Κάλαντα Πρωτοχρονιάς παλιά και ξεχασμένα-Του Γεωργίου Χατζηθεοδώρου

388

Του Γιώργου Χατζηθεοδώρου

Από καιρό σε καιρό, σε μέρες γιορτινές σκαλίζω  τα παλιά μου κιτάπια ,με αποτέλεσμα όλο και κάτι να βρίσκω γι’ αυτές.

Βλέπετε ανέκαθεν είχα την καλή συνήθεια να βάζω τους μαθητές μου να μου φέρνουν από τους παππούδες τους τραγούδια και ιστορίες του τόπου μας.

Έτσι και φέτος βρήκα μια πολύ όμορφη και εντελώς ανέκδοτη παραλλαγή καλάντων  για την Πρωτοχρονιά.

Τα δημοσιεύω και για να τα μάθετε, μα κυρίως για να μη χαθούν, όπως χάθηκαν και εξακολουθούν να χάνονται τόσα και τόσα σπουδαία δημιουργήματα της γνώσης και της αίσθησης του απλού λαού μας.

Αρχή κι αρχή τα κάλαντα κι αρχή του Γενναρίου

ή Αρχημηνιά κι αρχηχρονιά, καλή σας εβδομάδα

κι αρχή που βγήκε ο Χριστός στη και περιπάτει

και βγήκε και χαιρέτησε

 ούλους τους ζευγολάτες

κι ο πρώτος που χαιρέτησε ήταν ο άη Βασίλης.

-Άγιε Βασίλη, Δέσποτα, καλό ζευγάρι έχεις.

-Καλό το λέει αφέντης μου, καλό κι ευλογημένο,

απού το βλό[γ]ησ’ ο Χριστός με το δεξίν του χέρι,

με το δεξιό, με το ζερβό, με το μαλαματένιο.

πρινένιο είντ’ τ’ αλέτριν του ,δαφνένιος ο ζυγός του

τα πανωζεύγια του ζυγού κουκί μαργαριτάρι,

ως και το βουκεντράκιν του, βασιλικού κλωνάρι.

-Αγιε Βασίλη ,Δέσποτα, πόσα μουζούρια* σπέρνεις;

-Σπέρνω σταράκι δώδεκα κριθάρι δεκαπέντε,

 και ρόβι δεκαοκτώ κι από νωρίς στο στάβλο.

Μ’ αλήθεια κάτω στο γιαλό, κάτω στο περιγιάλλι

μουζούρι στάριν έσπειρα και παστρικό κριθάρι,

μα κει το νεριαστήκανε** λαγούδια και περδίκια,

μα πρόλσταξά τους τους λαγούς και διώξαν τα περδίκια

και θέρισα κι αλώνισα κι έκαμα χίλια μόδια

κι απ’τ’αποσκυβαλίδια μου χίλια και πεντακόσα.

μα δεν τα καλομέτρησα, γιατί ο Χριστός επέρνα!

Και ’κεί που  στάθηκε ο Χριστός  χρυσή μηλίτσα βγήκε

και ’κει που μεταστάθηκε χρυσό κυπαρισσάκι.

στη ρίζα κάνει το σταυρό, στη μέση Θεοτόκο,

σε κλώνο του κυπαρισσιού πέρδικα κακαρίζει,

σαν κελαδείς κελάριζε,σαν κελαδείς ελάλει:

– Εκεί τον έχουν τον υγιό, τον μονοκανακάρη

τον λούζουν, τον χτενίζουσι και στο σχολειό τον στέλλουν.

Κι ο δάσκαλος τον έβαλε να του καλοναρχίσει

κι εξέπεσέν του το κερί κι έκαψε το χαρτίν του

κι έκαψε την ποδίτσα του, την πολιοπλουμισμένη,

απού τηνε ξομπλιάσανε οι τρεις βασιλιοπούλες.

η μια ’βαλε τον πόθον της κι η άλλη την κεντιάν της,

κι η τρίτη η καλύτερη ’βαλέ  την  ομορφιάν της.

Κι ο δάσκαλός  τον έδειρε μ’ ένα χρυσό  βιτσάρι,

ως κι η κερά δασκάλισσα με το μαργαριτάρι.

