Ναυτικός Περίπλους στους Απιτύκους Καλύμνου-Γράφει ο Γιάννης Χειλάς

592

Στοιχεία από τη μελέτη « Αργοναύτες Οδυσσείς και Σφουγγαράδες»

Η μαγευτική παραλία των Απιτύκων. Νερά πεντακάθαρα, άσπρα παστρικά βότσαλα που λιάζονται  και στραφτοκοπούν στο φως του ήλιου. Πριν μερικά χρόνια, που όλοι μπορούσαν να έχουν μια βαρκούλα, πολλές οικογένειες χαίρονταν τις ομορφιές της σε ολοήμερες εκδρομές (διά θαλάσσης).Μπάνιο όλη μέρα, «βούλα νέσυρε»,  το τσουκάλι με τα φύλλα, που έβραζαν σε πρόχειρη παραστιά, η ντοματοσαλάτα με μπόλικους αχινούς που έβγαζαν από εκεί γύρω, το καρπούζι παγωμένο στα κρύα νερά και… χαλάρωση από την καθημερινότητα. Πώς τα καταφέραμε και κάναμε τη Φύση να μας «διώξει» από κοντά της;

***

Τελευταία παρουσιάστηκε στο Kalymnos News, ένα πραγματικά ενδιαφέρον «Οδοιπορικό στην περιοχή Απιτύκους Καλύμνου», όπου αναδείχτηκαν, μέσα από το φακό του έμπειρου εικονολήπτη – ρεπόρτερ Μάμα Χαραμαντά,  άγνωστες περιοχές  του νησιού, αλλά και η δυναμική της περιπατητικής ομάδας, (Μιχάλης Ανθούλης και Τζακ Γαβαλάς) όπου σαν αίγαγροι ανεβοκατέβαιναν απροσπέλαστα κατσάβραχα, δυσκολοπάτητες – για πρώτη φορά = πουπφούρες με γκρίφια και νεβολέματα, ανάμεσα σε πυκνοφυτεμένα  αγκατθωτά  κλατζιά, σινοπότζια, κι ασπαλάτθους,  Τοπία μοναδικά, άγριας ομορφιάς με απερίγραπτη μαγευτική θέα κι αρώματα από λιοψημένες θρυμπιές, θυμάρια και ακονιζές, που συναρπάζουν,  καθηλώνουν, αλλά και κεντρίζουν την περιέργεια όλων, πώς τέτοιες τοποθεσίες έμεναν άγνωρες, τόσο ως προς τη γεωγραφική τους θέση, όσο και για τα ονοματολογικά, τα ιστορικά και πολιτισμικά στοιχεία που «κρύβουν» μέσα τους;

Την περιοχή αυτή την γνώρισα εδώ και σαράντα χρόνια, όταν με τη βαρκούλα μου έβγαινα για ψαρέματα, στ’ ανοιχτά για παραγαδιές και  στις ακτογραμμές της για να μαζέψω αλάτι από τις αλοτσόγουρνες, κοτσυλοπάτελα και καούρους, αλλά και βουτιές σαν τους κέφους σε ρηχά νερά για αχινιούς. Κι είχε τόσους πολλούς, έβγαζες όσους ήθελες!

Κάποια στιγμή το ονοματολογικό μέρος – τα τοπωνύμια της περιοχής έγιναν αντικείμενο της μελέτης μου, λόγω του γλωσσικού  περιεχομένου  το  οποίο διαπίστωσα ότι έχει άμεση σχέση με την ξυλεία και  την κατασκευή των πλεούμενων στη διαχρονική ιστορική εξέλιξη της, από τα Αργοναυτικά, τα Ομηρικά χρόνια μέχρι τα τελευταία χρόνια, που η φαμίλια μου οι «Γλάροι»» αλλά και οι άλλοι καραβομαραγκοί στο Λαφάσι – τον ταρσανά, σκάρωναν τα σφουγγαράδικα πλεούμενα.

