Το «Τηγάνι» του Αγίου Νικολάου- Γράφει ο Γιάννης Χειλάς

1954

Γιάννης  Αντ. Χειλάς, Δάσκαλος, Υπεύθυνος Ναυτικού Μουσείου Καλύμνου

Μία Ομηρική γειτονιά εις τας Καλύδνας Νήσους «Η Κάλυμνος κρύβει μέσα της τον Όμηρο»

Ιωάννης Θ. Κακριδής

Ιωάννης Θ. Κακριδής(1901 – 1992): Μεγάλος Δάσκαλος της Ελληνικής γλώσσας.  Πανεπιστημιακός, διαπρεπής καθηγητής της κλασσικής φιλολογίας, από τους κορυφαίους ομηριστές σε παγκόσμιο επίπεδο. Προσωπικός και  αγαπητός φίλος του αείμνηστου Καλύμνιου Λυκειάρχη Γιώργη Λυσίκατου, ο οποίος ως πρόεδρος του Αναγνωστηρίου Καλύμνου «Αι Μούσαι» τον φιλοξένησε στην Κάλυμνο (1980,) όπου και έδωσε διαλέξεις σε μαθητές Γυμνασίων και Λυκείων του νησιού, για τον Όμηρο και τη σπουδαιότητα της ελληνικής γλώσσας.

Τριάντα επτά (37) χρόνια  μετά, οι μαθητές του 3ου Γυμνασίου Χώρας Καλύμνου, με υπεύθυνη την καθηγήτρια Γεροστάθη Μαρία,  μέσα  από συντονισμένη καθοδήγηση και  συνεργασία με τον υπεύθυνο του Ναυτικού Μουσείου Καλύμνου Γιάννη Χειλά, στηριζόμενοι στα «Ομηρικά Έπη», στα «Αργοναυτικά» και στις  συνεντεύξεις με απλοϊκούς  θαλασσινούς και τους νέους κατασκευαστές των σφουγγαράδικων καϊκιών και όχι μόνο, στο Λαφάσι το καρνάγιο της Καλύμνου, που είναι και οι γνήσιοι συνεχιστές της μακραίωνης  ναυπηγικής παράδοσης του νησιού, κατάφεραν με την ταινία τους «Ένα καλύμνικο καρνάγιο από την εποχή του Ομήρου», να αποσπάσουν  δύο βραβεία ( βραβείο φωτογραφίας  και βραβείο τεκμηρίωσης) στον διαγωνισμό  CINEμάθεια 2017, που οργάνωσαν οι Δ/νσεις Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Βορείου και Νοτίου Αιγαίου.

Τεκμηρίωσαν  με τον πιο περίτρανο τρόπο τη ρήση του Μεγάλου Δασκάλου Ι. Κακριδή « Η Κάλυμνος κρύβει μέσα της τον  Όμηρο» και πως  ο γλωσσικός θησαυρός και ο πολιτισμικός κόσμος του Ομήρου συνεχίζει να βιώνεται αδιάκοπα  « εις τας Καλύδνας νήσους» ως και τις μέρες μας!

Μεγάλη επίσης ήταν και η επιτυχία στον παραπάνω διαγωνισμό  με τη βράβευση ( εφτά βραβεία) των μαθητών του 1ου ΕΠΑΛ Καλύμνου, που με την ταινία τους το «Αλησμόνητο βούτθος», με υπεύθυνους τους καθηγητές Μαρία Σπυροπούλου, Μιχάλη Πάου, Χριστίνα Σπούρδουλα, και  με την στήριξη του Ναυτικού Μουσείου, του Λαογραφικού Μουσείου της κας Φανερωμένης Σκυλλά και του ναυτόκοσμου, κατέδειξαν πόσο η ναυτική παράδοση του νησιού μας, που διδάσκεται πια  στα σχολεία, γίνεται κτήμα στη συνείδηση των μαθητών.

Στη φωτογραφία εργάτες της σφουγγαροσύνης ξεπλύνουν τα σφουγγάρια στα βοτσαλάκια στην παραλία Κασόνια.

