Οι Γονείς –Οι Πρώτοι Παιδαγωγοί- Γράφει η Ευδοκία Μπιλλήρη*

880

*Γράφει η Ευδοκία Μπιλλήρη

Εκπαιδευτικός- Διευθύντρια 1ου ΔΣ Πόλεως Καλύμνου.

Η ΜΗΤΕΡΑ ΩΣ  ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ

Ο Ρουσσώ στον Αιμίλιο σημειώνει αυτά σχετικά με τη συμβολή της μητέρας στο έργο της Αγωγής: «Η  πρώτη αγωγή είναι η σπουδαιότερη και η πρώτη τάση ανήκει αδιαφιλονίκητα στις γυναίκες: αν ο δημιουργός ήθελε ν’ ανήκει η αγωγή στους άνδρες, σ’ αυτούς θα ’δινε το γάλα για την πρώτη τροφή των παιδιών. Μιλάτε, λοιπόν, κατά προτίμηση προς τις γυναίκες στα παιδαγωγικά σας εγχειρίδια, γιατί εκτός που αυτές μπορούνε να βρίσκονται πλησιέστερα παρά οι άνδρες, ν’ αγρυπνούνε πάνω στα παιδιά και η επίδρασή τους πάντοτε να είναι μεγαλύτερη, η επιτυχία τις ενδιαφέρει επίσης περισσότερο αφού οι πιο πολλές γυναίκες βρίσκονται στη διάκριση σχεδόν των παιδιών τους και τότε αυτά κάνουν σ’ αυτές να αισθάνονται ζωηρά, προς το αγαθό ή προς το κακό, το αποτέλεσμα – του τρόπου που τ’ ανάθρεψαν. Οι νόμοι ασχολούμενοι περισσότερο με τα αγαθά παρά με τα πρόσωπα, γιατί αποβλέπουν προς την ειρήνη και όχι προς την αρετή, δεν δίνουν αρκετή εξουσία προς τις μητέρες. Μολαταύτα, οι θέση τους είναι ασφαλέστερη από τη θέση των πατέρων, τα καθήκοντά τους μάλλον επίπονα, οι φροντίδες τους συντελεστικότερες για την οικογενειακή τάξη και γενικά έχουν περισσότερη προσήλωση στα τέκνα τους. Υπάρχουν περιστάσεις που το αν δεν σέβεται τον πατέρα του μπορεί να συγχωρείται, μα αν σε οποιαδήποτε περίπτωση το παιδί είναι αρκετά διεστραμμένο και σε βαθμό που να μη σέβεται τη μητέρα του, εκείνη που το έτρεφε με το γάλα της και για ολόκληρα χρόνια λησμόνησε τον εαυτό της, ασχολούμενη με αυτό, έπρεπε ο καθένας να τρέξει και να πνίξει την άθλια τούτη ύπαρξη σαν τέρας ανάξιο πια να ζει»

Η ΜΗΤΕΡΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΗΣ ΣΤΗΝ ΑΓΩΓΗ

Στις σχέσεις της οικογένειας με το παιδί την πρώτη θέση κατέχει η μητέρα, της οποίας ο ρόλος είναι ρόλος πρωταγωνιστού. Υπάρχει άραγε καλύτερο εφόδιο για τη ζωή από μια ελεύθερη σχέση μεταξύ μητέρας και παιδιού; Και υπάρχει εμπόδιο περισσότερο ανασταλτικό από τη σχέση αυτή όταν είναι ανελεύθερη;

