Θάνατος και ταφή των σφουγγαράδων-Γράφει ο Γιάννης Χειλάς*

1032

Μνήμη και Μνημόσυνο στους Καλύμνιους προγόνους σφουγγαράδες μας

Το Ναυτικό Μουσείο χαιρετίζει την πρωτοβουλία του Αναγνωστηρίου
Καλύμνου «Αι Μούσαι» να οργανώσει εκδηλώσεις αφιερωμένες στο Έπος της Σπογγαλιείας στο νησί μας.

Ως υπεύθυνοι του Ν. Μουσείου κάνουμε γνωστό ότι το Ν. Μουσείο, «Η Κιβωτός της Ναυτικής και Σπογγαλιευτικής μας Παράδοσης», οργανωμένο και ανακαινισμένο λειτουργεί καθημερινά και προσφέρει, μέσα από το πλούσιο φωτογραφικό υλικό και τη μοναδική Συλλογή εκθεμάτων του, στους επισκέπτες την ιστορία του «Έπους της Σφουγγαροσύνης», τιμώντας έτσι ζωντανή τη μνήμη τους και προβάλλοντας τη ναυτική Παράδοση του τόπου μας.

Το παρακάτω Κεφάλαιο, από το πολυβραυβευμένο βιβλίο « Το Έπος των
Σφουγγαράδων της Καλύμνου» του Γιάννη Χειλά, υπεύθυνου του Ναυτικού Μουσείου Καλύμνου, θα δώσει τη δυνατότητα στους αγαπητούς αναγνώστες να γνωρίσουν την σκληρή και ανελέητη ζωή του Σφουγγαρά.

Σφουγγαράδες κηδεύουν το σύντροφό τους στην Αμοργό (1939)

Η φωτογραφία είναι αφιέρωση του Κυριάκου Χατζηδάκη και εκτίθεται στο Ν. Μουσείο Καλύμνου.
Ο δύτης Μανώλης θεοφίλη Κλωνάρης «Φατολίτης», χτυπήθηκε απ’ τη νόσο των δυτών, , βουτώντας στις 40 περίπου οργιές (70 -75μ.), στα γκρεμμά της Αμοργού. Απεβίωσε εκεί λίγες μέρες αργότερα. Ήταν 48 χρόνων. Μετά τον πόλεμο του 40’ η οικογένειά του πήγε στην Αμοργό για νε μεταφέρει τα οστά του στην πατρίδα Κάλυμνο, για να «αναπαυτεί» στο κοιμητήρι των γονιών του. Δυστυχώς, από μαρτυρία της τότε νεωκόρου του εκεί Ι . Ναού τα οστά ξεθάφτηκαν και τοποθετήθηκαν – ανακατεύτηκαν μαζί με άλλα σε οστεοφυλάκιο
.

Σκληρή και στερημένη η ζωή στ’ άγονα και πετράδικα, όλο ξεραΐλα σφουγγαρονήσια όπως το νησί της Κάλυμνος. Μόνη διέξοδος για επιβίωση η ξενιτιά, η θάλασσα και το βούτθος για το σφουγγάρι. « Εκεί κατελούσαν ούλοι»!
Κάτω από το σκληρό, το πέτρινο, το κορακίσιο και αρπακτικό βλέμμα του «εκκινητή» – του ξεκινητή – χρηματοδότη, τ’αφεντικού της σφουγγαράδικης ξεκίνησης, την ώρα του κουντράτου = της συμφωνίας, καπετάνιος –πλοιοκτήτης της σφουγγαράδικης ξεκίνησης, βουτηχτάδες και «κουβέρτα» – πληρώματα καταστρώματος, δίνουν τα χέρια, φέρνουν στα χείλη το στυφό μπρούσκο κρασί και δίνουν τον όρκο του Σφουγγαρά. ‘
«Αυτά που πήραμε – τα «πλάτικα» έχουμε χρέος να τα δουλέψουμε πάση θυσία. Το νησί, οι φαμελιές μας, μας περιμένουν, αν δώσει ο Θεός και γυρίσουμε ζωντανοί απ΄το σφουγγάρι, δουλεμένους. Αλλιώς θα πεινάσουμε, δεν έχει του χρόνου. « Ή σφουγγάρι ή τομάρι»!
Έκαναν λοιπόν οι σφουγγαράδες το σταυρό σους και σκορπούσαν «σαν τα πουλιά που τα κυνηγά η μπόρα». Χάραζαν ρότα για τόπους απόμακρους και άγνωστους όπου κανείς δεν είχε ελπίδα να φτάσει σώος, με την ελπίδα μπας βρουν νέους πλούσιους σφουγγαρότοπους, για να βγει το μεροκάματο.