Απέναντι το Τηγάνι του Αγίου Νικολάου

Ας έλθουμε τώρα στο «Τηγάνι» του Αγίου Νικολάου, την ομηρική γειτονιά, της Καλύμνου, για να τεκμηριώσουμε μέσα από τη συλλογή υλικού (Ομηρικά έπη, Αργοναυτικά, ιστορικά έγγραφα από το αρχείο της Δημογεροντίας Καλύμνου, φωτογραφίες και μαρτυρίες  παλιών κατοίκων της περιοχής), τον  πολιτισμικό κόσμο που έχει τις ρίζες του στην Ομηρική εποχή και που βιώνεται ως τις μέρες μας. Σκοπός να συνειδητοποιήσουμε διαχρονικά την ιστορική μας αυτογνωσία,  «τα σύνορα της εθνικής μας ύπαρξης», που τόσο την έχουμε ανάγκη στους δύσκολους καιρούς!

Πρόκειται λοιπόν για τη γειτονιά της ενορίας του Αγίου Νικολάου, που η αρχή της οριοθετείται από τη Σκάλα, η οποία βρίσκεται νοτιοανατολικά του τοίχου του ιερού της μεγάλης εκκλησιάς των θαλασσινών μας. Η Σκάλα αυτή, με τα εβδομήντα σκαλιά της, ενώνει τον κάτω παλιό δρόμο, που  τραβάει προς  «τα Μέσα», δηλαδή προς την περιοχή με το ξωκλήσι του Σταυρού, τα παλιά Σφαγεία και φτάνει στον ψηλό βράχο «Ακρόπολις», και στρίβει προς  τον πάνω δρόμο όπου  βρίσκεται το  παλιό «Τηγάνι» και ο οποίος  δρόμος τραβάει προς  τον Άγιο Βασίλειο και τις άλλες γειτονιές – Μαράσια, πάνω από τις Άσπες της Παναγιάς του Γλυκιού.

Η εξέδρα για τους κολυμβητικούς αγώνες της Ναυτικής εβδομάδας.  Πλευρισμένη η λάζα του Νικ. Κουκουβά  και απέναντι τα σπίτια του Τηγανιού θεμελιωμένα… πάνω στο κύμα

Όμως για να  θυμηθούν οι παλιοί το «Τηγάνι» και να το γνωρίσουν οι νέοι, αυτό  θα πρέπει να γίνει μέσα από έναν ναυτικό  περίπλου, παραλιακά γιαλό – γιαλό, γιατί τα σπίτια  της κάτω από το δρόμο σειράς του έχουν …(είχαν) τα θεμελιά τους ακριβώς πάνω στο κύμα. Ο ναυτικός περίπλους έχει τα στοιχεία προσωπικών βιωμάτων, όπως ακριβώς  γνώρισα αυτή την περιοχή μέσα από  αλιευτικές εξορμήσεις και «ταξίδια μακρινά….» ( Κασόνια, Ναυτικό Όμιλο, Τηγάνι, Σφαγεία, Θέρμα, Λιανή Πούντα, Άη – Γιώργη, Βλυχάδια, Νερά, νησί Αγίου  Νικολάου,  Κεφάλα, Άγιο Ανδρέα, Τράχηλα κ.α.)

Αρχές της δεκαετίας του ’60, λύνοντας το παλαμάρι της μνήμης, «δωδεκαετής πλοίαρχος» με το μικρό βαρκάκι μου τη «Γλάρενα» και  με πλήρωμα φίλους, δελφίνια στο κλούμπος και παλικάρια στο κουπί, «κάναμε ταξίδια μακρινά…» σαλπάροντας από το πούντο του Διαμαντή, (περιοχή Καμπουράκη), από περιοχή «Βου(β)άλη», αλλά και απ’ το Λαφάσι και πιάναμε το παλιό Φανάρι, με τον πέτρινο ψηλό Φάρο, όπου περνούσαμε τον αυστηρό έλεγχο από το ναυτάκι του Λιμεναρχείου, που έκανε  βάρδια ελέγχοντας το έμπα και το έβγα των πλεούμενων.

«Ταξίδια μακρινά…» για ψαρέματα και «ναυτικά ρεσάλτα». Πυροφάνια με λουξ τις γαλήνιες αφέγγαρες νυχτιές, αλλά και με μαλαστούπες στα έξω  βράχια του φαναριού (κυματοθραύστη)  για καούρους, μαλιαρούς κ.α.

