Του Αγίου Χαραλάμπους. Στη χάρη… του! -Γράφει ο Γιάννης Αντ. Χειλάς

1973

Παραμονή του Αγίου ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ σήμερα 9 Φεβρουαρίου 2019

Α΄  Ο Άη – Χαλάραμπος  στην Κοκχαλαρζά

Ακουστά είχαν για το θαύμα του Αγίου «Χαλάραμπου» οι Καλύμνιοι και ιδιαίτερα οι Χωριανοί, κάτοικοι της ενορίας του. Ψηλά στο ύψωμα της Κοκχαλαρζάς1, στα βορειοδυτικά της Χώρας είναι χτισμένος ο Ιερός Ναός του Αγίου και γύρω του, περιστερώνες κάτασπροι και λουλακένιοι, τα παραδοσιακά χαμόσπιτα των ενοριτών του, όπου το «γώμα (δώμα) του ενός είναι αυλή του άλλου και… ένας σούλουνας (υδρορροή) τα χωρίζει!» Και οι ενορίτες του;  λεβεντοσφουγγαράδες, μερακλήδες και γλετζέδες κι απλοί ξωμάχοι της στεριάς και της θάλασσας

Γνώριζαν, σαν σε παραμύθι, από διηγήσεις των παλιάδων (γιαγιάδων) τους,  πως εκεί στα 1840 έπεσε στο νησί «θανατικό», η φοβερή πανούκλα που θέριζε αλύπητα τον κόσμο. Η παράδοση αναφέρει πως την αρρώστια την έφερε από την Αλεξάνδρεια με τα εμπορεύματά του ένα καΐκι, κάποιου Λελέκη, γι αυτό και ονομάστηκε το «θανατικό του Λελέκη». Κι ήταν  πολλά τα θανατικά και οι νεκροί θαβόταν πρόχειρα με μπόλικο ασβέστη στα χωράφια όπως όπως! Τρομαγμένοι οι κάτοικοι της Χώρας σκόρπισαν στις εξοχές, στα μικρονήσια για να γλυτώσουν κι ο τόπος ερήμωσε από ανθρώπους. Όμως ο Άγιος Χαράλαμπος,  κυνήγησε το «θανατικό», το «πάτησε» εκεί στην Πλατζιόστρατα2 και το εξόντωσε.

Πλημμυρισμένοι από χαρά και ευγνωμοσύνη προς τον  Άγιο οι  δύστυχοι ως τότε Καλύμνιοι λαμπροστολίστηκαν, έβαλαν τα γιορτινά τους «Ως λάμπει ο Άγιος, λάμπουνε τ’ άστρα // λάμπουν στη χάρη του και  τα φουστάνια τ’ άσπρα. » και πήγανε στην εκκλησία του Αγίου για να δοξολογήσουν το σωτήρα τους. Από τότε υπάρχει το έθιμο στη γιορτή του να τον τιμούν οι Καλυμνιοπούλες ντυμένες στα πολύχρωμα καβάδια και στα  όλο χάρη και δωρική λιτότητα Καλύμνικα φουστάνια τους. Και στηνόταν  στην αυλή λαμπρός χορός κυκλωτικός, με την ψυχή ν’ αναγαλλιάζει ως τα ουράνια .

Κι ήταν η γιορτή τ’ Αγίου Χαραλάμπους  η αρχή για τα αποκριάτικα ξεφαντώματα. Άνοιγε το Τριώδιο, ερχόταν οι Αποκριές και ως την Τυρινή και την Καθαρά Δευτέρα το Χωριό κι όλη η Κάλυμνος ζούσε στους ρυθμούς της  Καλύμνικης σούστας, του ίσιου, με τα «όργανα» βιολιά, σαντούρια, βοσκαρουίστικες τσαμπούνες. Καλοέρζα, κρασί, τραγούδια κι άφθονοι θαλασσομεζέδες στα καπηλειά και στους καφενέδες. Γλεντοκόπια, νταλιβέρια και παράς, με τα σφουγγαράδικα πληρώματα για νέα τσουρμαρίσματα. Το Χωριό στις δόξες του! «Παρέες της Κοκχαλαρζάς,  τσούρμο του Θεοδόση // χορεύετε χορεύετε ώσπου να ξημερώσει». Γλυκές αναμνήσεις πολλών γενεών, μιας γνήσιας σφουγγαράδικης και νησιώτικης παράδοσης, που όμως  χάθηκαν μέσα σε λίγα χρόνια  και κατέληξαν σε φολκλορικές παράτες!