Τα κύματα της Μπαρμπαριάς, έρχονται τρία τρία
Και μένα το παιδάκι μου το ‘πνιξε η τρικυμία»
Μάνα καημός, μάνα καημός, σαν έλθει η θάλασσα ‘πο μπρός

Κι η θάλασσα ξανοιγόταν μπροστά τους πλατιά κι ανταριασμένη. Οι κάβοι, οι ξέρες, συμπληγάδες που καιροφυλακτούσαν να τους τσακίσουν. Πόσα και πόσα πλεούμενα δεν βρέθηκαν πεταμένα όξω στ’ άγρια βράχια και πόσοι δεν άφησαν τ’ άψυχα κουφάρια τους, στα κοφτερά σπιρούνια των κακοτράχαλων ακτών;

Πάλεψαν μες σε μανιασμένες θάλασσες, με κύματα βουνά ολάκερα. Έπεσαν σε κακοσύνες, με λυσσασμένους αέρηδες, τότες που η Φύση έβγαζε ούλο της το άχτι. Τα σκάφη τους μικρά, φελούκια στη μάνητα των καιρών. Και μέσα στις κοσμοχαλασιές και τις θεομηνίες « χάθηκαν πλεούμενα αύτανδρα, χωρίς να φανεί η φανιά τους» όπως έγινε με τη σκούνα , το ντεπόζιτο του Καπ – Μιχάλη Καμπουράκη, που στο γυρισμό από τη Σφάξη της Τυνησίας, στα 1900 περίπου, χάθηκε και δεν ματακούστηκε με τον καπετάνιο της, τους δυο γιούς του, τον άντρα της κόρης του και τρεις ακόμα ναύτες .

Ο κίνδυνος για τα πληρώματα κουβέρτας – καταστρώματος ήταν μεγάλος στο αρμένισμα, ιδίως στα πανάδικα – ιστιοφόρα. Έπρεπε να κινούνται στην κουβέρτα, να μανουβράρουν τα πανιά, τ’ άρμενα, να ανεβοκατεβαίνουν στα ξάρτια, στα ψηλά άλμπουρα. Ένα παραπάτημα, ένα κόψιμο σχοινιού, ένα ξαφνικό τουμπάρισμα στις αντένες των πανιών, της μάτσα, το λασκάρισμα της σκότθας «Δε μ’ έτρωγε η Μπαρμπαριά, δε μ’ έτρωγε η σκότθα/ παρά που ήρτα κι ήβρα την, την άτιμη σου πόρτα», μια χοντρή θάλασσα που μπουκάριζε μες στο καΐκι ζωντανή και … πάει τον πήρε τον άνθρωπο. Κι άντε να επιστρέψουν πίσω να τον μαζέψουν. Πού να τον βρουν, την ώρα που όλα χανόταν. Πάει «τον έφαγε το μαύρο κύμα, τον κατάπιε η ρουφήχτρα η θάλασσα»! Κι οι συντροφοναύτες του μουδιασμένοι, έβγαζαν το κασκέτθο τους και σταυροκοπιόταν. Το δάκρυ τους, αλάτι που πάστωνε τις μαυρισμένες καρδιές, γινόταν ένα με τις νερουπίες που έλουζαν το σκάφος πατόκορφα = «Θεός σχωρέστονε . Ας τον αναπάψει στον υγρό του τάφο!»

Οι μεγάλοι όμως κίνδυνοι για τους σφουγγαράδες βουτηχτάδες, καιροφυλακτούσαν πάνω στη δουλειά, στο «βούτθος» Αυτοί βουτούσαν όπου την πάρει, σε άπατα μαύρα νερά, ασταμάτητα. «έβγα ήλιε κάτσε ήλιε», χωρίς αναπαμό και σκόλη. Κάθε βουτιά τους ήταν η πρώτη και ίσως η τελευταία. Κανένας δεν γνώριζε, αν θα έβγαινε πάνω ζωντανός ή τσακατεμένος – ανάπηρος ή θα τον έτρωγε το «ψάρι» – σκυλόψαρο.