Γεννιέται το ερώτημα: «Ποιες είναι εκείνες οι γυναίκες οι ικανές να δώσουν άξια παιδιά που τόσο απαιτεί και χρειάζεται η εποχή μας; Σ’ αυτό το σημείο θα τονιστούν ορισμένα γνωρίσματα της άξιας μητέρας που φαίνονται απλά και κατανοητά, αλλά που χωρίς αυτά αποτυγχάνει κάθε καλή διάθεση και προσπάθεια. Η μητέρα πρέπει να είναι: α) ΑΛΗΘΗΣ. Αυτό όμως δε σημαίνει πως κάθε μητέρα αρκεί να έχει τη στοιχειώδη ευθύτητα. Είναι αληθινό ότι η πρόθεση είναι συνήθως καλή και η μητέρα λέει ψέματα προς το παιδί από λόγους σκοπιμότητας και προς το συμφέρον του. Όμως μια τέτοια στάση, ανειλικρινής και συμβατική, θα την παρουσιάσει αδύναμη στα μάτια του παιδιού της. Η αγωγή δεν ανέχεται την ανειλικρίνεια και τα κατά συνθήκη πράγματα με υπεκφυγές. Εάν π.χ βρέχει σήμερα και δεν μπορεί να γίνει ο περίπατος που η μητέρα είχε υποσχεθεί στο παιδί της, θα είναι προτιμότερο να του εξηγήσει πως αν βγει έξω θ’ αρρωστήσει παρά να του πει: «Περίμενε θα ’ρθει ο μπαμπάς σου και θα βγούμε». Αν πρέπει να δώσει ένα φάρμακο στο παιδί θα είναι προτιμότερο να το προειδοποιήσει παρά να το εξαπατήσει. Το παιδί που έχει προειδοποιηθεί πιστεύει ότι το αντιμετωπίζουν σαν μεγάλο και μπορεί να υποφέρει πολύ περισσότερα απ’ όσα φανταζόμαστε.

Γεννιούνται ορισμένα ερωτήματα: «Να είναι η μητέρα απότομη προς τα παιδιά της όταν θα πρέπει να τους αρνηθεί κάτι ή να είναι αληθινή και η αγάπη της θα βρει τον τρόπο να πει το όχι στο παιδί;». Σ’ όλα αυτά τα ερωτήματα που δημιουργούνται θα πρέπει να δοθεί απάντηση. Έχουμε ανάγκη από ισχυρές προσωπικότητες που θα προτιμούν την αλήθεια, έστω και αν αυτή τους είναι δύσκολη.

Β) ΣΤΟΡΓΙΚΗ: Χωρίς στοργή και αγάπη, αγωγή δεν μπορεί να νοηθεί. Η δυνατή, υγιής, αληθινή αγάπη θα ’χει πάντοτε επιτυχία. Αντίθετα, η εγωιστική αγάπη και η υπερβολική τρυφερότητα θα δώσουν τους αδύνατους, εγωιστές με τα πολλά προβλήματα και τις περιορισμένες δυνατότητες. Δεν πρέπει να αντικαθίσταται η πραγματική μητρική αγάπη στην οποία έχει φυσικά δικαίωμα κάθε παιδί . Το παιδί αισθάνεται ότι το αγαπούν, ότι το επιθυμούν, ότι είναι ασφαλές. Η στέρησή της συχνά δημιουργεί συχνά στο παιδί την εντύπωση ότι κάτι περίεργο του συμβαίνει και διαρκώς θα αναζητεί κάποια επιβεβαίωση. Συχνά, αναπτύσσονται αισθήματα ενοχής και άλλα νευρωτικά χαρακτηριστικά. Η Rowley Agatha αναφέρει το παράδειγμα ενός μικρού κοριτσιού επτά ετών το οποίο έχει ανάγκη ιδιαίτερης προσοχής γιατί η οικογενειακή ζωή του είχε προσφέρει ανεπαρκή στοργή και ασφάλεια. Όταν έγινε ενός έτους, το ανέλαβε μια θεία, διότι η μητέρα του έπρεπε να εργάζεται. Ένα χρόνο αργότερα, η θεία απέκτησε δίδυμα και η μικρή υποχρεώθηκε να αλλάζει τη μια θετή μητέρα μετά την άλλη. Τελικά, επέστρεψε στη μητέρα της, η οποία παντρεύτηκε ένα νέο και απέκτησε άλλο ένα παιδί. Έπειτα από αυτά, δεν είναι περίεργο που καταλάβαινε ότι δεν την αγαπούν και ότι δεν είναι ασφαλής. Είχε ανάγκη από μεγάλη ψυχολογική βοήθεια για να προσαρμοστεί καλά στο σπίτι και στο σχολείο.