«Ταξίδια μακρινά …» για να κάνουμε μπάνιο στα  Κασόνια, όπου σε λείες πλάτσες του γιαλού ξέπλεναν και επεξεργάζονταν τα σφουγγάρια τους οι εργάτες της σφουγγαροσύνης,   στα κάτασπρα βοτσαλάκια της παραλίας που βρίσκεται πλάι στο Τηγάνι, όπου οι νοικοκυρές του έπλυναν στο παστρικό γιαλό και  άπλωναν στον ήλιο τις χρωματιστές πάνες – κουρελούδες, τις μονές (στρωμνές)  με τα μάλλινα χράμια, τα προικιά τους· «να μην κόψουν απ’ το σκόρο!». Σκηνές ίδια απαράλλαχτες μ’ αυτές της Ναυσικάς, σαν με τις «παρακόρες»  της έπλεναν τα προικιά της και βρήκαν στ’ ακρογιάλι, ξεβρασμένο απ’ το κύμα, το θαλασσοδαρμένο ναυαγό Οδυσσέα.

«Ταξίδια μακρινά…» για να ανεβούμε  στις ξύλινες εξέδρες που στηνόταν στον αμμουδερό γιαλό, κάτω από το Ναυτικό Όμιλο, και ν’ αγωνιστούμε στο κολύμπι, κάθε καλοκαίρι όταν γινόταν οι κολυμβητικοί αγώνες τη Ναυτική εβδομάδα. Τη ναυτοσύνη του νησιού μας τη  θύμιζαν εξ άλλου οι μεγάλες άγκυρες με τις σκουριασμένες  καδένες τους, από μπρατσέρες και σύνεργα απ’ το παλιό καρνάγιο – ταρσανά, που λειτουργούσε, πριν λίγα χρόνια ακόμα, πίσω από το Λιμεναρχείο,  όπου οι ναυτικοί μας τραβούσαν και μερεμέτιζαν τα πλεούμενά τους, για τις υπερπόντιες σφουγγαράδικες εκστρατείες τους!

«Ταξίδια μακρινά…» για να καλάρουμε δίχτυα, γιαλό – γιαλό με τα κουπιά ν’ αγγίζουν στα σκληρά γρανιτένια ακροβράχια όπου πάνω τους είχαν  τα θεμελιά τους τα ψηλά σπίτια του Τηγανιού. Πάνω  στις βαριές πετρόχτιστες, με οικοδομικό υλικό μπινιά, βάσεις – θεμελιά τους,  που ήταν και στέρνες για τη συγκέντρωση βρόχινου νερού, στηρίζονταν και τα   πετρόχτιστα ντουβάρια τους, που αψήλωναν αψήλωναν κλιμακωτά δυο τρεις ορόφους ώσπου να φτάσουν στο  ύψος του μέσα δρόμου για να κτιστούν από κει και πάνω οι πανέμορφες κατοικίες με τις κεραμιδοσκεπές με τις μεγάλες πόρτες, τα ευρύχωρα παράθυρα, τις ταράτσες, τα μπαλκόνια με  τα περίτεχνα σιδερένια κάγκελα. Όλα ανοιχτά, λούζονταν  στο φως του ήλιου που  πρόβαλε από την απέναντι Ανατολή. Όλα δέχονταν την αύρα της καθάριας θάλασσας, που την απολάμβαναν τα καλοκαίρια οι κάτοικοί του  κατεβαίνοντας  από κοινόχρηστες  στενές πέτρινες σκαλίτσες για να κάνουν το μπάνιο τους. Και στη βαρυχειμωνιά,  όλα λούζονταν πατόκορφα  στην αλμύρα της ανταριασμένης θάλασσας της Όστριας και του Σιρόκο – Λεβάντε! Κι εγώ  όλο  λογάριαζα και προβληματιζόμουν  πώς και με τι μέσα κουβαλήθηκαν τόσα υλικά και πόσα χρήματα ξοδεύτηκαν για να γίνουν για την εποχή εκείνη ((1870 και…) αυτές οι μεγαλοπρεπείς κατοικίες!  Κι ήταν, από πληροφορίες, οι ιδιοκτήτες τους καπεταναίοι, ναυτικοί που έκαναν κουντραμπάντα (μεταφορές και εμπόρια) με την απέναντι Ανατολή,  την Αίγυπτο, ως και τη Μαύρη θάλασσα. Όλοι νοικοκυραίοι έμποροι και άνθρωποι που είχαν σχέση με το Εξωτερικό. Κι ο παραθαλάσσιος οικισμός  του «Τηγανιού» τελείωνε στο σπίτι, που σήμερα έχει στην κατοχή της   η οικογένεια Κουφάκη. Στο έγγραφο ιδιοκτησίας του σπιτιού αυτού περιγράφεται, πως «η στέρνα της οικίας είναι  μες στη θάλασσα και από το ταρατσί της ψάρευαν με το καλαμί σκάρους…»

