Τα παιχνίδια στην ωραιότερη γειτονιά της Καλύμνου μετά την απελευθέρωση.-Του Νικήτα Καραφυλλάκη*

1710
Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι %CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B1%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%B7%CF%82-%CF%86%CF%89%CF%84%CE%BF-%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CF%82.jpg
*Νικήτας Σκ.Καραφυλλάκης, Εκπαιδευτικός, Σπούδασε στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και Μαράσλειος Παιδαγωγική

ΤΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΣΤΗΝ ΩΡΑΙΟΤΕΡΗ ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΤΗΣ ΚΑΛΥΜΝΟΥ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ. (Συνέχεια από το προηγούμενο)

…Με τη λήξη των μαθημάτων στη μία το μεσημέρι βρίσκαμε το τραπέζι στρωμένο για φαγητό. Ακολουθούσαν οι γραφικές εργασίες και το διάβασμα στο γραφεία μας, που ήταν συνήθως για τα περισσότερα παιδιά, ένα φαρδύ πρεβάζι παραθύρου στα λιθόκτιστα σπίτια μας.

Με τις εικόνες των φίλων και των παιχνιδιών στο μυαλό μας πιο ζωντανές και από εκείνες των δασκάλων και των μαθημάτων μας, παίρναμε- όχι πάντοτε- την άδεια ή την εντολή από τη μάνα να βγούμε από το σπίτι, για να μπορεί να κάνει απρόσκοπτα τις δουλειές της!

“Πηαίνετε α παίξετε”, μας έλεγε. Κι εμείς πειθαρχούσαμε σε παρόμοιες μητρικές παρακλήσεις ή εντολές!… Μοναδικός όρος της να επιστρέφουμε σπίτι, πριν σκοτεινιάσει! Και αν αυτό συνέβαινε κάποιες φορές, τα κορίτσια ήξεραν πως θα τα καλούσε με αγορίστικα ονόματα (!) , για να μην “ακουστούν” και χάσουν αργότερα τις τύχες τους!..

Με τον σχετικό “οπλισμό” στα χέρια και στις τσέπες μας, ανάλογα με την εποχή, δίναμε το καθημερινό παρόν στους χώρους της χαράς και της διασκέδασης, με μύγδαλα, βώλους, αμάδες, ταινίες, σβούρες, αλιντές, μπάλες κ.α

Μόνο τα Σάββατα κάποια παιχνίδια παρουσίαζαν δυσκολίες να παιχτούν στο σχολικό προαύλιο, γιατί τα εμπόδιζε η παρουσία των δεκάδων εργατών έξω από το Εργοτάξιο του Παύλου Ροδίτη, απέναντι από το Διδακτήριο. Διατηρούσε τη μεγαλύτερη Οικοδομική Επιχείρηση στην Κάλυμνο. Στην εκεί ιδιοκτησία του, πλάι σε ασβεστοκάμινα και εργαλεία, είχε το γραφείο λογαριασμών και πληρωμής τους. Λειτουργούσε σαν μικρή Ιδιωτική Τράπεζα, με την είσοδο της στη νότια γωνιά του γηπέδου μας. Οι εργάτες κατέπλεαν κουρεμένοι από κάθε γωνιά του νησιού, για να πάρουν τη δίκαιη αμοιβή του κόπου τους. Έφευγαν πάντα χαμογελαστοί και ικανοποιημένοι!…

Δεν υπήρχαν τότε ιδιαίτερα μαθήματα, φροντιστήρια και ξένες γλώσσες! Ούτε μπορούσαν τόσα παιδιά να βρίσκονται στα πόδια της μάνας με τις ατέλειωτες δουλειές της! Ο πολύς ελεύθερος χρόνος όφειλε να καλυφθεί με παιχνίδι. Γι’ αυτό και τα παιδιά έπρεπε να αντιγράφουν, να επινοούν, ή να κατασκευάζουν παιχνίδια, τα οποία θα γέμιζαν τον ελεύθερο χρόνο τους, τις ανάγκες και τις επιθυμίες τους, ανάλογα με την εποχή, το φύλο και την ηλικία τους. Έτσι εξηγείται ο πλούτος και η ποικιλία των μεταπολεμικών παιχνιδιών μας.