Γ) ΧΑΜΟΓΕΛΑΣΤΗ ΚΑΙ ΞΕΚΟΥΡΑΣΤΗ: Εννοούμε τη μητέρα που έχει την ικανότητα και τη δύναμη να καταπολεμά την κούραση και τη νευρικότητα και να χαμογελά ειλικρινά, μέσα από την καρδιά της. Είναι μέρες κατά τις οποίες η μητέρα κουρασμένη, απογοητευμένη, αισθάνεται τα δάκρυα έτοιμα να κυλήσουν από τα μάτια της. Η μητέρα δεν υπάρχει μόνο για να φροντίζει την καθαριότητα, το φαγητό. Η μητέρα έχει τη διάθεση να δημιουργήσει κάτι καλό με τα μικρά της, να δημιουργήσει άτομα για τα οποία θα είναι περήφανη. Όμως αυτό είναι πολύ δύσκολο να επιτύχει η μητέρα της σημερινής εποχής. Να γιατί πολλά παιδιά καταδιώκονται από την εικόνα μιας συνεχώς εκνευρισμένης μητέρας.

Δ) ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ: Ακόμη, η μητέρα πρέπει να είναι ενεργητική με την έννοια ότι η δραστηριότητά της δεν εξαντλείται μόνο στα πλαίσια της οικογενειακής ζωής, αλλά θα επεκτείνεται και στα πλαίσια της κοινωνικής ζωής.

Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ

Κάθε πρόσωπο που παίρνει μέρος στην ανατροφή του παιδιού ασκεί ειδική επίδραση πάνω του. Το σημαντικότερο πρόσωπο στη ζωή του παιδιού είναι η μητέρα. Αυτή είναι που από την πρώτη στιγμή της γέννησής του ασχολείται πιο άμεσα μ’ αυτό. Ακόμη και κατά τις πρώτες στιγμές της νηπιακής ηλικίας του, το παιδί ανταποκρίνεται στη συμπεριφορά της. Γιατί το παιδί, αγόρι ή κορίτσι είναι στενά συνδεδεμένο με τη μητέρα του, εκτός κι αν αποτύχει στην αποστολή της. Ακόμη κι οι εξωτερικές υποχρεώσεις της που την που την εμποδίζουν να διαθέτει πολύ χρόνο για το παιδί της δεν την στερούν αναγκαστικά από την τιμητική της θέση στη ζωή του παιδιού της. Το μόνο που χρειάζεται να κάνει είναι να του αποδείξει ότι είναι η πρώτη και η πιο μόνιμη σύντροφός του, ότι είναι απόλυτα άξια εμπιστοσύνης σ’ όλες τις σχέσεις της μαζί του. Το παιδί συγχωρεί τα πάντα στη μητέρα του εκτός από την έλλειψη αξιοπιστίας. Η κατανόηση, η συμπόνια και η στοργή της θα της προσφέρουν συνεχή ανανέωση της στοργής του. Όλα τα’ άλλα χαρακτηριστικά της μητέρας, ανησυχία, φροντίδα, επιείκεια ή επαγρύπνηση είναι μάλλον περιττά και μάλιστα επιβλαβή. Πρέπει να περιορίσει τις φροντίδες της και να μην απασχολείται τόσο πολύ με το παιδί, ιδίως όσο μεγαλώνει. Η θερμότητα που εκείνο χρειάζεται και που περιμένει φυσιολογικά από εκείνη, μπορεί να εκφραστεί με ελάχιστες λέξεις ή πράξεις. Γι’ αυτό, καμιά από τις πράξεις της δεν πρέπει να στερείται από τη θερμότητα αυτή. Τότε θα είναι πρόθυμο να κατευθύνεται από τη μητέρα του.