Πλέοντας νοτιότερα του Τηγανιού θα βρεθούμε κάτω από τα Δημοτικά Σφαγεία, όπου σφάζονταν εκατόμβες βοών, πλήθος αμνοεριφίων και χοίρων, για τους καβουρμάδες των σφουγγαράδων, αλλά και των καλοφαγάδων Καλύμνιων. Τα σφαγεία μεταφέρθηκαν από την κεντρική παραλία του νησιού  στην περιοχή Τηγάνι με απόφαση της Δημογεροντίας όπως δηλώνει και το παρακάτω πρακτικό.

Βιβλίο 233 Πρακτικό 51/28-2-1898 σελ.43

« Χάριν της υγείας των κατοίκων ορίζεται ως τόπος σφαγής των ζώων από τους κρεοπώλες, για μεν την Πόθια, στη δεξιά πλευρά, το έξωθεν του λιμένος προς το Τηγάνιον μέρος, και στη αριστερά πλευρά, η παραλία του παλαιού λεπροκομείου. Για την Χώρα έξωθεν της πόλεως εις ταις Βούαις»

Η ρίψη όμως των λυμάτων (αίματα, εντόσθια κ.α.) στη θάλασσα από τα σφάγια, προσέλκυε και καρχαριοειδή που ήταν επικίνδυνα για τους κολυμβητές. Γι αυτό πάντα κάνοντας μπάνιο στα νερά αυτά υπήρχε μέσα μας και ο φόβος για  σκυλόψαρα! Όπως μαρτυρούν ψαράδες έκαναν κάπου – κάπου την εμφάνισή τους μεγάλα σκυλόψαρα ( σαπουνάδες, ζύγαινες)  που όμως, όπως έλεγαν ήταν ακίνδυνα.  Η εμφάνιση κάποιου «επίφοβου ιχθύος», παλαιά, οδήγησε τη Δημογεροντία στη παρακάτω ενέργεια: (αυτό έγινε όταν τα σφαγεία ήταν στην παραλία του λιμένος)

« Βιβλίο 168 Πρακτ. 962/ 12-7-1891 σελ. 428

Ενδοξότατε Καϊμακάμη

«Επειδή μέγας και επίφοβος ιχθύς ανεφάνη χθες και σήμερον κολυμβών παρά την παραλίαν του λιμένος επαπειλείται η ζωή των εντός αυτού κολυμβούντων παιδίων, παρακαλούμεν την ημετέραν εξοχότητα όπως ευαρεστουμένη επιτρέψει ημίν να εξεύρωμεν άνθρωπον τινά εις ον να επιτραπεί να καταστρέψει δι’ ουδήποτε καταστρεπτικού μέσου τον μέγαν και επίφοβον τούτον ιχθύν της ζωής των τέκνων.»

Και διατελούμεν,     Οι Δημογέροντες,   Εν Καλύμνω την 12ην Ιουλίου 1891

Πιο νότια  απ’ τα Σφαγεία, προς περιοχή Γέφυρα και Θέρμα,  τελειώνει το «Τηγάνι». Εκεί, ψηλά  πάνω απ’ τα γκρεμά, στέκει περίοπτος  ογκώδης βράχος, η «Ακρόπολις» που  σηματοδοτεί και το άκρον της πόλης της Καλύμνου. Κάτω χάσκει μικρή παραλία. Είναι  η περιοχή «Πατινιώτης»

Στο μικρό  αυτό κακοτράχαλο γιαλό, στη θάλασσα, όχι μακριά απ’ τη στεριά προβάλει και το «Καράβι», μικρόστενη λωρίδα γης – ξεροπούλι με μορφή καραβοτσακισμένης πλώρης αρχαίου καραβιού. Το «Καράβι» ήταν τόπος που ανέβαιναν για θαλασσινά παιχνίδια (μακροβούτια, ψαρέματα ) όλα τα παιδιά του  Τηγανιού, τ’ Αγ. Νικολάου και των γύρω Μαρασιών.

