10 χρόνια από την τραγωδία της Marfin: Ένα έγκλημα χωρίς τιμωρία.

800

Δέκα χρόνια μετά, το έγκλημα της Marfin που ουσιαστικά στιγμάτισε τη μνημονιακή Ελλάδα, με τρεις νεκρούς, μια εκ των οποίων έγκυος και 21 τραυματίες, παραμένει «αγνωστών δραστών».

Οι φυσικοί αυτουργοί, δεν εντοπίστηκαν, οι δύο που αρχικά κατηγορήθηκαν ουσιαστικά αθωώθηκαν, ενώ το μόνο που άλλαξε δραματικά, ήταν οι ζωές των υπαλλήλων του φλεγόμενου κτηρίου της οδού Σταδίου. Οι περισσότεροι, από αυτούς που κατάφεραν να επιβιώσουν από εκείνο το κολασμένο πρωινό της 5ης Μαίου του 2010, έκλεισαν για πάντα την πόρτα πίσω τους. Άλλαξαν ζωές, άλλαξαν επαγγέλματα, κάποιοι άλλαξαν και τόπο κατοικίας και κανένας τους δεν θέλει να ξανακούσει για την πονεμένη αυτή ιστορία.

Ήταν μεσημέρι της 5ης Μαϊου του 2010. Η Αθήνα είχε κατακλυστεί από χιλιάδες διαδηλωτές, κατά του μνημονίου και η χώρα είχε παραλύσει από τη γενική απεργία.

Οι πρώτες πληροφορίες για την αδιανόητη τραγωδία που είχε συμβεί στο υποκατάστημα της τράπεζας Marfin στην οδό Σταδίου ήρθαν από τα διεθνή μέσα ενημέρωσης, αφού τα ελληνικά μετείχαν στην απεργία.

Τρεις άνθρωποι, υπάλληλοι της τράπεζας κάηκαν ζωντανοί όταν ομάδα 23 κουκουλοφόρων (σύμφωνα με το βούλευμα με το οποίο παραπέμφθηκαν σε δίκη οι δύο βασικοί κατηγορούμενοι) έβαλαν φωτιά με μολότοφ: Ήταν η Παρασκευή Ζούλια 35 ετών, η Αγγελική Παπαθανασοπούλου 32 ετών, έγκυος στο πρώτο της παιδί και ο Επαμεινώνδας Τσακάλης 36 ετών.

Οι επιθέσεις με τις μολότοφ εκδηλώθηκαν σχεδόν ταυτόχρονα στο βιβλιοπωλείο Ιανός και την τράπεζα. Οι οκτώ υπάλληλοι που είχαν παγιδευτεί στη Marfin προσπαθούσαν όπως όπως να σωθούν- από μπαλκόνια, από την τράπεζα που είχε τυλιχθεί στις φλόγες.

Από τις μετέπειτα αφηγήσεις και μαρτυρίες κατά τη διεξαγωγή της δίκης, ήρθαν στο φως τραγικές και συγκλονιστικές πτυχές από το δράμα των ανθρώπων που εγκλωβίστηκαν στην τράπεζα.

Σε τηλεφωνικές επικοινωνίες με οικείους τους, ανέφεραν ότι πνίγονται από τον καπνό, ενώ η μοναδική έξοδος ήταν κλειστή. Υπάλληλοι, που διεσώθησαν αφηγήθηκαν τις στιγμές πανικού και ως μοναδική οδό διαφυγής να πηδήξουν από το μπαλκόνι. Οι κουκουλοφόροι απ’ έξω ούρλιαζαν «να καείτε».