 Η ΜΗΤΕΡΑ – ΔΑΣΚΑΛΟΣ

Η ανάπτυξη του παιδιού και η σωστή διαπαιδαγώγησή του είναι αποτελέσματα μιας μαθητείας.

Ανατρέφω ένα παιδί θα πει στην πράξη το μορφώνω. Το παιδί πρέπει να μάθει πώς να συμπεριφέρεται, για να γίνει ένα κοινωνικό ον. Συνήθως η μητέρα είναι ο πρώτος δάσκαλος του παιδιού. Του μαθαίνει να πίνει νερό από το ποτήρι, να τρώει με το κουτάλι και να ντύνεται μόνο του. Το βοηθά ν’ αποκτήσει την απαραίτητη επιδεξιότητα και να μαθαίνει να συμπεριφέρεται με παραδεχτό τρόπο. Πώς γίνεται αυτή η μάθηση; Συνήθως το διδάσκει δείχνοντάς του με διάφορους τρόπους τι περιμένει από αυτό. Χρησιμοποιεί το λόγο, την επίδειξη, του συμπαραστέκεται με τη σωματική της δύναμη. Για να πετύχει καλό αποτέλεσμα στο έργο της, θα πρέπει να προσαρμόζει τις προσδοκίες της σ’ αυτά που μπορεί να μάθει το παιδί. Δεν θα χρησιμοποιήσει περίπλοκες φράσεις για να εξηγήσει κάτι στο παιδί, που μόλις αρχίζει να καταλαβαίνει τη γλώσσα. Απαιτείται η συνεχής επίβλεψη της μητέρας, γιατί αλλιώς δεν θα μπορέσει να τα βάλει πέρα μόνο του.

Επίσης, θα πρέπει η μητέρα να γνωρίζει τις δυνατότητες των παιδιών στα διάφορα στάδια της ανάπτυξης για να ξέρει τι μπορεί να περιμένει από το παιδί. Η μητέρα συγκεντρώνει τις πληροφορίες που χρειάζονται σχετικά με την ανάπτυξη του παιδιού της και τους ρυθμούς της μάθησης, κατανοώντας τη συμπεριφορά του, όπως διαγράφεται στις αμέτρητες ανταλλαγές της με το παιδί από τη στιγμή που θα το γεννήσει. Μαθαίνει έτσι για πόση ώρα μπορεί να συγκεντρωθεί αυτό στο ίδιο έργο, τι βοήθεια χρειάζεται για να κάνει αυτό που του ζητά, πόσο μπορεί να ελέγχει τον εαυτό του. Η μητέρα μαθαίνει έτσι από το παιδί οτιδήποτε πρέπει αν γνωρίζει για να το βοηθήσει στη συνέχεια να μάθει απ’ αυτή. Πολλές φορές μπορεί να αποτύχει στην προσπάθεια της αυτή για δύο κυρίως λόγους: πρώτα απ’ όλα, αν η μητέρα δειχτεί ανίκανη να καταλάβει τη συμπεριφορά του παιδιού της. Κατόπιν, αν το παιδί αποδειχτεί ανίκανο ή απρόθυμο ν’ ανταποκρίνεται στις προσδοκίες της μητέρας του. Όταν το παιδί ανταποκρίνεται αμέσως στις παρατηρήσεις και στις υποδείξεις της, για τους σωστούς τύπους συμπεριφοράς, η μητέρα δεν συνειδητοποιεί πάντα πόση μελέτη κρύβει πίσω της μια τέτοια ανταπόκριση. Έτσι, όταν το παιδί δεν δείχνεται συνεργάσιμο στο βαθμό που θα ’θελε η μητέρα, εκείνη δεν βλέπει σ’ αυτό κάποιο πρόβλημα μάθησης, αλλά έλλειψη προσαρμοστικότητας στο ψυχολογικό επίπεδο. Αν πάλι τη βλέπει σαν σημάδι του κακού χαρακτήρα του θα καταφύγει σε μια σειρά μέτρων που συνηθίζουμε αν τη λέμε «πειθαρχία». Έτσι, ακούς συχνά τις μητέρες να λένε: «Πρέπει να κάνει ό,τι του ζητούν» ή «πρέπει να του μάθω τι είναι καλό και τι κακό». Εκείνο που συνάγεται απ’ όλα αυτά είναι ότι μια τέτοια συμπεριφορά χρειάζεται επίπληξη. Αν πιστεύουμε πραγματικά ότι αυτά που συμβαίνουν είναι η διαδικασία της μάθησης, πώς μπορούμε να σκεπτόμαστε ότι μόνο με την τιμωρία μαθαίνονται ορισμένα πράγματα; Το ότι η φαινομενικά αντικοινωνική συμπεριφορά του παιδιού χαρακτηρίζει το αναπτυξιακό επίπεδο δε σημαίνει πάντα ότι η συμπεριφορά γίνεται αποδεκτή. Σημαίνει μόνο, ότι πρέπει η μητέρα ν’ αφιερώνει περισσότερο χρόνο , να καταβάλει περισσότερες προσπάθειες  για να διδάξει στο παιδί πώς πρέπει να πλησιάζει τα άλλα παιδιά ή να ζητά τα παιχνίδια με τα οποία θα ’θελε να παίξει.