Η ονομασία «Καράβι» μας παραπέμπει χωρίς αμφιβολία στα Ομηρικά «πετροκάραβα» όπου θρύλοι και παραδόσεις θέλουν θεϊκές δυνάμεις, του καλού ή του κακού, να πετρώνουν κάποια καράβια. Τέτοιο «καράβι» έχουμε και στον θρύλο του  μαρμαρωμένου καραβιού στον Άη Φώτη. Σύμφωνα με τον Όμηρο λοιπόν ο Ποσειδώνας τιμώρησε τους φιλόξενους Φαίακες πετρώνοντας το καράβι τους, γατί αγνόησαν την παντοδυναμία του και «εξ αβουλής» του  πήγαν τον πολύπαθο και περιπλανώμενο Οδυσσέα στην πατρίδα του την Ιθάκη.

« Της δε (νηός) σχεδόν ήλθ’ ενοσίχθων ος μη λάαν έθηκε και ερίζωσε…»(Οδ ν’ 163 – 164), «..θείναι λίθον εγγύθι γαίης //νηί θοή ίκελον ..» (Οδ. ν΄156 -157) ( Ο Ποσειδώνας όμως που τό’ δε το καράβι, όταν επέστρεφε, θύμωσε και την ώρα πού ’μπαινε στου λιμανιού την μπούκα, κοντά του πήγε, τό  ’ καμε βράχο και βαθιά το ρίζωσε πλάι στη στεριά, έτσι που να μοιάζει με καράβι»  Ήθελε ακόμα πιο πολλά πικρά φαρμάκια  να πιει ο Οδυσσέας, πριν φθάσει στην πατρίδα. «κακά πολλά παθόντα οίκαδ’ ελεύσεσθαι» (Οδ. ν΄131 – 132)

Ο περίπλους παραλιακά στο Τηγάνι τελειώνει εδώ. Στο γυρισμό για το αραξοβόλι μας  συναντούσαμε και το γαζολίνι «ΑΓ. ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΑΛ. 67»,  του Δρόσου  Κουρούνη, που έκανε το  τακτικό δρομολόγιο απ’ το  λιμάνι προς τα Θέρμα  (ιαματικά λουτρά) – Βλυχάδια

Οικογενειακή φωτογραφία Δρόσου Κουρούνη

Θα πρέπει όμως να γνωρίσουμε και το εσωτερικό τμήμα του  «Τηγανιού» από τη Σκάλα του Αγίου Νικολάου και Μέσα, προς τα Σφαγεία. Αυτό θα γίνει με έναν περίπατο,  βήμα  βήμα. Και εδώ τα σπίτια κτίζονται πάνω σε βραχώδη εδάφη, που ανοίγονται με φουρνέλα. Το ένα κολλημένο στο άλλο. «Ένας σούλουνας τα χώριζε» Απλά και λιτά, «πιο φτωχικάτα απ’ την κάτω σειρά». Ορθογώνια παραλληλεπίπεδα στο σχήμα, με τη βάση τους  οπωσδήποτε στέρνα, που είναι και  το ταρατσί τους.  Οι στέρνες « άδειες κι αυτές που  ηχούσαν (όταν είχε αναβροχιά)  και που τις προσκυνούσαν» (Γ. Ρίτσος) ήταν η μόνη πηγή  ύδρευσης για το άνυδρο και χωρίς κανένα δεντρουλάκι Τηγάνι.

