Πρωτομαγιά σήμερα: όμορφες συνήθειες που χάνονται.-Γράφει ο Γεώργιος Χατζηθεοδώρου*

258

Πρωτομαγιά σήμερα. Όπως κάθε τέτοια μέρα, όσα χρόνια θυμάμαι τον εαυτό μου στην Κάλυμνο, ξεκίνημα πρωί πρωί για την εξοχή. Βλέπετε αυτή η μέρα, σε προσκαλεί ή μάλλον σε προκαλεί να τη συναντήσεις στην εξοχή, μακρυά από την πόλη, μέσα στη φύση που αυτή την εποχή φορά τα πιο γιορτινά της ρούχα και λούζεται με τα πιο ακριβά της αρώματα.

Φέτος, σήμερα, που η Πρωτομαγιά συμπίπτει και με το Μεγάλο Σάββατο συν τα αυστηρά μέτρα στις μετακινήσεις λόγω κορωνοϊού “χλωμή” βλέπω την έξοδος στη φύση. Τα πάθαμε σαν κάτι σπιτίσιους γάτες σε πολυκατοικίες της Αθήνας κλπ. που βλέπουν τα έξω  από το παράθυρο. Βέβαια εμείς της στην «επαρχίας» όλο κάτι κάνουμε, όλο και πιο κοντά βρισκόμαστε στη φύση.

Πριν 2 χρόνια λοιπόν, που γιορτάσαεμε κανονικά την Πρωτομαγιά, όπως περνούσα τους δρόμους της πόλης και ανοιγόμουν προς την εξοχή, την παρατηρούσα  που  ξυπνούσε εκείνη την ώρα, τα σπίτια, τους ανθρώπους, το περιβάλλον . Η μέρα ήταν θαυμάσια. Ηλιόλουστη, ζεστή, φιλική, έδινε την εντύπωση πως έβαζε τα δυνατά της, χρονιάρα όπως ήταν, για ξεχαστούν οι πρόσφατες κακοκαιριές που σημάδεψαν όλο το διάστημα του πρωτόγνωρα δύσκολου για την Κάλυμνο χειμώνα.

Προχωρούσα αργά με το αυτοκίνητό μου και περιεργαζόμουνα τα γύρω μέσα από μια διάχυτα καλή διάθεση. Σιγά σιγά όμως άρχισα να αισθάνομαι σαν κάτι να μου έλειπε, κάτι ένιωθα σαν ψεύτικο, κάτι σαν ένα κενό. Και όμως η φύση ήταν όμορφη, έστω και δίχως την παλιότερη απλωσιά της, έστω και με τη σημερινή βαριά επέμβαση, πάνω της, του ανθρώπου. Τότε ήταν που άρχισα συνειρμικά να κάνω μερικές σκέψεις που με γύριζαν στο παρελθόν, το δύσκολο, το στερημένο από τις σημερινές ανέσεις, της παιδικής μου ηλικίας. Έτσι, δίχως να το θέλω, ξεχάστηκα και χώθηκα στις αναμνήσεις μου, αυτές που με το πέρασμα του χρόνου ξεθώριασαν τα άσχημα και τα δυσάρεστα ενώ γλύκαναν τα όμορφα και τα ευχάριστα και τα εξιδανίκευσαν και τα ωραιοποίησαν και στο τέλος τα έκαμαν να φαίνονται σαν όμορφα μα μακρινά και άπιαστα όνειρα.

Μυστήριο ο άνθρωπος. Πίσω να ξαναγυρίσει τη ζωή του και να ξαναζήσει με τις δυσκολίες του περασμένου καιρού δεν θέλει. Και όμως την περασμένη του αυτή ζωή την αγαπά περισσότερο, γιατί του φαίνεται πιο όμορφη, πιο σπουδαία και τη νοσταλγεί αθεράπευτα. Είναι κάτι σαν  την πατρίδα, που όταν βρεθούμε  μακριά της την ονειρευόμαστε, την εξιδανικεύομε, ξεχνούμε τα κακά της και δεν βλέπομε την ώρα να ξαναγυρίσομε, αν και γνωρίζομε ότι η επιστροφή μας θα  σημάνει  και το τέλος του ονείρου, της μαγείας και της νοσταλγίας μας γι’ αυτήν. Έτσι είναι και στις αναμνήσεις μας. Η περασμένη ζωή είναι η πατρίδα μας, η τωρινή η ξενητιά μας. Μυστήριο και άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου.