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΗΤΕΡΑΣ – ΠΑΙΔΙΟΥ

Η καθοδήγηση του παιδιού δεν εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από τη μητέρα που επιθυμεί να το οδηγήσει στο δρόμο της ανεξαρτησίας. Είναι μια διαδικασία που αναλαμβάνουν από κοινού μητέρα και παιδί. Ανάμεσά τους αρχίζει ένας διάλογος από κινήσεις και στάσεις που αργότερα γίνεται προφορικός. Στη διαδρομή, αντί να επιβάλλεται ο ένας στον άλλον, μάννα και παιδί, συνεργάζονται. Η μητέρα αισθάνεται την ανάγκη να σταθεί στο πλευρό του καθώς μεγαλώνει. πολλές φορές οι μητέρες επηρεάζονται πολύ εύκολα από τις αρνητικές αντιδράσεις των παιδιών τους. Συχνά αποδίδουν την αδυναμία τους να φτάσουν στο στόχο τους στο φόβο μήπως τα σχέδιά τους στεναχωρήσουν το παιδί. Η δουλειά της μητέρας δεν είναι να στρώσει το δρόμο με ροδοπέταλα, παρά να το βοηθήσει να τον διαβεί ανάμεσα από τ’αγκάθια. Αν κάθε φορά που ένα αγκάθι τρυπά  το παιδί, θα νιώσει υπεύθυνη γι’ αυτό και θα της είναι αδύνατο να το αφήσει αν κάνει το παραμικρό βήμα.     

Η μητέρα πρέπει να εμπιστεύεται την ικανότητα τη δική της και του παιδιού να αντέχουν τις περαστικές απογοητεύσεις. Τόσο για τη μητέρα όσο και για το παιδί, η ολοκλήρωση ενός ακόμη βήματος έχει την ανταμοιβή της. Και οι δυο τους κερδίζουν περισσότερη ελευθερία. απελευθερώνεται η μητέρα από το καθήκον να παρακολουθεί το παιδί στο κάθε του βήμα. Για το παιδί απελευθέρωση είναι να μη χρειάζεται πια τη μητέρα του για να κάνει κάτι. Την απόλυτη εξάρτηση τη συναντάμε στην παιδική ηλικία. Απόλυτη ανεξαρτησία δεν υπάρχει πουθενά. Η απόλυτη εξάρτηση της παιδικής ηλικίας δεν γίνεται αποδεκτή  παρά μόνο στην πρώτη φάση της ζωής του. Η σχέση μητέρας – παιδιού δεν είναι η αλληλοεξαρτώμενη σχέση των ενηλίκων.