Ας γνωρίσουμε λοιπόν την περιοχή αυτή, κάνοντας ένα  «Ναυτικό Περίπλου», γιαλό –  γιαλό στην περιοχή Απιτύκοι, που βρίσκεται στο ακραίο   Βόρειο – Δυτικό ( Β.Δ) τμήμα του νησιού της Καλύμνου. Αρχίζει από την μικρή βοτσαλωτή παραλία των Απιτύκων, συνεχίζεται προς τα βόρεια στην περιοχή Χαλασουριές με τους κατακρημνισμένους ογκόλιθους, άλλους κατάγιαλα να τους κτυπούν αλύπητα οι θάλασσες του Πουνέντη (Δ) και της Μαΐστράλας ( Β.Δ) κι άλλους ποντισμένους στα νερά και καταλήγει  στο ακρωτήρι Πιταρίδια, που βλέπει προς το νησί της Λέρου. Μπροστά στο μούτσουνο του κάβου βρίσκονται δυο μακρόστενα  νησάκια. τα Γλαρονήσια. Μια στενή λωρίδα θάλασσας, το Διαπόρι τα χωρίζει.  Εκεί είναι που λέει και το τραγούδι « Πήγαμε και  καλάραμε πέρα στο Διαπόρι και πιάσαμε ψάρια πολλά μαζί κι ένα χταπόδι»

Και τώρα, ας έρθουμε  στα ιστορικά και πολιτισμικά στοιχεία της περιοχής. Οι λέξεις που σηματοδοτούν  αυτά τα στοιχεία είναι η πίτυς (πίτυος),  που σημαίνει η πεύκη = το πεύκο. και ο απίτυκας που σημαίνει ο εξωτερικός φλοιός των μεγάλων και πανύψηλων πεύκων.

Οι ευφάνταστοι Έλληνες πρόγονοί μας πάντα  έδιναν μέσα από μύθους την εξήγηση, σε κάθε στοιχείο ή φαινόμενο της Φύσης. Έτσι έγινε και με την Πίτυν  την πανέμορφη Νύμφη των δασών. Αυτήν, σύμφωνα με τη Μυθολογία, την πολιορκούσαν ερωτικά ο τραγοπόδαρος  θεός Πάνας και ο Βορέας. Η Πίτυς διάλεξε το «φλογερό», βοσκαρούι των βουνών τον Πάνα. Τι να ζηλέψει από το δυνατό και παγερό Βοριά; Ο Βοριάς αμέσως μάνιασε κι άρχισε με το δυνατό του φύσημα να την  καταδιώκει  και να την σπρώχνει στην άκρη των γκρεμών, Όμως τελευταία στιγμή  η Γή την έσωσε, της έδωσε χώμα κι αυτή ρίζωσε, έγινε πεύκο που με τις πευκοβελόνες του αντέχει στο φύσημα των βοριάδων, λυγίζοντας όλο προς το Νοτιά.

Ας μην παραλείψουμε και τον άθλο του Θησέα, ο οποίος σκότωσε τον τρομερό ληστή Σίνη τον πιτυοκάμπτη που στεκόταν σε πέρασμα, εκεί κοντά στην Κάρινθο και όποιον συλλάβαινε, τον έδενε στις κορυφές δυο πεύκων, τις οποίες πρώτα λύγιζε. Αφήνοντας έπειτα τα δέντρα ελεύθερα τον έσχιζε στα δυο.

Απ’ τη λέξη λοιπόν πίτυς – πεύκο έχουμε πολλά τοπωνύμια  που φανερώνουν την ύπαρξη πεύκων – πευκώνων  στην εκεί περιοχή.

Πιτυούσσα : Προσωνυμία πολλών αρχαίων πόλεων όπως η Μίλητος, η Χίος, η Σαλαμίνα, η Λάμψακος κ.α.

 Πιτυούσσαι:  Το όνομα δυο μικρών νησιών ( Έβυσος και Οφιούσα) κοντά στην Ανατολική ακτή της Ισπανίας. Ονοματίστηκαν από  αρχαίους Έλληνες  αποικιστές.

Πιτύκι : Μικρός πευκόφυτος χώρος στο νησί Λέρος, που συνυπολογίζεται…  με τας «Καλύδνας νήσους» της Ομηρικής Εποχής.

Πιταρίδια: Ακρωτήριο – Κάβος στη Β.Δ. πλευρά της Καλύμνου. Στην περιοχή θα πρέπει να υπήρχαν, λόγω του άγονου εδάφους, μόνο μικρά πευκάκια, γι αυτό και η ονομασία Πιταρίδια, (κατά το σπορί – σπορίδια, που σημαίνει μικρό  και άγονο χωράφι – « σπορί» , για σπορά δημητριακών.)