—————————————————————————————————–

Β΄ Ο Άγιος Χαράλαμπος και ο καπ – Μπόλκας ο Λημνιός

Ο ψηλοκέφαλος σφουγγαράδικος αχταρμάς «ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ ΚΑΛ. 24»,  Το καμάρι του κατασκευαστή του Μαστρο – Γιάννη Χειλά  – « Γέρο – Γλάρου» (1955)  και του καπ – Βασίλη Μπόλκα, που στα χέρια του έγινε το στολίδι  της Νέας Κούταλης Λήμνου.

αχταρμας αγιος χαραλαμπος

Για τον Άγιο Χαράλαμπο και το βίο του δε γνώριζε και πολλά ο σφουγγαροκαπετάνιος καπετάν – Βασίλης Μπόλκας. από τη Νέα Κούταλη της Λήμνου.  Νοικοκύρης λεβεντοσφουγγαράς,   ξεχώριζε από  τη σγουρή και φουντωτή  «μπόλκα»  – μπόρκα,  που χτένιζε τα κορακάτα του  μαλλιά, απ’ την οποία πήρε και το επώνυμό του. Ήταν  θεοσεβούμενος  χριστιανός και τιμούσε ευλαβικά όλους γενικά τους όσιους και Αγίους. Πίστευε στη Θεία Χάρη και παρέμβασή τους στις δύσκολες στιγμές και ζητούσε την ευλογία και τη  στήριξή τους για όλο τον κόσμο.

Τους Καλύμνιους σφουγγαράδες όμως ο Καπ- Μπόλκας τους γνώριζε πολύ καλά. Το ίδιο  σφουγγαροσυνάφι  ήταν και πολλές φορές συναπαντήθηκαν σε ίδιους σφουγγαρότοπους. Έσμιξαν,  ήπιαν κρασί, κουβέντιασαν για τη δουλειά, έπιασαν φιλίες. Μετά την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου, ο καπ- Μπόλκας και άλλοι Λημνιοί σφουγγαράδες, όπως ο καπ  – Κων/νος Ψάρας, ο καπ- Χρήστος Τατουδάκης  κ.α

κατηφόριζαν ως την Κάλυμνο και… μη σας φανεί παράξενο ναι,  δούλευαν το σφουγγάρι στα γύρω νερά της « ερχόταν κι έπαιρναν τα σφουγγάρια μέσα από τα χέρια των ίδιων των σφουγγαράδων» και έβγαζαν πολλά και καλά σφουγγάρια. Τα παζάρευαν με τους ντόπιους σφουγγαροέμπορους και πριν γυρίσουν στο νησί τους έκαναν καρινάγιο στο Λαφάσι, μερεμέτιζαν – συντηρούσαν τα καΐκια τους και επιστρέφοντας στη Λήμνο ψούνιζαν του κόσμου τα καλά, αφορολόγητα τότες (σερβίτσια γυαλικά, λούσα και προικιά για τις φαμελιές τους κ.α.) Ήταν νοικοκυραίοι στη δουλειά και στη ζωή τους! Ο καπ – Μπόλκας μάλιστα παράγγειλε και του σκάρωσαν οι «Γλάροι» (οικογένεια  Ι. Χειλά) έναν πανέμορφο αχταρμά που τον ονόμασε  «ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ ΚΑΛ. 24»  το όνομα του  πρωτογιού του! Ήταν το καμάρι του Μαστρογιάννη  Χειλά, του «Γέρο – Γλάρου» και στα χέρια του καπ – Μπόλκα έγινε το στολίδι της Λήμνου!

Κι η σχέση του  καπ – Βασίλη με τον Άη – Χαράλαμπο;

Φλεβάρης του 1946 κι  καπ – Μπόλκας  δούλευε το σφουγγάρι στο νησί της Σκύρου. Πρωινή βουτιά, πρώτος ο ίδιος στο σκάφανδρο. Καθώς κατέβαινε στο βυθό ακούει να του κτυπούν την περικεφαλαία. Γυρίζει πάνω και βλέπει μες στις μπουμπουλήθρες της βαρβάρας μια ιερατική μορφή να του γνέφει να μην κατεβαίνει και ν’ ανεβεί απάνω. Δεν έδωσε και πολύ σημασία και συνέχισε την κατάδυση. Και πάλι ο ίδιος κτύπος, η ίδια ιερατική μορφή αλλά πιο επιτακτικό το γνέψιμο, ν’ ανεβεί. Ανησυχεί και  ειδοποιεί να τον πάρουν πάνω. Εξηγεί στο πλήρωμα το συμβάν και ζητά να μάθει:

Τι μέρα έχουμε; Ψάχνουν το ημερολόγιο. – «Τ’ Άη – Χαραλάμπου»

– Μαζέψτε τα εργαλεία. Σχολάμε, θα τιμήσουμε τον Άγιο!