 Στην πρώτη φάση η εξάρτηση του παιδιού απαιτεί πάρα πολλά από τη μητέρα και την υποβάλλει σε έντονη σωματική και ψυχική κούραση. Κάθε στάδιο ανάπτυξης παρουσιάζει για το παιδί κάποιο πρόβλημα εκμάθησης. «Να τρως, να πλένεσαι, να ντύνεσαι, είναι όλα αυτά δεξιότητες που πρέπει να κερδιθούν. Και όπως συμβαίνει σε κάθε εκμάθηση, έτσι κι εδώ θα υπάρξουν επιτυχίες και αποτυχίες. Ν οδηγήσεις ένα παιδί στην αυτονομία δεν σημαίνει μόνο να μάθει να πίνει και να ντύνεται μόνο του. Η διαπαιδαγώγησή του έχει έναν πλατύτερο στόχο. Να στηρίζει τις προσπάθειές του, να λειτουργήσει αυτόνομα, καθώς και την ικανότητά του να σκέφτεται ανεξάρτητα, να λύνει τα προβλήματα, όλα εκείνα δηλαδή τα στοιχεία που συνθέτουν τη μονοδικότητα του ατόμου. Κάθε μητέρα πρέπει να ψάξει να βρει το σημείο ισορροπίας ανάμεσα σ’ εκείνη και στο παιδί της. Αυτό είναι αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς καθώς και ικανότητας να ανέχεται την αβεβαιότητα.

 Η ΙΔΑΝΙΚΗ ΜΗΤΕΡΑ

Πώς πρέπει να είναι η ιδανική μητέρα; Η ιδανική μητέρα είναι ώριμη και ισορροπημένη γυναίκα. Είναι ευτυχισμένη για το παιδί που περιμένει αλλά δεν πετά μ’ αυτή τη σκέψη στον «έβδομο ουρανό». Γνωρίζει ότι το παιδί θα την κουράσει και θα τη στερήσει από πολλές απολαύσεις αλλά είναι αποφασισμένη να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις της. Το παιδί δεν αποτελεί ολόκληρο το είναι της. Πώς θα ήταν δυνατό να συμβεί κάτι τέτοιο; «Έχει και σύζυγο τον οποίο αγαπά και με τον οποίο ζει αρμονικά μαζί του». Η ιδανική μητέρα δεν πάσχει ούτε από έλλειψη ρομαντισμού ούτε από έλλειψη συναισθημάτων. Κατά τους πρώτους μήνες μετά τον τοκετό έζησε σε μια κατάσταση εκστάσεως, όπως άλλωστε συμβαίνει στις περισσότερες μητέρες.

Ο Άγγλος ψυχαναλυτής Winnicot αποκαλεί αυτή την κατάσταση «Ιδιοπαθή μητρότητα». Όσο η μητέρα βρίσκεται σε αυτή την ονειρώδη κατάσταση της αυταπαρνήσεως δίνεται ολοκληρωτικά στο παιδί της. Δεν υπάρχει γι’ αυτήν τίποτα πιο σοβαρό από τον κόσμο εκτός απ’  αυτό. Σε λίγο όμως το όνειρο τελειώνει και εκείνη επιστρέφει στην πραγματικότητα. Το παιδί θα γίνει τότε ένα μέρος από τη ζωή της, αλλά όχι ολόκληρη η ζωή της. Το παιδί μιας τέτοιας μητέρας αισθάνεται να το περιβάλλει η αγάπη, αλλά όχι να το πνίγει.

