Σήκω Θανάση να τους δεις.- Γράφει ο Παναγιώτης Βούρος

1631

%ce%b2%ce%bf%cf%85%cf%81%ce%bf%cf%82-%ce%bd%ce%b5%ce%bf

Η αγάπη και ο θαυμασμός μου για τους μεγάλους Έλληνες της διανόησης, της τέχνης και του πολιτισμού, δεν δύναται να μην επηρεάζει την κρίση μου αφενός απέναντι στην εθνικό-πολιτική μας κατάντια, και αφετέρου στα πρότυπα που κρατούν ακόμη την σημασία της ελληνικότητας στις καρδιές των ανθρώπων, όλων αυτών που δοκιμάζονται συνεχώς υπό τις δυσμενείς και ‘ευρωπαϊκές’ πάντα συνθήκες λιτότητας και οικονομικής εποπτείας.

Οι θυσίες του ελληνικούλαούδεν ξεκινούν απ’ το Καστελόριζο, δεν ξεκινούν απ’ το μαζί τα φάγαμε (που είναι εν μέρει σωστό), ούτε απ’ το σεμνά και ταπεινά. Πάνε πίσω πολύ, από τότε που ο Έλληνας μεγαλουργούσε διεθνώς και έβγαζε τα μάτια του στην πατρίδα. Από τότε που κέρδιζε με αγώνα, ξενιτιά και αξιοπρέπεια το ψωμί του και ανέμιζε φανατισμένα τις κομματικές σημαίες του γέρου Παπανδρέου και Καραμανλή. Ο Έλληνας, ο περήφανος, ο τίμιος και φουκαράς, ο μη-συνεργάσιμος και αυτοκαταστροφικός, είναι η ψυχή που πράγματι δεν θα πεθάνει ποτέ.

Γι’ αυτούς τους μεγάλους Έλληνες μίλησαν,δόξασαν και συμβούλεψαν το έθνος οι άνθρωποι των γραμμάτων. Απ’ αυτούς τους Έλληνες άντλησαν όλη τους την έμπνευση και την οξύτητα πνεύματος και γραφής οι μεγάλοι του έθνους σχολή. Και κατά κάποιον τρόπο ήταν φυσικό και ελκυστικό συνάμα για μας του χρωματισμένους να διαφαίνεται η έννοια της Αριστεράς μέσα απ’ την ζωή και τις πράξεις αυτών των σπουδαίων ανθρώπων. Μια Αριστερά που θύμιζε ανθρωπιά, που θύμιζε δικαιοσύνη, που θύμιζε στάση ζωής. Μια Αριστερά που δεν έπεφτε στις φάκες της καρέκλας, παρά μόνο ως μέσο διατήρησης των μεγάλων αρχών και δικαιωμάτων. Μια πραγματική – και όχι μνημονίων- Αριστερά.

Ο ίδιος ατίθασος Έλληνας, ο απροσάρμοστος, ο εργατικός, ο ευκολόπιστος, είναι και σήμερα. Μόνο που δυστυχώς ατύχησε να ζήσει στιγμές υψίστης κοροϊδίας, αποδόμησης θεσμών, και χειρότερα δε, αποδόμησης κοινωνικών αξιών και ιδεολογιών. Τόσο σε πολιτικό επίπεδο, όσο σε οικονομικό και ηθικό. Το ίδιο έθνος σήμερα, επίλεξε να το κυβερνήσουν άεργοι, ιδεοληπτικοί, ανίκανοι αριστεροί, της ταβέρνας και του χαβιάρι. Αριστεροί του Παρισιού, της κατάληψης και του ναι σε όλα. Αριστεροί του μπακούνιν και της τσέπης παχυλής, και δυστυχώς, την χειρότερη στιγμή που μπορούσαν να αναλάβουν. Πάντα με τον εκβιασμό.

Σκέφτομαι όλα αυτά και συλλογίζομαι, πόσο μου λείπει ο Θανάσης. Ο καλός μας άνθρωπος, που στη γαλέρα της ζωής του τράβηξε μεγάλο, άσχημο κουπί. Σκέφτομαι να σηκώνεται με τα πόδια ακόμα ματωμένα απ’ τις ‘διακοπές’ της Μακρονήσου, με το αστείρευτο χαμόγελο και μια ρόδα στην πλάτη, να πει στον Έλληνα για Αριστερά, για φτώχεια, για ιδανικά. Να δώσει τα φώτα του ξανά σε μια ασπρόμαυρη ταινία. Να δει τον ευτελισμό και την αμαύρωση μιας ιστορίας, του διαχρονικού ερείσματος αγώνων και δικαίωσης ενός ολόκληρου λαού. Να δει τον Φίλη, τον Πολάκη, τον Κιμούλη και τον Ζουράρι.

ΣΗΚΩ ΡΕ ΘΑΝΑΣΗ!