Η ονομασία «Τηγάνι»  αναφέρεται σε έγγραφα της Δημογεροντίας Καλύμνου ήδη από  το 1881.  Φαίνεται πως την περιοχή την διεκδικούσαν  διάφοροι, οι οποίοι και προέβαιναν σε αγοραπωλησίες οικοπέδων. Έτσι η Δημογεροντία παρεμβαίνει και βάζει τάξη στις διενέξεις με το Αριθ. 30/ 17 – 6 1881 Πρακτικό της  (Βιβλίο 55, σελ. 102) « Για την αγοραπωλησία των οικοπέδων  του Αγ. Νικολάου, κατά το «Τηγάνι» και κατά τον Άγιο Ζαχαρία (στην ίδια περιοχή), μόνη αρμόδια είναι η ορισθείσα τριμελής επιτροπή (Νικ. Ολυμπίτης, πρόεδρος, Εμμ. Βουβάλης, ταμίας και Μιλτιάδης Ζερβός, γραμματέας).

«Τηγάνι» λοιπόν το όνομα της γειτονιάς αυτής. Την εξήγηση για το πώς δόθηκε αυτό το όνομα το δίνουν οι ίδιοι οι παλιοί κάτοικοι που διέμεναν εκεί: « Παλιά, αλλά και… μέχρι τελευταία,  γινόταν τακτικά μεγάλοι  καυγάδες  μεταξύ των γυναικών. Αλλά πρέπει να το ξεκαθαρίσουμε,  δε γινόταν μόνο στο Τηγάνι. Οι Καλυμνιές σ’ όλους τους μαχαλάδες και τα Μαράσια ήταν καυγαζούες. Σπαρτιάτισσες, αλαμάνες της ζωής, δεν σήκωναν προσβολές και αδικίες!  Ξεκινούσαν τον καυγά με κατηγόριες και βρισιές ακατονόμαστες. Αφού πρώτα παίνευαν τον εαυτό τους και το σόι τους,  έπειτα έβγαζαν στη φόρα. η μια της άλλης όλα τα πλυμένα και  τ’ άπλυτα.  Αιτία;  η διεκδίκηση κάποιου μικρού πλαϊνού με το σπίτι τους χώρου, (μιας σπιθαμής γης), οι αβανιές- συκοφαντίες , τα νεροσύσσα ’που τη λάτρα και  τα σκαφίτζια της πλύσης των ρούχων, αλλά και  η υπεράσπιση των παιτζιών που ητσακώνουντο μεταξύ τους κ.α. Τέλος, αφού έλεγαν τόσα και τόσα  έβγαζαν και  τα «μουζωτήανα»  (τηγάνια μουτζαλωμένα από την καπνιά) και προκαλούσαν κραδαίνοντάς τα  με βαριές κατάρες σε μάχη, η  οποία εξελίσσονταν σε   «ομηρική», με τη συμμετοχή και άλλων γειτονισσών που έβγαιναν για υπεράσπιση. Κι ακουγόταν από τη μια άκρη ως την άλλη του Τηγανιού στριγκλιές, ξυλοδαρμοί, μαλλιοτραβήγματα, ξεσκουμαλλιάσματα, ως και… νεκωλώμαα.  Γινόταν της αφανιάς!»

Τι θα λέγατε όμως να γνωρίσουμε έναν άλλο «Ομηρικό καυγά», πανομοιότυπο, όπως τον περιγράφει ο Όμηρος στην Ιλιάδα, ραψωδία Υ΄  Οι δυο ήρωες, ο Αινείας απ’ τη πλευρά των Τρώων και ο Αχιλλέας απ’ την πλευρά των Ελλήνων μπροστίθενται (στήνονται ο ένας απέναντι – μπροστά στον άλλον) έτοιμοι για μάχη. Κι αρχίζει πρώτα ο λεκτικός καυγάς. Ο καθένας κραδαίνει τα όπλα του για να φο(β)ερίσει και να  τρομάξει τον αντίπαλό του και  αφού προβάλει τη γενναιότητά του και εξιστορεί τα κατορθώματα  και το «όνομα» της γενιάς του,  εκτοξεύει βαριές κατηγορίες και προσβολές με στόχο να τον προκαλέσει σε μάχη.  Τέλος ακούγεται ο Αινείας να λέει: «  Και τώρα ποια είναι η ανάγκη να σηκώνουμε καυγάδες και μαλώματα και  να λέμε ο ένας ενάντια στον άλλον τόσες πολλές  βρισιές, που ούτε ένα καράβι με εκατό κουπιά δεν θα μπορούσε να σηκώσει το βάρος τους, « …ως τε γυναίκες, αι τε χολωσάμεναι πέρι θυμοβόροιο, νεικεύσ’ αλλήλησι μέσην ες άγυιαν ιούσαι, πολλ’ ετεά τε και ουκί· χόλος δε τε και τα κελεύει..»,  σαν γυναίκες που θύμωσαν ύστερα από κάποιο φοβερό μάλωμα και έρχονται στη μέση του δρόμου και βρίζουν η μια την άλλη λέγοντας αλήθειες και ψευτιές πολλές, γιατί ο θυμός τις σπρώχει…(Ιλιάδα Υ 245-255)