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΥΜΜΕΤΕΧΕΙ ΣΤΗ ΔΙΑΠΑΙΔΑΓΩΓΗΣΗ

Ο πατέρας που θυμάται ότι στα παιδικά του χρόνια ο δικός του πατέρας του είχε φερθεί πολύ αυστηρά, μπορεί να πει: «Δεν θέλω να νιώσει και το παιδί μου για μένα τα ίδια συναισθήματα απόκρουσης που ένιωθα κι εγώ για τον δικό μου». Κι έτσι φτάνει στην άλλη άκρη: Για ν’ αποφύγει μια οποιαδήποτε δυσάρεστη σύγκρουση με το παιδί του, αφήνει όλα τα ζητήματα εκπαίδευσης στη μητέρα. Αν το παιδί κάνει κάτι που τον νευριάζει, ο πατέρας προσπαθεί να κρύψει τα συναισθήματά του και δεν λέει τίποτα. Και το ακόμη χειρότερο: προσπαθεί να φανεί ευχάριστος. Το παιδί ξέρει πότε έχει δυσαρεστήσει τους γονείς του και πότε έσπασε τον κανόνα και περιμένει να το διορθώσουν. Αν οι γονείς προσπαθούν να κρύψουν από το παιδί τους τα αισθήματα αποδοκιμασίας και εκνευρισμού, το μόνο που θα καταφέρουν είναι να το φέρουν σε ακόμη πιο δύσκολη θέση. Το παιδί νιώθει πως όλος ο καταπιεζόμενος θυμός έχει σωριαστεί πάνω του, πράγμα που δεν βρίσκεται μακριά από την αλήθεια, και στεναχωριέται με τη σκέψη τι θα συμβεί αν κάποτε ξεσπάσει.

Κλινικές παρατηρήσεις για τη συμπεριφορά του παιδιού έδειξαν καθαρά ότι το παιδί του οποίου ο πατέρας δεν συμμετέχει στην εκπαίδευσή του, είναι σε θέση να τον φοβάται περισσότερο από το παιδί που έχει πατέρα ο οποίος δεν διστάζει να φανεί αυστηρός και να εκδηλώνει το θυμό του όταν είναι δικαιολογημένος. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, το παιδί που παίζει με την καλή συμπεριφορά μαθαίνει ότι αυτό το δυσάρεστο πράγμα δεν είναι μοιραίο και έτσι ξεκαθαρίζεται και η ατμόσφαιρα. Έτσι, το παιδί χρειάζεται έναν πατέρα που κάποτε να θυμώνει, μα πάντα να είναι πατέρας.

Πολλοί πατέρες αγαπούν τα παιδιά τους, πολλοί πάλι τα μισούν, οι περισσότεροι όμως τα αγαπούν και τα μισούν συγχρόνως. Άλλοι δείχνουν την αγάπη τους και καταπνίγουν το μίσος με μορφή ζηλοτυπίας, αυστηρότητας και έντονης διαπαιδαγώγησης. Οι πατέρες αυτοί λένε συνήθως: «Ακριβώς επειδή αγαπώ το παιδί μου, του φέρομαι και σκληρά. Αυτή είναι πολύ φτηνή δικαιολογία, και το χειρότερο είναι ότι αυταπατώνται με τέτοιου είδους επιχειρήματα εκείνοι που τα προβάλλουν. Τα μίσος και η αποστροφή των πατέρων για τα παιδιά τους είναι προβλήματα εναντίον των οποίων η ανθρωπότητα μάχεται επί αιώνες. Γιατί συμβαίνει λοιπόν αυτό και πού βρίσκονται οι ρίζες του κακού; Ο αμερικανός κοινωνιολόγος Lemasters ρώτησε σαράντα έξι ζευγάρια για τη στάση τους απέναντι στο πρώτο παιδί τους. Όλα αυτά τα αντρόγυνα ζούσαν αρμονικά, είχαν παντρευτεί από έρωτα και περίμεναν με ευτυχία το πρώτο παιδί τους. Παρ’ όλα αυτά, τα τριάντα οχτώ από τα σαράντα έξι αντρόγυνα απάντησαν ότι πέρασαν σοβαρή ψυχική κρίση έως ότου συνηθίσουν την ύπαρξη του παιδιού στο σπίτι.

