Του γιαουρτά η πλάτσα και το γαμάλι- Από το βιβλίο «ΣΤΗΝ ΚΑΛΥΜΝΟ ΤΟΥ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΟΥ» του Γεωργίου Ι.Χατζηθεοδώρου

1698

Βορεινά στην Κοκχαλαρζά της Χώρας, εκεί που αρχίζει το ΰψωμα του Ανεμόμυλον, υπάρχει μια πέτρινη λεία κατηφορική επιφάνεια, μια πλάτσα όπως λένε τις επιφάνειες αυτές του εδάφους στην Κάλυμνο, γύρω στα πέντε με έξι μέτρα μάκρος.

Η πλάτσα αυτή γνωστή ανέκαθεν στους Χωριανούς με το όνομα: του Γιαουρτά η Πλάτσα, ξεχώρισε από άλλες αντίστοιχές της και δέθηκε με την παι­δική ψυχή και με θρύλους του Χωριού.

Σύμφωνα με την παράδοση του Χωριού, κάποτε, τα παλιά πάντως χρόνια, ένας γιαουρτάς κατέβαινε με το σούρουπο να πουλήσει το γιαούρτι του. Σαν έφτασε στην πλάτσα, που άστραφτε ακόμα από τις τελευταίες ακτίνες του ήλι­ου, δεν άντεξε στον πειρασμό και σταμάτησε να κάμει μια κύλα. Όμως βαρύς όπως ήτανε και κάπως ηλικιωμένος, παραπήρε φόρα, ξέφυγε από την πλάτσα και σκοτώθηκε. Από τότε η πλάτσα πήρε το όνομά της αλλά και το χαρακτήρα της στοιχειωμένης.

Εκτός από την πλάτσα εκεί κοντά υπάρχει και ένα βυζαντινό μάλλον κτίσμα, σαν κιβώριο – φούρνο το νομίζανε – που σήμερα έχει σχεδόν καταχωθεί. Το κτίσμα αυτό οι Χωριανοί το λέγανε νστέρνι. Ίσως να ήταν παλιά βυζαντι­νή στέρνα. Δεν ξέρω.

Και το κτίσμα αυτό ήταν σημαδιακό, γιατί κάθε βράδυ, όπως λέγανε οι παλιοί, έβγαινε από κει μέσα ένα φοβερό γαμάλι(μοσχαρι), που έσερνε χοντρές αλυσί­δες και έκανε μεγάλο θόρυβο. Γέμιζαν με τρόμο οι ψυχές των απλοϊκών αν­θρώπων στο άκουσμα του σουρξίματός τους, μέσα στα στενοσόκακα του Χω­ριού και ιδιαίτερα τω Τσουκχουώ και της Κοκχαλαρζάς, γιατί αλλοίμονο ό­ποιον πετύχαινε στο δρόμο, θα τον έκανε κομμάτια, αν ήταν στην ώρα τον\ Βέβαια ο φόβος αυτός δεν εμπόδιζε το Χοντροφάσουλα, τον καλοκάγαθο ε­κείνο άνθρωπο να κρύβει στο κιβώτιο τις οικονομίες του, για να τις ξαφρί­ζουν στη συνέχεια επιτήδεια άτομα. Ας είναι.

Τα χρόνια εκείνα η πλάτσα ήταν ο δημοφιλέστερος χώρος παιχνιδιού για τα παιδιά τα Χωρζανά, αφού ήταν ιδανική για τσουλήθρες. Εδώ όμως χρειά­ζεται να ανοίξει παρένθεση. Βλέπετε τότε δεν είχε παιχνίδια έτοιμα. Τώρα, για να είμαστε ειλικρινείς και τότε υπήρχαν παιχνίδια στα καταστήματα και μάλιστα όμορφα, αλλά πού χρήματα να τα αγοράσουν οι γονείς; Δεν είχαν, λοιπόν, παιχνίδια τα παιδιά και έτσι τα φτιάχνανε μόνα τους ή τα επινοούσαν, όπως αυτό με τις τσουλήθρες στην πλάτσα – σίγουρα επικίνδυνο – και μένανε όλοι ευχαριστημένοι. Και οι γονείς που δεν ξόδευαν, και τα παιδιά που εύρι- σκαν τρόπο να εκτονώσουν όση εκρηκτικότητα τους περίσσευε. Κλείνει η πα­ρένθεση.

Εκτός από αυτή την πλάτσα υπάρχει και μια άλλη, απέναντι, κάτω από το Κάστρο του Χωρίου, στα Θένια, όμως η δημοτικότητα και η φήμη της ήταν πο­λύ μικρότερη και φάνταζε φτωχή συγγενής μπροστά στου γιαουρτά την πλά­τσα.