Ο επόμενος στη βουτιά δύτης ζητά να κάμει βουτιά, να δουν γιατί ο Άγιος ζητούσε να μην κατεβεί ο καπετάνιος. Του δίνεται η άδεια. Βουτά και καθώς κοντοζύγωνε στο βυθό γυαλεύει κάτω ποντισμένες σωρό  νάρκες (αυτές τις σφαιρικές των διακοσίων κιλών με τους επικρουστήρες σαν κερατάκια), υπολείμματα του πολέμου. Ο κίνδυνος να τις πατήσουν με τις σιδερένιες πατούσες του «φορέματος» και ν’ ανατιναχτούν προφανής. Σταυροκοπιούνται και βάζουν πλώρη προς το λιμάνι.

Με το που φτάνουν ακούγεται καμπάνα εκκλησιάς. Ο καπ- Μπόλκας βάζει βιαστικά την καλή του αλλαξά3 και τραβά να εκκλησιαστεί. Ανάβει κερί και με το που πάει να προσκυνήσει στο προσκυνητάρι βλέπει στην εικόνα τον ΄Αη – Χαράλαμπο ολόιδιο με την ιερατική μορφή που του έγνεφε μέσα στις μπουρμπουλήθρες. Συγκλονισμένος σταυροκοπήθηκε και με δάκρυα στα μάτια  τον ευχαρίστησε για τη σωτηρία τους.

Το «παράδοξο» δε σταματά εκεί. Το βράδυ, να στον ύπνο του καπ- Μπόλκα ο Άγιος.

– Καπ – Βασίλη δεν μού ‘ταξες;

– Σου άναψα λαμπάδα. Τι ζητάς;

– Το όνομα του γιού σου που θα γεννηθεί. Η καπετάνισσά σου είναι έγκυος. Θέλω το όνομα!

Ξημερώνει ο θεός τη μέρα του. Από το Λιμεναρχείο ειδοποιούν το καπ – Μπόλκα πως έχει τηλέφωνο από τη Λήμνο. Ήταν η γυναίκα του η κυρά Μαρίκα. Πήρε να μάθει για την υγεία του και   να τον ενημερώσει, ότι … περίμενε παιδί. Τη σταμάτησε.

– Το ξέρω Μαρίκα μου, θα κάμουμε  και γιο και θα τον βγάλουμε Χαράλαμπο. Μη ρωτάς το γιατί, όταν θα έρθω στο νησί θα σου εξηγήσω.

Έφτασε στη Λήμνο ο καπ – Βασίλης και παρά τις προτροπές όλων, ότι το όνομα του γιού  του που  γεννήθηκε ανήκε κατά το εθιμικό    στον πεθερό του, το έδωσε με όλη του την καρδιά στον άγιο  « ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ»

Με τις ευλογίες του Άη – Χαλάραμπου

Σημείωση:

α) Ιστορικά στοιχεία για το «θανατικό» πάρθηκαν από το ημερολόγιο του αείμνηστου καθηγητή Μιχ. Σωτηρίου, Γραμματέα της Ι.Μ. Καλύμνου

β) Για το θαύμα του Αγίου, μαρτυρεί ο ξενοματισμένος4 προς χάρη του, υιός Χαράλαμπος Βασιλείου Μπόλκας, δικαστικός,(Πρόεδρος Εφετών ε.τ.) ο οποίος πρωτοϋπηρέτησε στο ειρηνοδικείο Καλύμνου, παντρεύτηκε την Καλυμνιά δασκάλα Μαρία Ξενάκη, διαμένει στη Ρόδο, αλλά τα καλοκαίρια τα περνά  στο νησί μας, τη δεύτερη πατρίδα του  και αν τύχει να παρευρίσκεται στη γιορτή του Αγίου Χαράλαμπου, ανεβαίνει και  ανάβει ένα κεράκι στον προστάτη πια Άγιο της οικογένειας Μπόλκα.

Γλωσσάρι:  1) Κοκχαλαρζά (η), Τοπωνύμιο  στην ενορία  του Αγ.  Χαράλαμπου στο Χωριό,  όπου υπήρχε βαθιά βούα – βαθύς λάκκος στον οποίο πετούσαν τα κόκαλα απ’ το μουούρι των αρνιών του Πάσχα.

2) Πλατζόστρατα (η), (πλατιά – πλατζιά στράτα – οδός) Τοπωνύμιο οδού στην περιοχή Γέφυρα που οδηγεί προς το «Χωριό» – Χώρα Καλύμνου.

3 ) καλή αλλαξά (η) μτφ. η καλή – σκολιάτικη  φορεσιά

4) ξενοματισμένος (ο), (ξενοματίζω ‘ αυτός του οποίου έχει αναφερθεί το όνομα’