            Από τη λέξη απίτυκας που σημαίνει εξωτερικός φλοιός του μεγάλου πεύκου και κατ’ επέκταση την έννοια πευκώνα με μεγάλα – μεστωμένα πεύκα πήρε το όνομα

και η περιοχή Απιτύκοι. Πράγματι η περιοχή είναι πιο χωμάτινη και θα πρέπει να είχε μεγάλα πεύκα. Όμως ο πευκώνας αυτός πρέπει να καταστράφηκε, να καταποντίστηκε από μεγάλες γεωλογικές μεταβολές (έγινε μεγάλος χαλασμός),  και κατολισθήσεις,  που υπάρχουν  ως τα σήμερα δικαιολογώντας  και την ονομασία Χαλασουριές

            Ο απίτυκας  σαν υλικό, εκτός από το ρετσίνι του πεύκου είχε την ξεχωριστή χρησιμότητά του Οι  Καλύμνιοι σφουγγαράδες και ψαράδες έκαναν χρήση του απίτυκα για να βάψουν τα δίχτυα, τα σχοινιά,  και τα πανιά  των πλεούμενών τους. Κοπάνιζαν τον απίτυκα και μετά τον έβραζαν σε μεγάλα καζάνια ή μισοβάρελα και έβαζαν μέσα ολονυχτίς τα παραπάνω ναυτικά εργαλεία τα οποία και έπαιρναν χρώμα αλλά και αντοχή απ’ το ρετσίνι  του πεύκου που περιείχε.

            Τη σκόνη του κοπανισμένου απίτυκα την ανακάτευαν και με λινέλαιο ή ρετσίνι πεύκου  και έκαναν βαφή για λουστράρισμα  επίπλων και τέμπλων εκκλησιών. Απ’ αυτό μπορούμε να οδηγηθούμε με σιγουριά στον χαρακτηρισμό που δίνει ο ΄Ομηρος για τα κοκκινόπλωρα- φοινικόπλωρα καράβια «νέας φοινικοπαρήους» ( Οδ. λ΄ 124 και ψ΄ 272) . ΄Εβαφαν – λουστράριζαν δηλαδή τις μάσκες – τα μάγουλα της πλώρης των καραβιών  τους με απίτυκα που έχει το βαθυκόκκινο, προς το καφέ χρώμα και που είναι ίδιο απαράλλαχτο με το χρώμα του ώριμου χουρμά, του καρπού της φοινικιάς. Επίσης την σκόνη – πούδρα,  από  καλά κοπανισμένο απίτυκα χρησιμοποιούσαν ως  γιατρικό στα «συγκάματα» – ερεθισμένες επιδερμίδες, των μωρών αλλά  κ.α.

***

Μεγάλοι κορμοί πεύκων  (βουβά ξύλα) με τον απίτυκά τους

Η πίτυς- το πεύκο και η χρήση της στη ναυπηγική

« Πίτυς βλωθρή»  : Πανύψηλο βουνίσιο πεύκο.

                                                 «  ……………………………..  δρυς ή αχερωίς,

ηέ  πίτυς  βλωθρή, ην τ’ ούρεσι τέκτονες άνδρες

εξέταμον πελέκεσσι  νεήκεσι νήϊον είναι.»      Ιλ. Ν 389-91

(….βελανιδιά ή λεύκα ή πεύκο ψηλό βουνίσιο που το κόβουν με κοφτερό πελέκι, τεχνίτες ξυλουργοί για να κάμουν ξυλεία καραβίσια.)

« μακρήσιν τε πίτυσιν ιδέ δρυσίν υψικόμοισιν»   Οδ. Ι΄ 186

(μακριά πεύκα και ψηλόκορφες βελανιδιές για την τρόπιδα -καρένα)

Τα βουνίσια πεύκα, ήταν και είναι η πιο κατάλληλη ξυλεία για πλεούμενα π’ αρμενίζουν τη θάλασσα. Μ’ αυτά κτίστηκε – σκαρώθηκε η «πασιμέλουσα Αργώ» (η τραγουδισμένη απ’ όλους Αργώ) και τα πλεούμενα της Ομηρικής εποχής. Τα προτιμούσαν οι «τέκτονες»- καραβομαραγκοί γιατί, άρμεγα όπως ήταν απ’ το ρετσίνι τους, ήταν πιο ανθεκτικά στην αρμύρα του θαλασσινού νερού, δεν τα έπιανε εύκολα το σκουλήκι (σαράκι του ξύλου), ήταν και ευλύγιστα για τα κυρτά μέρη του πλοίου,  αφού πρώτα τα ζέσταιναν με φωτιά, Πάνω στο βουνό, λόγω των δυνατών αγέρηδων, τα πεύκα αυτά είχαν πολλούς στραβόκλωνους, – «σταβόξυλα, που  ήταν κατάλληλοι για σκαρμούς και  ό,τι γυρτό ξύλο χρειαζόταν στην κατασκευή των παραδοσιακών ξύλινων πλεούμενων.