Λεία και αστραφτερή, από την πολλή χρήση, η πλάτσα του γιαουρτά, γυά­λιζε και προκαλούσε καθημερινά από τα ψηλά. Πειρασμός σωστός για τα α­νήσυχα κοπέλλια του Χωριού, τα αγριεμένα άλλωστε λόγω της πρόσφατης προσφυγιάς στη Γάζα, τις στερήσεις και το πνεύμα του πολέμου, μέσα στο ο­ποίο είχαν νιώσει τα πρώτα ερεθίσματα της ζωής τους. Μόλις τέλειωνε το σχολείο, αυτό της Παναγιάς τω Τσουκχονώ- μάλιστα πολλές φορές πριν τελειώσουν τα μαθήματα και μετά από ένα βιαστικό και λιτότατο, λόγω στενών οικονομικών της οικογένειας, γεύμα, τα παιδιά ανηφόριζαν παρέες – παρέες, για να κάμουν κατρακύλα, να κυλιστούν στην πλάτσα. Άλλες πάλι φορές η βιασύνη τους ήταν τέτοια, που δεν κάθονταν στο τραπέζι να φανε. Άλοιφαν λίγη τομάτα πελτέ σε μια φέτα ψωμί ή λίγο λάδι με αλάτι, βασικό έδεσμα της εποχής εκείνης ή σε καλύτερη περίπτωση – σπανιότατη πάντως – λίγη γλύνα χοιρινή και δρόμο για την πλάτσα. Εκεί με υποδειγματι­κή τάξη, σε ό,τι αφορά τη σειρά προτεραιότητας, άρχιζαν να κυλιούνται στην πλάτσα κάνοντας το αυτοκίνητο – τσουλήθρα με τα οπίσθια- ή το αεροπλάνο – τσουλήθρα με το στήθος Για τους τρόπους αυτοΰς του κυλίσματος που τους έλεγαν κώλο – κώλο και μπρουμούτθα αντίστοιχα χρησιμοποιούσαν πέτρες που τις κρατούσαν οτα χέρια για ισορροπία ή παλιά τρυπημένα τηγάνια, τετζερέδες πεταμένους και ό,τι άλλο σιδερικό, που το έβαζαν από κάτω τους, για να γλυστρούν καλύτερα, να κάνουν καλύτερη γλύστρα, όπως έλεγαν. Πολλές φορές τις γλύστρες τις έκαναν δύο – δύο, δηλαδή ο ένας πάνω στον άλλο, κάτι το πολύ δύσκολο και επικίνδυνο.

Το παιχνίδι κρατούσε όλο το απόγευμα, μέσα σε ζωηρές φωνές και έντονες αντιδικίες για τη σειρά προτεραιότητας ή και γέλια επιδοκιμαστικά. Όλος αυτός ο σαματάς έφθανε μέχρι την πλατεία του Χωριού, ανακατεμένος τις περισσότερες φορές με τον ήχο του πιναυλιού κάποιου βοσκού, που έβο­σκε λίγο παραπέρα τα πρόβατά του.

Το τέλος του παιχνιδιού, στου γιαουρτά την πλάτσα, έβρισκε συνήθως πολλά παιδιά με κεφάλια σπασμένα ή χέρια και πόδια πληγιασμένα. Μερικές φορές αρκετά σοβαρά! Αλλά το πρόβλημα δεν ήταν εκεί. Άλλωστε τι σημασία είχε ο πόνος μπρος στο παιχνίδι. Το θέμα ήταν το ξύλο που τα περίμενε σπίτι από τις μανάδες, οι οποίες ήταν άγριες και δε χωράτευαν. Όχι βέβαια τόσο για τους τραυματισμούς – αυτοί ήταν συνηθισμένοι και ως επί το πλείστο συ­ντομοθε ράπευτοι – όσο για τα ξεσχιμένα παντελόνια από τις τσουλήθρες.

Μόλις έπαιρνε να σουρουπώνει, απλωνόταν μια χαρακτηριστική ησυχία και τα παιδιά βιαστικά όπως ερχόντουσαν, έτσι και αρχινούσαν να αποχω­ρούν. Ο λόγος της ησυχίας ήταν η σκέψη για το ξύλο που τα περίμενε στο σπί­τι, δηλαδή τι ξύλο, βρωμόξυλο, και η βιασύνη να προλάβουν να φύγουν, πριν σκοτεινιάσει και βγει το γαμάλι ή δουν ξαφνικά μπροστά τους το γιαουρτά, που από τότε που σκοτώθηκε ερχόταν κάθε βράδυ και έκανε γλύστρα στην πλάτσα !

Χαρούμενη και λαμπερή, λοιπόν, η πλάτσα του γιαουρτά την ημέρα, φόβος τη νύχτα. Φόβος φωλιασμένος στην ψυχή των παιδιών από τότε που, πολύ μι­κρά, για να φάνε το φαΐ τους, άκουγαν τη μάνα τους να τους λέει: Μουρέ, φάε το φαΐ. σσον γιατίθε σε πάω στον γιαουρτά την πλάτσα α σε φάει το γαμάλι. Αυτά πιο παλιά. Σήμερα κτίστηκαν εκεί κοντά σπίτια, το κιβώριο κοντεύει να μην υπάρχει, τα παιδιά δεν παίζουν στην πλάτσα. Δεν έχουν καιρό να παί­ξουν ή αν βρουν προτιμούν την μπάλα και τα UFO. Ο βοσκός που σκόρπιζε ή­ χους με το πιναύλι του, έφυγε κι’ αυτός για τη ξενιτιά ή κι’ αν έμεινε δεν παί­ζει πιναΰλι, γιατί ακούει το κασετόφωνο, που έχει πάντα μαζί του. Όσο για το γαμάλι; Αυτό πια έχει πολλά χρόνια να βγει από τότε που βγαίνουν τη νύ­χτα οι πεντακοσάρες ή και οι χιλιάρες και κάνουν θόρυβο πολύ μεγαλύτερο από ’κείνον που έκαναν οι αλυσίδες του. Όμως η πλάτσα σε πείσμα των καιρών εξακολουθεί να στέκει σιωπηλή στη θέση της και, πράγμα παράξενο, να προκαλεί με τη γυαλάδα της, που α­κόμα δεν έχασε. Μυστήριο! Πάνε και παίζουνε τίποτα παιδιά που τα δένει η παράδοση των γονιών τους με την πλάτσα ή είναι εκείνος ο γιαουρτάς που έρ­χεται τα βράδια και κάνει ακόμα κατρακύλες; Η πλάτσα το γνωρίζει.