζαν, όπως: ΤORΙΝΟ του Τοππακιού, GALETTO  του καπ – Κουρούνη, ISABELLA, MODE GLARA, LOUPOS,MARKONI, TSIGONIA κ.α.  NORMA έλεγαν τη βάρκα του Σκεύου Εμμ. Γιαλλούρη, γνωστού για την εθνική του δράση κατά των Ιταλών φασιστών ( 19 χρόνια καταδικασμένος στις φυλακές της Ιταλίας)  για την απελευθέρωση της Δωδεκανήσου και την ενσωμάτωση με τη μητέρα Ελλάδα. «Νόρμα» ήταν το όνομα της σκύλας του Ιταλού λιμενάρχη, που όσοι θυμούνται την κακοσύνη του έλεγαν: – « Ήβαλε ο σσύλος… τη σσύλα ντου α μας κυνηά!»

Αυτό όμως δε φόβισε το νεαρό Δημήτρη Ν. Σδρέγα να γράψει στο καΐκόβαρκό του το όνομα «ΠΙΝΔΟΣ», σαν ήρθαν τα μαντάτα στο νησί πως  οι Έλληνες πήραν φαλάγγι του Φασίστες Ιταλιάνους στα χιονισμένα βουνά της Πίνδου. Είπε κι αυτός με το δικό του τρόπο το ιστορικό ΟΧΙ !

Τούτα τα ιταλικά ονόματα κράτησαν μέχρι τη στιγμή που οι φασίστες πήραν ποδάρι απ’ τα νησιά μας με τη λήξη του πολέμου (1947). Τότε με το πρώτο τραβηχτικό στον ταρσανά, σβήστηκαν μονομιάς όλα τα ξενόφερτα ονόματα, που λες και δεν τα σήκωναν, δεν βολεύονταν μ’ αυτά οι περήφανες πλώρες  των σφουγγαράδικων καϊκιών. Ξαναγράφηκαν πάλι λεύτερα Ελληνικά ονόματα για να θυμίζουν σ’ όλο το ντουνιά που ταξιδεύουν οι σφουγγαράδες μας, πως εδώ σκαρώνονταν και σκαρώνονται πλεούμενα που έφεραν και φέρουν Ελληνικά και Ορθόδοξα χριστιανικά ονόματα – « Γράμματα» !

Ολοκληρώνοντας το κεφάλαιο, το οποίο αναφέρεται στα ονόματα που προτιμούσαν και έγραφαν οι θαλασσινοί και οι σφουγγαράδες στα πλεούμενά τους, άφησα στο τέλος την ερμηνεία,  γιατί το «Όνομα»  το κατονομάζουν με το γλωσσικό Καλύμνικο ιδίωμα «Γράμματα»; Ζώντας καθημερινά μαζί τους, αξιώθηκα να κατανοήσω τους λόγους για τους οποίους το κάθε «Όνομα» το συνέδεαν με τα «Γράμματα». Αν και «αγράμματοι» (δεν είχαν τις δυνατότητες να πάνε σε σχολείο, αφού από παιδιά έμπαιναν στη θάλασσα), γνώριζαν όμως  καλά την αξία και τη σημασία των «γραμμάτων». Από το πάλεμά τους με τη θάλασσα και το βούτθος τους βγήκαν λαμπροί επιστήμονες και άνθρωποι των γραμμάτων! Εμπιστεύονταν και σέβονταν τους ανθρώπους των Γραμμάτων, όταν αυτοί στέκονταν στο ύψος τους, άλλως τους είχαν έτοιμη την απάντηση: – «Κρίμας τα γράμματα που ξέρει!» Έτσι τα «Γράμματα»  γι αυτούς εξέφραζαν όχι μόνο  γνώσεις αλλά  πάνω απ’ όλα παιδεία και αγωγή, που καλλιεργούν τις ανθρώπινες αξίες, και που ήταν συνυφασμένες :α) με  την ορθόδοξη χριστιανική πίστη  (ονόματα αγίων), β) με  την ιστορία της πατρίδας (ονόματα αγαπημένων ηρώων από τη μυθική ως τη σύγχρονη εποχή), γ) με την οικογένεια (οικογενειακά ονόματα),  δ) με τη Φύση και το περιβάλλον (ονόματα ζώων, πουλιών, καιρών, αστερισμών)  κ.α.

Οι Καλύμνιοι λοιπόν καραβοκύρηδες ήθελαν  τα  «Γράμματα» στο καΐκι τους να  εκφράζουν τα «πιστεύω» τους και  να είναι και καλογραμμένα και μερακλίδικα·      «να  ’μορφαίνουν την πλώρη του και να τιμούν αυτόν που τό ’χει και το σκάφος!»