«Το ψάρι και το Λατάρι», πίνακας ζωγραφικής του Γιάννη Χειλά

Αλησμόνητο μένει το θρυλικό συμβάν του «ψαροφαγωμένου» σφουγγαρά Γιάννη Τριαντάφυλλου, πού ‘χε το παρατσούκλι το «Λατάρι». Το συμβάν έγινε κατά το καλοκαίρι του 1888 –89 στα νερά της Μπαρμπαριάς, στην Τριπολίτιδα ανοιχτά στα Οβραίικα. Ο γυμνός αυτός σφουγγαράς, κατεβαίνοντας σαν βολίδα στο βυθό με το σκαντάλι ( 30 με 35 οργιές ), χώθηκε στα σωθικά Ψαριού. Φαίνεται πως η βαριά σκανταλόπετρα χτύπησε το Ψάρι στον οισοφάγο, που τον ξέρασε αμέσως και καθώς αυτός έβγαινε του ξέσκισε – χάραξε βαθιά με τα κοφτερά δόντια το πάνω μέρος του σώματός του.

Το «ψάρι» – ο «σκύλος» ήταν ο φόβος και ο τρόμος των σφουγγαράδων που δούλευαν θεόγλυμνοι, βουτώντας με το σκαντάλι = σκανταλόπετρα, μόνο με την αναπνοή τους σε βάθη των 30 και 40 οργιών (60 και 70 μέτρα) . Κι εκεί, στο γρήγορο κατέβασμα ή ανέβασμά τους, ορμούσε απρόσμενα το Θεριό. Κι ανέβαζαν το σκανταλόσχοινο στη βάρκα οι κουπάδες, πότες άδειο, χωρίς άνθρωπο – τον έχαψε το κήτος – πότες το μισό κουφάρι, πότες μια κουτάλα (χέρα) ή ό,τι απόμεινε απ’ αυτά που άρπαξε το «ψάρι φονιάς»

Κι έπαιρναν οι συντροφοναύτες τ’ απομεινάρια του κακοθανατισμένου, του δύσμοιρου συντρόφου σφουγγαρά, για να το θάψουν, με πόνο καρδιάς «περικλαίοντες», σε κάποιο έρημο γιαλό ή αν ήταν σε μέρη χριστιανικά (Κρήτη, Κύπρο, Ελληνικά νησιά) στο νεκροταφείο κάποιου παραλιακού τόπου. Κι ένας άδειος τενεκές του καβουρμά για κεφαλάρι σε παράμερο μνήμα, ένας ξύλινος σταυρός, «ξένος σταυρός» για τους ντόπιους, ο σταυρός του σφουγγαρά. Ίσως κάποιος θεόσταλτος παπάς να τον μνημόνευε κάπου- κάπου και κάποια πονετικιά κοπελιά να του άναβε καντήλι!

Το μεγάλο όμως τσακατελίκι, τόσο σε θανατικά όσο και σε αναπηρίες, απ’ τη νόσο των δυτών, ήταν για τους σφουγγαράδες, δύτες, σκαφανδροδύτες, Μηχανικούς που βουτούσαν με το σκάφανδρο από το 1986 και με το Μηχάνημα = Φερνέζ από το 1920 -21. Η κακή χρήση των καταδυτικών Μηχανών, η άγνοια των κανόνων κατάδυσης, οι ανάγκες της σκληρής δουλειάς, το βούτθος σε βαθιά νερά, ο αγώνας και το πάλεμα για πολλά σφουγγάρια, είχε σαν αποτέλεσμα να «σκάνε» = να πνίγονται από ασφυξία δεκάδες λεβεντονιοί κάθε χρόνο και ολόκληρες κοινωνίες να βυθίζονται στο πένθος. Άσε που διπλάσιοι σχεδόν από τους πνιγμένους έμεναν τσακατεμένοι, ανάπηροι «εφ όρου ζωής» καραβοτσακισμένοι να σέρνονται στην ανέχεια και στη λύπηση.