Παίρνει τον παράπονο, το δρόμο δρόμο πάει,

το δρόμο δρόμο πορπατεί, το δρόμο κατεβαίνει.

Και το ρωτούν  οι άρχοντες: «Πού πας, μοσκοδαρμένο;»

Και τα μικρά αρχοντόπουλα: «Πού πας, κατακλιαμένο;»

Μα μ-μ’ έδειρεν ο δάσκαλος, μεγάλο δίκιον έχει!

μα μ-μ’έδειρε η δασκάλα  μου, μεγάλο πόνον έχει;

Δάσκαλε πούν’  τα γράμματα, δάσκαλε πούν’  ο νούς σου;

Μα, εμέ ,κυρά δασκάλισσα,ο νους μου εδώ δεν είναι,

μόνό ’ναι κάτω στης ξανθιάς, κάτω στης μαυρομάτας,

που κάνουν τα μαλλάκια της σαρανταπέντε δίπλες.

σε κάθε δίπλα το φιλί, σε κάθε δυο το γιόμα,

σε κάθε τρεις και τέσσερις ώρια, πανώρια βρύση

κι όσα πουλάκια κι αν διαβούν, διαβάτες κι αν περάσουν να πιουν από το θειό νερό, τον Κύριο να δοξάσουν.

Κι όσ’ άστρα  ’ναι στον  ουρανό και φύλλα εις τα δέντρα,

τόσα ψιλά πουκάμισα να καταλύσει ο αφέντης.

Είπαμε δα τ’ αφέντη μας να πούμ’ και της κυράς μας:

Κυρά μαρμαροτράχηλη και φεγγαρομαγούλα

και κρουσταλλένια του γιαλού, και πάχνη απού τα χιόνια.

Είπαμε δα και της κυράς να πούμε και της βάγιας:

’Ννάψε, βαγίτσα, το κερί κι ανέβα και κατέβα

και κάτσε και λογάριασε ίντα που θα μας δώσεις

ή απάκια** ή λουκάνικα ή από φτερό κομμάτι

ή από μαύρη όρνιθα κανένα αυγουλλάκι

ή από τον πόρο του βουτθιού, να πιούμε μια γεμάτη

ή από το σακουλλάκι σας κανένα ασπρουλλάκι****.

Κι ακόμα δεν τον ηύρηκες τον μάνταλο ν’ αννοίξεις,

ν’ ακούσεις  την αρχημηνιά και πάλι να σφαλίσεις;

Αν είν’ με θέλημα Θεού, χρυσή μου περιστέρα,

ανοίξετε την πόρτα σας να πούμε καλησπέρα.

Εδώ που καλαντίσαμε καλά μας επληρώσαν.

καλά να ’ναι τα έχει τους και τ’ αποδόματά τους,

κι αν έχουν σερνικό παιδί στη σέλλα καβαλλάρης

να σειέται, να λυγίζεται,να πέφτει το λογάρι.

να το μαζώνουν οι άρχοντες να κάνουν δαχτυλίδια

και τα μικρά αρχοντόπουλα μικρά παρανυχίδια.

Πάλι κι αν είναι θηλυκό, καλή μοίρα να κάμει

του κατεπάνω***** τον υγιό άντρα να τονε πάρει.

Τέσσερα πέντε γράμματα τα γράφει η αρφαβήτα

κι όσοι κι αν απομείνατε να ’χετε καληνύχτα.

                                                   Χρόνια σας πολλά

 Γεώργιος Ι.Χατζηθεοδώρου

*         μουζούρι= παλιό μέτρο μέτρησης δημητριακών

 **      απάκι = νεφραμιά              

***     νεριάστηκα = πήρα είδηση, αντιλήφθηκα

****   άσπρο = παλιό νόμισμα

***** κατεπάνω= καπετάνιος




Σάββας Δρόσος - Τοπογράφος Μηχανικός
Σάββας Δρόσος - Τοπογράφος Μηχανικός
Σάββας Δρόσος - Τοπογράφος Μηχανικός
Σάββας Δρόσος - Τοπογράφος Μηχανικός