Οι σύγχρονοι συνεχιστές της ξυλο-ναυπηγικής παράδοσης, όπως αυτή πέρασε από  γενιά σε γενιά  χρησιμοποιούν ακόμα και σήμερα, όπως και τότε, τα ίδια υλικά για την κατασκευή των πλεούμενων. Για τη σκαρμολόγηση- τους νομείς, αγριόξυλα όπως αγριοβελανιδιές, αδραμύτθους, σ(υ)καμνιές – (μουριές), ευκαλύπτους και για το πέτσωμα, μαδέρια (δούρα)  άρμεγα απ’ το ρετσίνι τους, αγριόπευκα «πίτυς βλωθρή» της Σάμου, της Ρόδου, της Μυτιλήνης κι  απ’ όπου τους είναι εύκολη η προμήθεια. ΄Ολη η ξυλεία που θα μπει στο καΐκι είναι καλά προσεγμένη, γι αυτό και οι μαστόροι ανεβαίνουν οι ίδιοι στα δασωμένα βουνά για να επιλέξουν ποια δέντρα και τι μορφή ξύλου θα τους είναι χρηστικό. Αυτό έκαναν και οι Καλύμνιοι ταρσανατζήδες, οι οποίοι κάθε φορά που ήθελαν να παραγγείλουν ξυλεία καραβίσια, ταξίδευαν στους τόπους όπου είχε «ξυλεία», ανέβαιναν στα  δασωμένα  – πευκοδάση  και υποδείκνυαν στου υλοτόμους ποια δέντρα θα κόψουν.  Ο Μαστρο-Γιάννης ο Χαλίκος απ’ την Κάλυμνο, το 1948 σκάρωσε ολάκερο καραβόσκαρο   στα Νικιά  της Νισύρου και όλη τη ξυλεία της σκαρμολό(γ)ησης την έκοβαν οι σχιτζήδες, επί τόπου, στο βουνό. Την ετοίμαζαν στις πλαγιές με τους αγριο-αδραμύτθους, που έχουν ξύλο εξ ίσου σκληρό και ανθεκτικό με αυτό της βασιλικιάς βελανιδιάς και την κουβαλούσαν με μουλάρια στο γιαλό, όπου γινόταν το σκάρωμα – η συναρμολόγηση – το άρμοσμα. Η πέτσωση όμως του πλοίου έγινε από Ροδίτικα πεύκα.

Αλλά και τα καλόξυστα ισόβαρα – ισοζυγιασμένα κουπιά, που τά ’καναν  οι κουππά(δ)ες στα σφουγγαροκάικα να λυγίζουν, ακόμα και να σπάνε στις δυνατές απαλάμες τους, τ’ άλμπουρά τους, τις αντένες τους, τα καμάκια τους κι αυτά  φτιάχνονται  από λυγερά έλατα και ψηλόκορφα κυπαρίσσια!

Κάλυμνος,, μήνας Γυαλιστής του ….

                                                              Γιάννης Αντ. Χειλάς

Σημ: Η ερμηνεία που δίνεται για την  περιοχή Πιταρίδια, Απιτύκοι, Χαλασουριές και «φοινικοπάρηες    νήες»,  στηρίζεται στα «Αργοναυτικά» του Απολλώνιου του Ρόδιου, στα «Ομηρικά έπη» και σε πραγματιστικά στοιχεία,  μαρτυρίες παλιών θαλασσινών, αλλά και προσωπικά βιώματα. Αμέτρητοι οι κορμοί πεύκων που κουβαλήθηκαν στον ταρσανά των γονιών μου, αλλά και αναμνήσεις, όταν  εκεί στην παραλία του νησιού, κοπάνιζα απιτύκους για να βάψουν δίχτυα  και σπάχους παραγαδιών οι ψαράδες που σύχναζαν στον καφενέ του παππού μου, του Θέμελη του Καμπουράκη (1950….)




Σάββας Δρόσος - Τοπογράφος Μηχανικός
Σάββας Δρόσος - Τοπογράφος Μηχανικός
Σάββας Δρόσος - Τοπογράφος Μηχανικός
Σάββας Δρόσος - Τοπογράφος Μηχανικός