Οι σφουγγαράδες δούλευαν σε ερημικές ακτές της Β, Αφρικής, ανοικτά σε πάγκους και σπλάζες, μίλια μακριά από στεριά, πολιτείες και λιμάνια Τα καΐκια τους ήταν πανάδικα, οι καιροί ακατάστατοι δεν τους ήταν βολετό να πιάσουν στεριά, να πάνε όπου ήθελαν. Έτσι σαν τους λάχαινε το κακό και ο καιρός ήταν ευνοϊκός και μπορούσαν, γιάλωναν σε κάποια ερημική παραλία, έσκαβαν ένα λάκχο κατάγιαλα, εκεί που σκάει το κύμα και έθαβαν – έριχναν μέσα- το άψυχο μελανιασμένο, το μαύρο κουφάρι σου «σκασμένου» συντρόφου, έμπηγαν ένα πρόχειρο σταυρό από σκευροσάνιδα στο μνημούρι, το ράντιζαν μ’ αγιασμό, κάποιος διάβαζε λίγα λόγια χριστιανικά, έψελναν με δάκρυα στα μάτια κάποιους ψαλμούς και με πονεμένη καρδιά ξανοίγονταν στο πέλαγος, για να συνεχίσουν το βούτθος την ίδια μέρα. Χασομέρι η δουλειά δεν είχε!

Σε άλλες περιπτώσεις, ήταν τόση η βιασύνη τους, να τελειώνουν με τους σκασμένους, που ζεστούς ακόμα τους έριχναν στον αμμόλακχο και έφευγαν μάνι – μάνι, μην τους ακολουθήσει ο πνιγμένος. Υπάρχουν μαρτυρίες από παλιούς, πως σφουγγαράδες που θάφτηκαν το απόγευμα, το βράδυ με την πυράδα του νάμμου τους ήρθε «μετεφορά» δηλ. συνήλθαν, ξαναζωντάνεψαν και ρηχοφυτεμένους όπως τους είχαν , βγήκαν από το μνημούρι τους και κολυμπώντας ανέβηκαν στο πλοίο τους που ήταν αραγμένο εκεί αρόδο, κόβοντας τη χολή των συντρόφων, οι οποίοι τους πέρασαν για φαντάσματα. Και τι ειρωνεία; Ξαναβουτώντας την έπαθαν αυτή τη φορά μια για πάντα. Δεν ξανασηκώθηκαν!

Αν όμως ο καιρός δεν τους άφηνε να γιαλώσουν, τότες πού να τους πάνε τους σκασμένους; Ο ποθαμμένος στο καΐκι ήταν βάσανο, μπελάς. Και γι αυτό, υπάρχουν πολλές προφορικές αλλά και γραπτές μαρτυρίες, που τους φουντάριζαν στη θάλασσα «σαβουρωμένους». Τους έβαζαν μες σε τσουβάλια των σφουγγαριών με κάποιο βάρος για πατώνουν και …φούντα τους έριχναν στο βυθό. Για τα παραπάνω πιστοποιεί ο Κάρολος Φλέγελ, Ρώσος καθηγητής ο οποίος ήρθε στη Κάλυμνο το 1892 και συγκλονισμένος απ’ την απάνθρωπη και δραματική κατάντια των σφουγγαράδων αφιέρωσε τη ζωή του αγωνιζόμενος για την κατάργηση του σκαφάνδρου. Γράφει λοιπό ο Φλέγελ στις πραγματείες του: «Εάν ο δύτης πάθει ασφυξία μέσα στο σκάφανδρο η κεφαλή αυτού παραμορφούται φρικτώς και τόσο εξωγκούται, ώστε δέον να κερματιστεί δια να ληφθεί εκ της χαλκίνης περικεφαλαίας και ολίγα λεπτά μετά το φρικαλέον τούτο θέαμα, άλλος δύτης ενδύεται την αυτήν περικεφαλαίαν, αντιμετοπίζων δίκην μονομάχου τον αυτόν θάνατον, ενώ άλλοι σύντροφοι θάπτουσι τον νεκρόν εν τω βυθώ της θαλάσσης, εντός σάκου βεβαρημένου διά πετρών»