Τα παιδικά μας παιχνίδια, ανάλογα με το φύλο και τον αριθμό των παικτών, την εποχή που παίζονταν, τον στόχο ή τα μέσα, μπορούσαν εύκολα να διακριθούν σε ατομικά και ομαδικά, αγοριών και κοριτσιών, πολεμικά αγωνιστικά, εθιμικά, εποχικά ενόργανα και μη. Πειρακτικά, κερδοσκοπικά κ. ά. Πολλά ικανοποιούσαν, ταυτόχρονα, δύο ή και περισσότερες κατηγορίες. Το παιχνίδι έχει συνήθως ανταγωνιστικό χαρακτήρα.

Τα παιχνίδια μας, σε αντίθεση με τα σημερινά που είναι ατομικά, ανάμεσα στα παιδιά και τον υπολογιστή, υπήρξαν σχεδόν στο σύνολό τους ομαδικά. Υπήρχαν ξέχωρα για τ’ αρσενικά και τις κόρες. Αλλά και μεικτά, που ήταν και τα περισσότερα. Πιο δημοφιλή ήταν για τα κορίτσια: το Σχοινάκι, τα Πεντόβολα, το Κυλίντρι, τα Κάτω, τα Νήματα, το Γιογιό, τα Καντούνια, η Τυφλομύα, το Ψηλό βουνό, οι Φυλακές, ο Εγκρυφτός, ο Βεζύρης, τα κρόταλα, το Μαντήλι, το Βιδί κ.α. Σε πολλά απ’ αυτά έπαιρναν μέρος και μεγάλες γυναίκες, όπως στα “Κάτω με τα μυγδαλα και τους βώλους”, αν δεν τις πονούσαν οι μέσες ή τα ισχία τους…

Για τ’ αγόρια, υπήρχαν πολύ περισσότερα: Το Ποδόσφαιρο, οι Αλιντές, το Μπάζι , οι Αμάδες, το Καβρούρι , το Λακχάκι, οι Σβούρες, οι Βεντούζες, οι Καυγάες, οι Συμμορίες, οι Πάντες, τα Λάστιχα, τα Τόξα, οι Σκουμπάρδες, ο Καρφωτός, τα Κύλιντρα, τα Τρίγωνα, το Σκατούλι, τα Κατσίκια, τα Σήματα, το Απότριχα τις Δώδεκα, το Βζιν, ο Κούκος, το Στέσημα, τα Καλλίκια, η Ντάμα κ.α.*

Σ όλες τις γειτονιές και ενορίες η ίδια εικόνα! Φωνές, ενθουσιασμός, απογοητεύσεις, θριαμβευτικές ιαχές, αποδόσεις ευθυνών κα διαμαρτυρίες, επιφωνήματα χαράς ή λύπης, εναλλάσσονταν από τη μια στιγμή στην αλλη, ανάλογα με τα αποτελέσματα, τις “ζημιές” ή τα “κέρδη”.

Υπήρξε όμως μια ειδοποιός διαφορά που ανέδειξε, πέραν πάσης αμφιβολίας, την ανωτερότητα της γειτονιάς του Πέρα Σχολείου απο κάθε άλλη στην Πόλη και στο Χωριό μας. Μια διαφορά που θα πείσει, έστω και με καθυστέρηση 70 και πλέον χρόνων, τον κάθε αντικειμενικό, δίκαιο και αμερόληπτο κριτή, ότι η δική μας γειτονιά, του Πέρα Σχολείου, υπήρξε μακράν η καλύτερη απ’ όλες!

Βρισκόμαστε στην εποχή που στα νησιά μας περιόδευαν θίασοι με πρωταγωνιστές …τον Καραγκιόζη, το Κολλητήρι, τον Πασσά, τον Χατζηαβάτη, τον Μπάρμπα -Γιώργο κι άλλους, μικρούς και μεγάλους, λιγνούς και χορτάτους. Έδιναν παραστάσεις σε καφενέδες με ευρύχωρους προαύλιους χώρους Τέτοιους είχαν τα καφενεία του Κίτσου, της Μαρίσκας, του Αρχάγγελου, στις Ελιές κ.α. Τα βιβλιοπωλεία μας δεν έχασαν την ευκαιρία! Έφεραν τις φιγούρες τους και τις μοσχοπουλούσαν! Είχαν γίνει περιζήτητες! Πολυπρόσωπες κι έγχρωμες πάνω σε μια επιφάνεια από λεπτό χαρτί. Τις ψαλιδίζαμε και τις κολλούσαμε με ζύμη πάνω σε μεστό και σκληρό χαρτόνι. Στη συνέχεια, παίρναμε τσαγκαράδικες φαρτσέτες ή φτιάχναμε κοπίδια από μεγάλες καρφίτσες, με τις οποίες στερέωναν οι μαραγκοί τις κάσες των κουφωμάτων στους τοίχους και ξεγυρίζαμε προσεκτικά και υπομονετικά τις φιγούρες. Μετά τις στηρίζαμε σε ξύλινα μπρατσάκια. Διαδικασία δύσκολη που απαιτούσε αρκετή δεξιοτεχνία.