Βουνό οι  αναμνήσεις μου. Και τι δεν θυμήθηκα για την πρωτομαγιά! Θυμήθηκα τη μάνα μου και όλες τις άλλες μανάδες που από μέρες ψάχνανε και βρίσκανε λουλούδια, εκτός βέβαια από αυτά που είχανε στις γλάστρες τους, για να έχουνε να κάμουνε το στεφάνι της πρωτομαγιάς. Τα διατηρούσανε μέσα σε λεκάνες με νερό, τις σκουτέλλες, και πρωί πρωί της πρωτομαγιάς το στεφάνι ήταν έτοιμο. Με λουλούδια μυρωδάτα: Γαρουφαλιές, βιολέντες, φρέσσες, μοσχομπίζελλα, τριαντάφυλλα, ,αλλά και λαμπρές,μαράκους, μολόχες, στάχυ για γούρι, γουρλομμάτες (αυτοί για το κακό μάτι) και τόσα άλλα. Όλα φυσικά, δίχως θερμοκήπια,  μοσχομυρίζαν και  μεθούσαν με το άρωμά τους το σώμα και τη ψυχή.

Μέρα σχολείου η πρωτομαγια! Όμως σχολείο δεν γινότανε. Έτσι πρόσταζε η φύση, έτσι υπάκουε η ψυχή.

Με τα στεφάνια που μας είχανε πλέξει οι μανάδες πηγαίναμε στο σχολείο χαρούμενοι και βέβαιοι ότι και οι δάσκαλοί μας, οι αυστηροί της εποχής εκείνης, τέτοια μέρα θα ήταν αλλοιώτικοι, θα ήταν γελαστοί και χαρούμενοι σαν και μας. Και πράγματι έτσι ήταν, μας έβαζαν στη σειρά και δρόμο για την εξοχή. Αλήθεια τι απόλαυση ψυχής και ακοής ήταν αυτή. Μπροστά οι δάσκαλοι, πίσω εμείς με τα στεφάνια στο κεφάλι και όλοι μαζί να τραγουδούμε τραγούδια της πρωτομαγιάς: «ο Μάϊος μας έφτασε, εμπρός βήμα ταχύ να τον προϋπαντήσομε παιδιά στην εξοχή» και  «λουλούδια ας διαλέξομε με ρόδα και κρίνα κι’ ελάτε να πλέξομε στεφάνι από εκείνα στο Μάη που σήμερα προβάλλει στη γη» και «πρωτομαγιά τα λούλουδα γιορτάζουν και τα πουλιά τα ταίρια τους φωνάζουντραγουδούν και λεν το Μάη γύρω στα κλαδιά» και άλλα παιδικά σχολικά τραγούδια γεμάτα τρυφεράδα και απλότητα.

Γέμιζε ο τόπος από τις δυνατές και σωστές μουσικά φωνές των παιδιών. Γελούσε η φύση και μαζί της και η ψυχή των ανθρώπων που συναντούσαν τη σχολική μας ομάδα. Βλέπετε και αυτοί πήγαιναν ομάδες ομάδες και με τα πόδια να προϋπαντήσουν το Μάη στην εξοχή. Η προσταγή της φύσης αποτελούσε απαράβατο κανόνα. Δεν υπήρχαν τότε εργατικές πρωτομαγιές, συνδικαλιστικές ή συλλογικές ή πολιτικές προσταγές για να γιορτασθεί η πρωτομαγιά. Την εντολή την έδινε η ίδια η φύση και η αργία την ημέρα αυτή ήταν γενική. Οι πόρτες όλων των σπιτιών στολισμένες με στεφάνια  ή με μπουκέτα λουλουδιών. Στολισμένα ακόμα και τα ζώα, οι γάϊδαροι και τα μουλάρια με στεφάνια στο κεφάλι ή αγκαλιές  από χόρτα κρεμασμένες από το λαιμό τους που πάσχιζαν να τις φτάσουν για να τις φάνε, αφού τις ένιωθαν και αυτοί σαν το μερίδιό τους,  από τη γιορτή της πρωτομαγιάς. Στο δρόμο οι μεγάλοι άνδρες με ένα λουλούδι στο αυτί και δίπλα τους οι γυναίκες γελαστές και με ψιλοτράγουδο στα χείλη, χαρούμενες που ξέφευγαν  από το σπίτι και τις φροντίδες του,  με ένα τσούρμο παιδιά που δεν είχαν πάει ακόμα στο σχολείο καταστολισμένα με λουλούδια μπροστά τους, έπαιρναν το δρόμο της εξοχής για να συναντήσουν το Μάη. Όταν έφταναν εκεί κάθονταν κατάχαμα στα χορτάρια, γίνονταν ένα με τη γή, τη φύση, άνοιγαν τα λιγοστά τους φαγώσιμα, έτρωγαν, έπιναν και χαίρονταν έτσι απλά και μέσα από τη ψυχή τους. Τα παιδιά έτρεχαν δω και κεί. Τα πιο μεγάλα πήγαιναν στο γιαλό, έλυναν από τον καρπό του χεριού τους το μάρτη,δηλαδή το πολύχρωμο κορδόνι που τυλίγανε στο μπράτσο τους την πρωταπριλιά για να μην τα κάψει ο ήλιος και για να μην τα δακχάσει ο γάϊδαρος, τώρα το Μάη, έπλυναν το πάνω μέρος της παλάμης τους από το αίμα του Χριστού, δηλαδή το κόκκινο υγρό από ένα αγκάθι που έσταζαν στην αρχή της Σαρακοστής, για τα Πάθη του Χριστού και δοκίμαζαν το πρώτο τους μπάνιο, αν δεν το είχαν ήδη κάμει του άη Γιώργη που ήταν και η επίσημη πρώτη για τα θαλασσινά μπάνια. Οι πιο μεγάλες κοπέλες με   λουλούδια στα μαλλιά και τις σχολικές τους γαλάζιες ποδιές με τα άσπρα γιακαδάκια -αλήθεια τι ομορφιά έδινε αυτή ο ομοιόμορφη στολή – πιασμένες αγκαζέ βολτάριζαν πάνω κάτω, κουβέντιαζαν φωναχτά, χαχάνιζαν χαρούμενα και ξέγνοιαστα, τραγουδούσαν την πρωτομαγιά και έριχναν στα κλεφτά βιαστικές ματιές προς το μέρος των αγοριών που καθισμένα λίγο πιο πέρα τις παρακολουθούσαν με βλέμματα λαίμαργα αλλά και γεμάτα τρυφεράδα.