Συγκλονιστική είναι και η μαρτυρία του Αντώνη Θ. Μουνούχου για τον παππού του τον Θέμελη, το « Φανταράκι» όπως τον έλεγαν στο Χωριό, που στα 1910 νιόπαντρος «ήσκασε με το σκάφανδρο». Η γυναίκα του, 20 χρονών , φρεσκογκαστρωμένη, στο ξόι του ποθαμένου άντρα της, σαν της έφεραν το μαύρο χαμπάρι, ξεσπά με το παρακάτω μοιρολόι
Δεν κλαίμε Θέμελη που πόθανες γιατί ποθαίνουν κι άλλοι
Μον κλαίμε κι οδυρόμαστε, που σε σαούρωσαν μέσα εις το τσουβάλι.
Χωρίς παπά, χωρίς σταυρό και μνήμα, κι είναι μεγάλη η πίκρα μας, κι είναι βαρύ το κρίμα.
Ας σ’ έφερναν και σένανε Θέμελη στα Λινάρια, ως φέρασι τον κύρη σου και κλαίγαν τα πουντάρια.
Στο νιογέννητο μωρό έδωσαν το όνομα του πατέρα : Θέμελης το «Ορφανό»
Οι τόποι όπου έφαβαν τους σκασμένους σφουγγαράδες ήταν το Ασπρονήσι και το Φωκιονήσι στη Βεγγάζη, στο νησί του Ζορντού στην Αλεξάνδρεια, το Καραβολονήσι στη Ντέρνα και στου Βασίλη τις Ξέρες στις μαύρες ερημιές . Πολλές οι ιστορίες που φέρνουν τρόμο για τους νεκρούς στη σπηλιά του Ασπρονησιού, όπου σωρός τα κόκκαλα των πνιγμένων σφουγγαράδων, σε κάποια μικρή σπηλιά. Φόβος και τρόμος, μόνο στ’ όνομα αυτό. Γράφει σφουγγαράς στη μάνα του:
«Της Μπαρμπριάς τα βάσανα, της Αραπιάς καΐλες
και τ’ Ασπρονήσι το πικρό το βρουκολακιασμένο
Μην τα ρωτάς μανούλα μου, μην τα πολυπιστεύεις
Κι αν έλαχες τα πίστεψες, μην ματαλές τα μάνα
Μην τ’ αγροικήσει μου η αδελφή κι η κόρη που θα πάρω
Μην και σκιαχτούν μικρές- μικρές, τι θα μαυροφορέσουν»

Οι σφουγγαράδες σαν έβγαιναν έξω σ’ αυτά τα ξερονήσια να λιάσουν τα σφουγγάρια τους ένιωθαν πως τους περίμεναν οι αλειτούργητες ψυχές των τόσων κακοθανατισμένων συντρόφων τους, που φουρκισμένοι, όλο θυμό κλωθογύριζαν εκεί πάνω, χωρίς καντήλι αναμμένο, χωρίς ψαλμούς και κόλυβα. Κι ήταν όλο παράπονο και παρακαλετά μαζί, γιατί τους παράφηκαν παντέρημους στην ξένη γη και δε βρέθηκε ούτε ένας συγγενής, ούτε ένας καπετάνιος, ούτε ένα συντοπίτης, ούτε ένας από τους Δημογέροντες να ρθουν, να νεμαζέψουν το κόκχαλά τους και να τα φέρουν στο νησί, να τα θάψουν σε κοιμητήρι, να καταλαγιάσουν οι ψυχές τους και να βρουν επιτέλους ανάπαψη. Ψυχανεμίζουντο το παράπονο και το παρακαλετό τους και ριγούσαν: = «Γιατί τόση αχαριστία; Πνιγήκαμε και μας παραρίξατε σαν τα σκυλιά! Απ’ τον ιδρώτα μας, το αίμα μας, το πάλεμά μας σε άπατα, αλογάριαστα νερά δεν βγήκε το σφουγγάρι, η ζήση και η προκοπή αυτού του τόπου!
Αυτά τα σκληρά κι απάνθρωπα, που δεν μπορεί ο νους να τα χωρέσει, είναι πέρα για πέρα αληθινά και τα γέννησε η ίδια η φύση της σφουγγαροδουλειάς, του πιο ανελέητου και θανατηφόρου επαγγέλματος.