Τα περισσότερα παιδιά τις έπαιζαν σαν κουκλοθέατρο στον αέρα γύρω από ένα τραπέζι ή πάνω σ’ ένα πεζούλι, προσπαθώντας να μιμηθούν τις κινήσεις και τα λόγια των πρωταγωνιστών και των κομπάρσων τους. Εγώ και ο μεγαλύτερος αδερφός μου είχαμε στη διάθεσή μας τα μέσα και την τεχνογνωσία που αποκτήσαμε πηγαίνοντας στο μαραγκούδικο του πατέρα μας. Την αγάπη και τη σφοδρή επιθυμία των μικρών φίλων μας να παρακολουθούν και να χαίρονται την αστεία εικόνα, τα κατορθώματα και τα παθήματα των ηρώων, την είδαμε… πιο σοβαρά και πιο… επαγγελματικά..

Είχαμε μάθει πια ελληνική μυθολογία και ιστορία, φοιτώντας ο ένας στην Ε’ τάξη και ο άλλος στην τελευταία τάξη του δημοτικού σχολείου. Βλέποντας τη δίψα για θεάματα, από την οποία υπέφεραν μικροί και μεγάλοι, συλλάβαμε τη μεγαλοφυή ιδέα! Θα παίρναμε εικόνες και θέματα από τη ζωή και τις ασχολίες των μεγάλων! Θα προσθέταμε γεγονότα που παρουσίαζαν ξεχωριστό παιδικό ενδιαφέρον και θα είχαμε ένα πλούσιο ρεπερτόριο. Τα σενάρια αποφασίσαμε πως θα είχαν επιτυχία, αν ήταν… άγραφα και αυθόρμητα! Λύσαμε το πρόβλημα της στέγασης του θεάτρου μας στα δύο δωμάτια που είχε το ισόγειο σπίτι της γιαγιάς μας. Είχε βομβαρδιστεί στη διάρκεια του πολέμου και παρέμενε ακατοίκητο από τότε, καθώς εμείς είχαμε μεταφερθεί στο δεύτερο σπίτι της θείας που έλειπε στην Αμερική. Επικοινωνούσαν με μια καμαρόπορτα. Κρίθηκε ιδανική για την τοποθέτηση της αυλαίας. Στη μια κάμαρη θα ήμασταν εμείς…οι ηθοποιοί. Οι θεατές θα παρακολουθούσαν από την άλλη, καθισμένοι οκλαδόν! Στην πόρτα στηρίξαμε με πινέζες ένα σεντόνι. Τοποθετήσαμε κι έναν ξύλινο πήχη στη μέση, για να παριστάνει το έδαφος, πάνω στο οποίο θα πατούσαν πρωταγωνιστές και κομπάρσοι! Ανάψαμε και δύο λάμπες από μέσα και όλα ήσαν έτοιμα για τα … έργα που θα ανεβάζαμε! Το πλήθος των θεατών, μέγα. Μόνο οι τρεις οικογένειες, του πρωτοψάλτη του μητροπολιτικού ναού Γιάννη Τρικοίλη με τα 13 παιδιά, του Μιχάλη Καρδούλια με τα 10 και του Αποστόλη Μαμάκα με τα εννέα, συμπλήρωναν μια σχολική τάξη! Το εισιτήριο ορίστηκε σε ένα μεγάλο “τρυπητό” (20 λεπτά της δραχμής, καλή της ώρα… ). Διορίστηκα ταμίας από τον μεγαλύτερο αδερφό και κάθε Σάββατοκύριακο δίναμε δύο ή και περισσότερες παραστάσεις. Ο καραγκιόζης άλλοτε ήταν Ηρακλής ή Θησέας με θύματα των άθλων του τον Σουλτάνο ή τον Πασσά. Άλλοτε πάλι παρίστανε τον γιατρό, τον ντελάλη, τον έμπορο,τον ψαρά ,τον δάσκαλο ή τον μαθητή. Τα δύο τελευταία θέματα ενθουσίαζαν το φιλοθέαμον κοινό! Ακόμα και μαθήματα πάλης έκαμε ο Καραγκιόζης μας στον διάσημο παλαιστή Λαμπράκη, με τη βοήθεια του Μπαρμπα -Γιώργου, για να νικήσει τον περίφημο Τούρκο παλαιστή Καρίμ Ασλάν, λίγο πριν αγωνιστεί εναντίον του. Ο αγώνας εκείνος έγινε στη Φανταρία, στον πρώην ιταλικό στρατώνα. Τον παρακολούθησε με κομμένη την ανάσα όλη η Κάλυμνος κι εμείς τ’ αγόρια της γειτονιάς πάνω από την Αμμουδάρα. Έληξε με την περιφανή νίκη του πρωταθλητή μας…. Στη δική μας σκηνή την άλλη μέρα, τη θέση των παλαιστών πήραν ο Μπαρμπα-Γιώργος και ο Αλη-Πασσάς, με διαιτητή τον Καραγκιόζη! Μέχρι σήμερα οι αδερφές Νομική και Βασιλεία Γάτη του Κωσταντή και της Καλλιόπης, όποτε με συναντήσουν, μου υπενθυμίζουν με παράπονο την αγωνία τους να βρουν το αντίτιμο του εισιτηρίου, για να μη χάσουν την παράσταση!…Τους απαντώ: “Σιγά το κόστος!.. Με 1 λεπτό του ευρώ που είναι ισότιμο με 3,5 δραχμές, μπορούσαν οι γονείς να σας πάρουν 17 εισιτήρια (!), αντί να σας αγοράσουν 1 κιλό ζάχαρη για καραμέλες που κόστιζε 3 δραχμές και που θα βλαπτε και την υγεία σας!”…

