Τ’αρχοντικά μαράσια που θυμίζουν εγκατάλειψη!-Γράφει ο Πάνος Βούρος

1798

Ώρες-ώρες, παρατηρώ και θαμπώνομαι, όταν και όποτε βρεθώ σ’ενορίες και χωριά με τα γραφικά τους στενά που δεν έτυχε να γνωρίσω και να εξερευνήσω, από την πλούσια ιστορία μας και την μαγεία του να μεγαλώνεις και να θυμάσαι τα υπέροχα παιδικά σου χρόνια στα μαράσια της παράδοσης και της αλληλεγγύης. Πιστέψτε με, και όσοι μεγάλωσαν εκεί ξέρουν πολύ καλύτερα από μένα που μιλώ «απ’την απ’έξω», λίγα λεπτά ποδαρόδρομος είν αρκετός για να ταξιδέψεις ακόμη και αν είσαι ηλικιακά μικρός- στον χρόνο και την Κάλυμνο της αξιοπρέπειας.

Συνήθως όταν συζητώ με τους μεγαλύτερους και τους παππούδες που έγραψαν την δική τους ιστορία στα καλντερίμια της ζωής, καταλαβαίνω όχι μόνο πόσα έχω να μάθω αλλά πόσα ΠΡΕΠΕΙ να μάθω για το νησί μου και τις εποχές που άνθιζε η γεναιοδωρία κι η πολυχρωμία των αντιλήψεων: δηλαδή το πόσο όμορφα κι αγνά και καθόλου καχύποπτα δεν ήταν τα χρόνια αυτά, που οι γειτονικές αλάνες πλημμύριζαν ειλικρίνεια και χαμόγελα κι οικογενειακές στιγμές, που είχες λίγα κι όμως είχες πολλά, που ήσουν φίλος κι αδερφός με τους συνανθρώπους που αντάλλαζες την καλημέρα ως σύμβολο αγάπης κι άρρηκτων κοινωνικών δεσμών.

Τελιώνει η παράδοση κι η ιστορία κι ο πολιτισμός; Όχι φυσικά, μπορεί μεν οι συνθήκες και τα δεδομένα ν’αλλοιώνονται με τον εκσυγχρονισμό και τη «μοντερνοποίηση» των προτύπων αλλά δεν εξαλείφονται ποτέ. Το ξεχωριστό, βλέπετε, DNA κι οι αναμνήσεις κι οι συμπεριφορές που άφησαν όνομα κι αξιοπιστία στα παραδεισένια μας σοκάκια, δεν πεθαίνουν με τον χρόνο παρά μόνο κι όταν το θελήσουμε εμείς. Αν δηλαδή κλείσουμε την πόρτα της ιστορίας και των ονείρων που κάναμε παιδιά στις φτωχειές μας γειτονιές- τις φτωχειές μα γεμάτες σοφία κι εμπειρία γειτονιές.

Παρατηρώ λοιπόν όταν βρεθώ σε «ξένους» κόσμους για μένα και κατόπιν συγκίνησης που με διακατέχει, κατόπιν αναπόλησης των ιστορικών μαγαζιών που κάποτε φιγουράριζαν τις εξελίξεις του τόπου, πως θυμίζουν συνειδητή εγκατάλειψη κι είναι πράγματι λυπηρό. Παρατηρώ μια προκλητική αδιαφορία από πλευράς Δήμου και πολιτικών θεσμών που δεν σηκώνουν δικαιολογίες παρά μόνο έντονο προβληματισμό και πολλά ερωτηματικά. Ανεξέλεγκτοι σκουπιδότοποι, ανεξέλεγκτα οδικά προβλήματα και δεκάδες ελλείψεις φωταγώγησης και παρεμβάσεων καλλωπισμού συνθέτουν το παζλ της υπάρχουσας (και πλέον αδιάψευστης) περιθωριοποίησης. Τωρινό πρόβλημα; Είπα κάτι καινούργιο; Φυσικά και όχι. Και αναρωτιέμαι, οι δημοτικοί σύμβουλοι και μελλοντικοί υποψήφιοι που περνούν μια φορά στα τέσσερα χρόνια ως περαστικοί για την ψήφο, δεν ντρέπονται; Μόνο αυτό.

Παρατηρώ επίσης πολλά σπίτια να είναι κλειστά. Σπίτια που κάποτε θύμιζαν ανοιχτές γιορτές από τις χαρούμενες φωνές, να ‘ναι σήμερα «μπαρωμένα» κι αφημένα στο έλεος της μοναξιάς. Και δυστυχώς πρόκειται για συμπολίτες μας που βρήκαν τον δρόμο και το «ψωμί» της παρηγοριάς σε άλλες χώρες κι άλλες λογικές. Άνθρωποι που έχτισαν κι ακολούθησαν μετά το μεγάλο ρεύμα της μετανάστευσης που ήταν- και σήμερα γίνεται όλο και πιο αναγκαίο. Και για πρώτη φορά, επειδή δεν μ’αρέσει όπως έχω ξαναπεί να λαϊκίζω, στα τριάντα μου, θεωρώ πως ναι, αν πρόκειται για το καλό της επαγγελματικής σταδιοδρομίας και της οικογένειας να το πράττουμε χωρίς κανέναν ηθικό ενδοιασμό. Όλοι κάποτε θα γυρίσουμε, μα για την ώρα αυτή την πραγματικότητα δεν την αλλάζει ούτε η κρίση των μνημονίων, ούτε κι η κρίση της Καλύμνικης νοοτροπίας που μεγάλο μερίδιο ευθύνης έχουν όσοι βρέθηκαν στα ηνία της διοίκησης διαχρονικά.

Κλείνοντας, να ευχηθώ ευλογημένες και χαρούμενες γιορτές στους απανταχού Καλυμνίους και καλά Χριστούγεννα σε όλους. Με υγεία, πρόοδο και κάποια στιγμή.. μεγαλύτερη προσοχή στις μικρές μας ενορίες που αν σβήσουν, θα σβήσουν και το νησί μας από τον χάρτη του πολιτισμού.