Κι έφευγε το πικρό, το μαύρο χαμπάρι (είδηση) του σκασμένου σφουγγαρά, του «Άδωνη του Πελάγους», μαύρη κατάμαυρη «πίσσα κόλα» κουρούνα πετσοκόλα, πετούσε το Λιβυκό Πέλαγος κι ερχόταν και φώλιαζε στην ψυχή της Καλυμνιάς Γυναίκας, του νησιού ολάκερου. Ποτάμι πολύβουο, πού έσπασε τον φράκτη και μπουκάρισε στον κάμπο ρημάζοντας τα πάντα, ο πόνος των εδικών και των γνωστών ροβόλησε τουφλωμένος σε μαύρο τσεμπέρι στο σπίτι του σκασμένου μηχανικού. Βαρύ το πένθιμο χτύπος της καμπάνας καρφώνει τα σωθικά όλων. Και σάμπως σε αρχαία τραγωδία που ο πρωταγωνιστής Χορός οδύρεται στον πόνο των ηρώων, στήνεται το «ξόι». Στη μέση της σάλας, κατάχαμα, σε πάνα απάτητη, τα ρούχα, η καλή του αλλαξά, το κασκέτο του, το κεχριμπαρένιο κομπολόι του. Η κορνιζομένη φωτογραφία του, δίπλα του η εικόνα, το θυμιατό και το λαΐνι με το νερό για το στερνό ταξίδι που δεν είχε γυρισμό.

Οι τοίχοι δεν είχαν καρδιά κι όμως ράγισαν. Σφαλίστηκαν τα παραθυρόφυλλα. Μαύρισαν με φούμο – καραπογιά τα πεζούλια και οι κουμούλες της αυλής. Μαράθηκαν οι πλατύφυλλοι σγουροί βασιλικοί απ’ την αποτισιά. Καθρέφτες, κάντρα και στολίδια του σπιτιού σκεπάστηκαν να μην θωρούν τη πίκρα που ξεχείλιζε. Κι ένα γύρω οι μοιρολογίστρες, χήρες, μάνες χαροκαμένες, νεμαλλιασμένες, ξέστηθες να χτυπούν τα στήθια να τα μελανιάζουν, να γδέρνουν με τα νύχια σαν λέαινες τα μάγουλα, να ξεζχίζουν τις σάρκες ως να ματώσουν.

Κι άρχιζε το σπαρακτικό μοιρολόι, πού ΄λεγε για τις χάρες του νεκρού και καταριόταν τον Χάρο και αυτούς που ήταν οι αιτία του κακού. Δίπλα, στην κρεμαστή κούνια, πάνω από τον κράτθο (κρέβατο) ακουγόταν γοερό το κλάμα του νιογέννητου μωρού του σφουγγαρά. Μονομιάς κόπηκε το γάλα στο ρογοβύζι της νιογέννητης μάνας , που χήρεψε στα εικοσιδυό. Απ’ τα πικραμένα στήθια μόνο φαρμάκι θα βύζανε πια!
Κορυφαία του τραγικού Χορού, τρισχαροκαμένη μάνα πού’ χασε άντρα και δυο γιούς στο σφουγγάρι, λύκαινα που της πήρε κυνηγός τα νιοβύζαχτα μωρά της, ουρλιάζει το Χάρο να φοβίσει. Μοιρολογίστρες γύρω τα λόγια της κλουθούν και μες σε κλαμούριο προσπαθούν, το πόνο τους να σβήσουν.
Άντρα μου που σου έστρωνα μέσα στα μεταξένια
Και τώρα τι σου έστρωσαν στα έρημα τα ξένα
Στην έρημο της Μπαρμπαριάς το θάρρη μου εχάθη
Στην άσπλαχνη τη Μηχανή, στης θάλασσας τα βάθη.
Τέτοιο λεβέντικο κορμί, δεν είναι τάχα κρίμα
Να πάνε να το θάψουνε στης θάλασσας το κύμα.
Το όνομά σου σβήστηκε από το Λιμεναρχείο
Και τώρα υπογράφτηκες στου Χάρου το βιβλίο
Ανάθεμά σε Μπαρμπαριά, Μαντρούχα κι Αλεξάνδρα
οπούκαμες την κοπελιά να μείνει δίχως άντρα
Ανάθεμά σε Μπαρμπαριά και συ Παλιομαντρούχα
οπούκαμες τις Καλυμνιές και βάλαν μαύρα ρούχα
Η Μνήμη τους ας είναι αιώνια ,

Γιάννης Αντ. Χειλάς

Κεφάλαιο από το πολυβραυβευμένο βιβλίο « Το Έπος των Σφουγγαράδων της Καλύμνου» του Γιάννη Χειλά, υπεύθυνου του Ναυτικού Μουσείου Καλύμνου.