Η μέρα τέλειωνε γρήγορα-αλήθεια πόσο γρήγορα περνούν τα όλα τα ευχάριστα-και άρχιζε ο δρόμος του γυρισμού στην καθημερινότητα. Με το φως που έσβυνε σιγα σιγά, έσβυνε και το τραγούδι των παιδιών στο δρόμο που όπως γύριζαν για το σπίτι αποχαιρετούσαν μ’ αυτό την πιο όμορφη μέρα της ελληνικής φύσης. Όλα φυσικά, όλα αυθόρμητα, όλα κοντινά, όλα δικά μας, άνθρωποι, ζώα, φύση.

Ξέφυγα από τις αναμνήσεις μου ήρθα στο σήμερα. Δεν είδα πολλά λουλούδια στις πόρτες των σπιτιών, ούτε παιδιά με στεφάνια, ούτε ζώα λουλουδοστολισμένα. Ένα δυο σπίτια και ταξί  και αυτά με άοσμα λουλούδια του ανθοπωλείου. Τα σχολεία σε αργία, αλλά με τους μαθητές και δασκάλους από μακριά. Οι δάσκαλοι στα σπίτια τους και οι μαθητές στα μπαράκια. Οι άλλοι πάντα βέβαια στην εξοχή, όμως με το αυτοκίνητο και το  μηχανάκι. Πού ο χρόνος της πορείας προς την εξοχή για  τραγούδι στο Μάη, πού ησυχία να ακουστεί αυτό μέσα από τον ορυμαγδό των μεγαφώνων των κέντρων με τα λαϊκά τραγούδια, των διερχομένων αυτοκινήτων, των οργισμένων εργατικών ή αντιεξουσιαστικών συνθημάτων με τα οποία βγάζουν το άχτι τους κάθε τέτοια μέρα οι διάφορες  συνδικαλιστικές   κ.α. οργανωμένες ομάδες. Πού η απλότητα ψυχής, που η αναγκαιότητα για εξωτερίκευση γνήσια ανθρώπινων συναισθημάτων και ζεστασιά ανθρωπιάς! Σιγά σιγά  άρχισα πάλι να αισθάνομαι σαν κάτι να μου έλειπε, κάτι ένιωθα σαν ψεύτικο, κάτι σαν ένα κενό, σαν κάτι να έφυγε για πάντα, δίχως ελπίδα γυρισμού. Πάτησα νευρικά το γκάζι του αυτοκινήτου. Αυτό ξεχύθηκε μπροστά, να προλάβει τι; Το χρόνο που κυλά ή τη ζωή που  φεύγει και στο φευγιό της βλέπει τόσα και τόσα να αλλάζουν, τόσες όμορφες συνήθειες να χάνονται;




Σάββας Δρόσος - Τοπογράφος Μηχανικός
Σάββας Δρόσος - Τοπογράφος Μηχανικός
Σάββας Δρόσος - Τοπογράφος Μηχανικός
Σάββας Δρόσος - Τοπογράφος Μηχανικός