Η θεατρική Επιχείρηση είχε τέτοια επιτυχία που τη συνέχισε ο μικρότερος αδερφός μας, μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’50, ενώ μας αντέγραψε και η ενορία της Παναγιάς των Τσικχουών, στο Χωριό!

…Έτσι κυλούσε η ζωή μας στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Μέσα στην απόλυτη ευτυχία μετά τις πρώτες τραυματικές εμπειρίες του πολέμου. Μακριά από τις έννοιες, τις οικονομικές και εργασιακές δυσκολίες και τα προβλήματα των γονιών μας.

Οι πατεράδες μας, ύστερα από τον καθημερινό μόχθο της δουλειάς, πήγαιναν για λίγο στα πολλά και κατάμεστα καφενεία του νησιού μας, που ήταν ο δικός τους χώρος συντροφικότητας και ψυχαγωγίας. Να πάρουν μερικές βαθιές ανάσες από τον καθημερινό τους μόχθο, ν’ αλλάξουν παραστάσεις, να αστειευτούν, να πειράξουν, να παίξουν, να βρουν και να κλείσουν καινούργιες δουλειές. Αλλά και οι μανάδες μας έπαιρναν τις δικές τους “αναπνοές” από τον μόχθο της καθημερινότητας που δεν ήταν μικρότερος από εκείνον των συντρόφων τους. Στον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο που τους άφηναν οι φροντίδες των παιδιών, το καθημερινό μαγείρεμα στην γκαζιέρα, στα ξύλα ή τα κάρβουνα, οι πλύσες στη σκάφη ή τη γούρνα, το σιδέρωμα και τόσες άλλες δουλειές μπορούσαν να κλέψουν λίγο χρόνο, για να επισκεφτούν γειτόνισσες ή συγγενείς, να πουν ή ν’ ακούσουν δυο κουβέντες. Να φιλέψουν ή να δεχτούν ό,τι μπορούσε ή επέτρεπε το φτωχικό τους βαλάντιο. Γλυκό του κουταλιού, κώτικο βεργάκι ή κυδώνι. Ένα λουκούμι, ένα βραστικό, ένα βύσσινο ή ένα τριαντάφυλλο. Στα δικά τους συνήθως υπαίθρια “καφενεία”, στ’ ασβεστωμένα πεζούλια τα στολισμένα με γλάστρες από βασιλικούς και γαρύφαλλα.