Πιστεύω πως με τα παραπάνω τεκμηριώθηκαν τα ομηρικά πολιτισμικά στοιχεία που κρύβει αυτή η παραδοσιακή γειτονιά, το  «Τηγάνι» του Αγ. Νικολάου. Προχωρώντας, συντροφιά με τον παππούλη μας τον Όμηρο, φτάνουμε στο τέλος του δρόμου όπου στρίβει προς το παλιό πάνω Τηγάνι  και τραβά προς τις γειτονιές του Αγ. Βασιλείου και τα Μαράσια πάνω από τις Άσπες της Παναγιάς του Γλυκιού. Και κει στο ύψωμα της στροφής στέκει το μοναστήρι του Σταυρού. Θαμμένο στον ασβέστη, με τα παράκελά του, τα κάτασπρα σκαλοπάτια του, τις ασβεστωμένες πεζούλες με τους φουντωτούς βασιλικούς, με τις φραγκοσυκιές πλάι στις ξερολιθιές, με το σήμαντρό του να χτυπά, πάντα χαρούμενα στο κατευόδιο και στον ερχομό των σφουγγαράδων,  μοιάζει άσπρη  κάτασπρη περιστέρα  με τους γαλάζιους  παραστάτες, στο χρώμα της ελληνικής σημαίας, και τον μεγάλο Σταυρό, Φάρο και σύμβολο της Ορθοδοξίας  στο  Ελληνικό Αιγαίο, Όλα  φροντισμένα θυμίζουν  την παρουσία της αείμνηστης  Χαριστίνης Βάλλα, αδελφής της μάνας του καπ – Γιάννη Τσουλφά και της μάνας των Ντρήδων (Κουμιανών). Ήταν αυτή που το έχτισε και υπηρετώντας το  αφιέρωσε γι  αυτό όλη της τη ζωή,  καθιερώνοντάς το ευλαβικό προσκύνημα όλων των Καλύμνιων.

Σ ‘ αυτόν τον ξεχωριστό τόπο, στερνή πεθυμιά  το ‘χε  να αναπαυθεί για πάντα  ο Δρ. Σκεύος Ζερβός (1875 – 1966), το Μεγάλο τέκνο της Καλύμνου,  ο Μεγάλος αγωνιστής της απελευθέρωσης της και Ενσωμάτωσης της Δωδεκανήσου με την μητέρα Ελλάδα, Σήμερα απ’ τον τάφο του ατενίζει, υψιπέτης αετός  την λεύτερη  πια αγαπημένη πατρίδα του «την Κάλυμνο την παινεμένη, την Κάλυμνο την ξακουστή, που στην καρδιά μας μένει πάντα ζωγραφιστή.» Από το Σταυρό ψηλά αγναντεύει,  την σφουγγαράδικη πολιτεία  του νησιού, πέρα  κι ως πάνω τα κάστρα και τα τραχιά βουνά της, Καλημερίζει τον Ανατολίτη ήλιο, που του φέρνει χαιρετισμούς απ’ τ’ απέναντι «αμμουδιές του Ομήρου» και κείνος πάλι   χαιρετά τους αγαπημένους του λεβέντες θαλασσινούς που μπαινοβγαίνουν με τα πλεούμενά τους στου λιμανιού τη μπούκα και σίγουρα αγγέλλεται η ψυχή του.

Κάλυμνος, Αύγουστος   2017

Γιάννης  Αντ. Χειλάς, Δάσκαλος, Υπεύθυνος Ναυτικού Μουσείου Καλύμνου