Για τις μητέρες είναι συνήθως ευκολότερο να προσαρμοστούν στο νέο τους ρόλο. Εννιά ολόκληρους μήνες είχαν τον καιρό να προετοιμάσουν τον εαυτό τους. Ο πατέρας βρίσκεται σ’ όλο αυτό το διάστημα, λιγότερο ή περισσότερο στο περιθώριο. Λίγα μόνο λεπτά ήταν αρκετά για τη σύλληψη και από κει και πέρα δεν συμμετέχει πλέον καθόλου στην πρώτη ανάπτυξη και τη δημιουργία του παιδιού του. Ένα ωραίο πρωινό η σύζυγος μεταφέρεται στην κλινική. Ο πατέρας δεν ζει τίποτε από τη φασαρία του τοκετού. Εκείνος είναι εκτός μάχης. Πολλοί πρωτόγονοι λαοί ακολουθούν ένα έθιμο, το οποίο εξαναγκάζει τον πατέρα να συμμετέχει στη διαδικασία του τοκετού. Στους αναπτυγμένους λαούς, το έθιμο αυτό φαίνεται εξωφρενικό: Οι κανόνες της φυλής επιβάλλουν στον πατέρα να βρίσκεται στο κρεβάτι του τοκετού και μετά από αυτόν, όπως ακριβώς η σύζυγος. Εκτός αυτού, υποβάλλεται σε αυστηρή δίαιτα, η οποία τον εξαντλεί τελείως και είναι υποχρεωμένος να μιμείται τα συμπτώματα των πόνων της συζύγου, να φωνάζει και να χτυπιέται… Ύστερα από πολλές ημέρες έχει το δικαίωμα να σηκωθεί από το «κρεβάτι του τοκετού», όπως και η σύζυγος και να επιστρέψει και αυτός στα καθήκοντά του. Πού αποσκοπούν αυτές οι συνήθειες των πρωτόγονων λαών; Οι σκοποί είναι δύο: Η εξουθένωση του άντρα με τη δίαιτα, τον εμποδίζει από το να δολοφονήσει το νεογέννητο βρέφος. Εκτός αυτού, όμως, το «κρεβάτι του τοκετού» εξαναγκάζει τον πατέρα να κατανοήσει καλύτερα το ρόλο του σαν πατέρα και να αποδείξει ότι έχει συναίσθηση της πατρότητας.

Σε μας δεν υπάρχει βέβαια το έθιμο της πατρικής «κλίνης του τοκετού» και αντί αυτού αναγνωρίζονται ορισμένα δικαιώματα. Του επιτρέπεται ή μάλλον του επιβάλλεται σχεδόν να εκδηλώνει τη νευρικότητά του δημόσια και να κάνει κάποτε ατιμωρητί και δίχως να υπάρχει κίνδυνος να γελοιοποιηθεί τελείως τον «τρελό».

Το παιδί έχει ανάγκη από την αγάπη του πατέρα του. Πρέπει να ομολογήσουμε ότι ο πατέρας δεν παίζει κανένα ουσιαστικό ρόλο κατά το πρώτο έτος της ηλικίας του παιδιού. Όμως ή θέση του απέναντι στο παιδί αυτό δημιουργείται κατά τη διάρκεια αυτού του χρόνου. Σ’ αυτό το χρονικό διάστημα, θα γνωρίσει τα συναισθήματα της αντιπάθειας και θα τα αποβάλλει, έτσι ώστε να είναι σε θέση να δώσει αργότερα στο παιδί του εκείνο που του χρειάζεται: τη θέρμη της πατρικής προσωπικότητας, η οποία φυτρώνει μέσα από την αγάπη.