Ολα τα παιχνίδια των μακρινών εκείνων παιδικών μας χρόνων έχουν ξεπεραστεί από τις σαρωτικές αλλαγές σ’ όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής κι έχουν ξεχαστεί από τα παιδιά και τα εγγόνια μας, τα οποία προτιμούν, στον ελάχιστο χρόνο που τους αφήσαμε για παιχνίδι, να ασχολούνται με προκατασκευασμένα ηλεκτρονικά παιχνίδια, καθηλωμένα στην καρέκλα ή στο γραφείο τους.

Δεν ξέρω αν χαίρονται περισσότερο ή λιγότερο από εμάς. Αν καλλιεργούν σε μεγαλύτερο βαθμό τη φαντασία, την κρίση, ή τη δημιουργική σκέψη τους. Ένα είναι σίγουρο. Τα σημερινά προκατασκευασμένα βιομηχανικά και ηλεκτρονικά εικονικά παιχνίδια του καναπέ, της πολυθρόνας και της οθόνης δεν ασκούν και δεν αναπτύσσουν ισόρροπα τις πνευματικές και συναισθηματικές δυνάμεις, ούτε και τις σωματικές και οργανικες δεξιότητες του νέου ανθρώπου. Το καθιστούν μαλθακό και πλαδαρό……Τους δικούς μας ελεύθερους χώρους ή τους κτίσαμε ή τους μετατρέψαμε σε χώρους στάθμευσης των αυτοκινήτων μας! Τις ελπίδες μας για την ψυχοσωματική υγεία των παιδιών μας τις εναποθέσαμε στους γιατρούς!…Έχουμε πολύ περισσότερες ειδικότητες, απ’ όσες στο παρελθόν, για να τη φροντίσουν….Σήμερα, η ζωή έχει αλλάξει για όλους, όπως συμβαίνει πάντα, αφού είναι ένα ποτάμι, μέσα στα νερά του οποίου δεν μπορεί να μπει κανείς δύο φορές, για να τα συγκρίνει. Δεν ξέρω αν έγινε καλύτερη ή χειρότερη για τους μεγάλους. Για τα παιδιά όμως δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία, ότι χάθηκε για πάντα ο δικός τους ζωτικός χώρος και τα ονειρικά παιχνίδια τους.

Σήμερα, τη θέση του πήραν μικρά και μεγάλα παρκαρισμένα τροχοφόρα, που, όταν ζωντανεύουν, αναπνέουν με τις εξατμίσεις τους και μιλάνε με τα κορναρίσματά τους!… Εκεί, που στην αυλή του Πέρα Σχολείου χτυπούσε άλλοτε ο παλμός της χαράς, του σφρίγους και της ανεμελιάς του παιδόκοσμου της Γειτονιάς με τα γερούλια, τους βώλους, τις αλιντές, τα μύγδαλα… και δονούσαν φωνές γεμάτες ζωντάνια, από αγόρια με πλουμισμένα από μπαλώματα παντελονάκια και κορίτσια με πυκνές πλεξούδες και φιόγκους στα μαλλάκια τους, εμείς, όσοι έχουμε απομείνει από τη γενιά εκείνη, κάθε φορά που περνάμε ένα δάκρυ κυλάει από τα μάτια μας!!!.

*ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1.-Λεπτομερή δική μου περιγραφή όλων των παιχνιδιών μπορεί να βρει ο αναγνώστης στον ΙΔ’ τόμο των Καλ. Χρονικών (σ. 290-327).

2.Θερμές ευχαριστίες οφείλω στους φίλους: Νίκη Καπελλά, Μιχάλη Κουβάρη και Μιχάλη Κυράννη για τις υπέροχες φωτογραφίες που έθεσαν στη διάθεσή μου και βοήθησαν στο να δώσω την εικόνα και το στίγμα της περιοχής της γειτονιάς του Πέρα Σχολείου, όπως ήταν στην πρώτη μεταπολεμική της περίοδο και όπως, δυστυχώς, είναι σήμερα. (2021).

16 Φεβρουαρίου 2022

Νικήτας Καραφυλλάκης.




Σάββας Δρόσος - Τοπογράφος Μηχανικός
Σάββας Δρόσος - Τοπογράφος Μηχανικός
Σάββας Δρόσος - Τοπογράφος Μηχανικός
Σάββας Δρόσος - Τοπογράφος Μηχανικός