“Οι Χωριανοί”-Του Νικήτα Σκ. Καραφυλλάκη*

651

ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΠΟΥ Ο ΤΟΠΟΣ ΤΙΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΊ ΚΑΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΙΣ ΑΛΛΑΖΕΙ. (Αφιερώνεται στον καλό κι ευγενικό φίλο και συνάδελφο Γιάννη Καραγεωργίου που μας “αποχαιρέτησε” πριν έρθει η σειρά του…).

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι %CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B1%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%B7%CF%82-%CF%86%CF%89%CF%84%CE%BF-%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CF%82.jpg
*Νικήτας Σκ.Καραφυλλάκης, Εκπαιδευτικός, Σπούδασε στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και Μαράσλειος Παιδαγωγική

“Οι Χωριανοί” είναι πολύ γνωστό λυρικό ποίημα του Γεωργίου Αθανασιάδη -Νόβα. Ένας ύμνος στην υπέροχη ελληνική φύση και στις ζεστές, φιλικές κι αδελφικές σχέσεις των κατοίκων του ελληνικού χωριού. Ο δημιουργός του είναι γνωστός με το ψευδώνυμο “Γ. Αθάνας”. Εκτός από ποιητής, υπήρξε νομικός, συγγραφέας και δημοσιογράφος. Εκδότης εφημερίδων και περιοδικών και μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

Ασχολήθηκε και με την πολιτική και διετέλεσε πρόεδρος της Βουλής στην ανώμαλη περίοδο της αποστασίας. Οι όποιες αδυναμίες και τα λάθη, στα οποία μπορούν να οδηγήσουν πάθη, γεγονότα και καταστάσεις σε κρίσιμες ιστορικές περιόδους, δεν αναιρούν το αξιόλογο επιστημονικό, δημοσιογραφικό και λογοτεχνικό του έργο.

Την ενασχόλησή του με την ποίηση δεν την εγκατέλειψε ποτέ και ήταν αυτή που πίστευε πως τον αντιπροσώπευε περισσότερο ως πνευματικό άνθρωπο. Εξέδωσε 17 ποιητικές συλλογές, δύο μυθογραφήματα και 4 συλλογές διηγημάτων.

Το ποίημα αυτό το συναντούσαμε στα παιδικά μας χρόνια σε σχολικά αναγνωστικά κείμενα και νιώθαμε, όσοι κατοικούμε σε νησιά, χωριά, ή μικρές πόλεις, να μας εκφράζει και να μας συγκινεί. Περιγράφει σε πέντε μόλις στροφές, με πολύ ζωντανά χρώματα, την απλότητα, τη χάρη, τη συντροφικότητα, και τη νοσταλγία της ζωής των κατοίκων τους, οι οποίοι συνδέονται μεταξύ τους με άρρηκτους δεσμούς εργασίας, συγγένειας ή φιλίας. Αποτυπώνει με εξαιρετικές εικόνες και μοναδική λογοτεχνική μαγεία την καθημερινότητα, τις ασχολίες, τα ήθη και τα έθιμά τους, τόσο όμορφα και γλαφυρά, ώστε να οδηγείται η σκέψη του αναγνώστη σε συγκρίσεις με την άχρωμη, απρόσωπη και παγερή ζωή των πόλεων, όπου όλες οι κοινωνικές αρετές σιγά-σιγά φθίνουν και χάνονται! Εκεί που δεν παρατηρείται κάποια συναισθηματική ταύτιση και δεν αναπτύσσεται καμιά ουσιαστική ανθρώπινη σχέση, από εκείνες που δίνουν νόημα και περιεχόμενο στην ύπαρξη μας. Όπου τα άτομα παραμένουν μονάδες ξένες, ψυχρές και αδιάφορες μεταξύ τους. Κλεισμένες και απομονωμένες στον εαυτό τους. Ούτε η χαρά και η προκοπή των άλλων τις αγγίζουν, ούτε ο πόνος και το δάκρυ τις πληγώνουν! Ο βίος κινείται σε μια ευθύγραμμη τροχιά, χωρίς ανατροπές κι εκπλήξεις!…

Στους “Χωριανούς” θα ανακαλύψουμε προσωπικά βιώματα του ποιητή, με καταγωγή απο τη Ναύπακτο. Αλλά και όλων εκείνων των κατοίκων της υπαίθρου, οι οποίοι έχουν την τύχη και την ευλογία να γεννιούνται, να μεγαλώνουν, να ζουν και να εργάζονται μέσα στο πλούσιο σε χρώματα και αρώματα φυσικό περιβάλλον που το θερμαίνουν με την παρουσία τους απλοί, καλοσυνάτοι κι αδελφωμένοι χωρικοί. Με παραδόσεις και αξίες που διαμορφώθηκαν και καθιερώθηκαν στα χρόνια της σκλαβιάς και της τυραννίας και τους κράτησαν ενωμένους και αγαπημένους κάτω από τον τουρκικό ζυγό! Εκεί όπου, όλοι γνωρίζονται από μικρά παιδιά και ο ένας καλεί τον άλλον με το μικρό του όνομα. Όπου δεν υπάρχουν μυστικά ανάμεσα τους και ο καθένας ξέρει να διαβάζει τα μάτια των άλλων! Εκεί που οι άνθρωποι μοιράζονται νερά, σπαρτά, θλίψεις και χαρές, έχουν τις πόρτες ανοιχτές και φιλόξενες σε πλούσιους και φτωχούς και μέσα στις καρδιές τους έχουν παντοτινό Απρίλη! και:

“όποιος περάσει κι όποιος μπει, γιορτή – καθημερινή,

θα βρη στρωμένο καναπέ, θα βρη γλυκό στην κούπα.

————————————–

κι όσες τσουκνίδες βγαίνουνε μονάχες στους αγρούς,

εκεί ξεμοναχιάζονται πνιχτές στο χαμομήλι.”

Μια τέτοια εικόνα αντίκριζε και στη φύση και στους συγχωριανούς του κάθε φορά που η αγάπη και η νοσταλγία τον έφερνε κοντά τους. Εκείνο όμως που τότε έτσι το ένιωθε και έτσι το περιέγραψε, όταν ήταν νέος, υποθέτω ότι στα πολύ κατοπινά του χρόνια θα το βλεπε με μια διαφορετική ματιά και θα το χαρακτήριζε σαν ένα δεύτερο “λάθος”, μετά από εκείνο το πρώτο που έκανε ως πολιτικός.

Οταν είχε εμπνευστεί και συνθέσει το συγκεκριμένο ποίημα, δεν είχε ακόμα την ωριμότητα, την εμπειρία και τα βιώματα εκείνα, τα οποία δεν διδάσκονται, αλλά αποκτώνται, απ’ όσους αξιώθηκαν να έχουν ένα πολύχρονο ταξίδι στο πέλαγος της ζωής… Δεν έλαβε υπόψη του ότι όλα γύρω μας, συνθήκες, φυσικά φαινόμενα, ανθρώπινες σκέψεις, συναισθήματα και ψυχικές διαθέσεις επηρεάζονται και διαμορφώνονται πάντοτε, συνθετικά, και από δύο πολύ σοβαρούς παράγοντες: Τον χώρο και τον χρόνο. Είναι οι δύο κορυφαίες διαστάσεις στον κόσμο μας που ρυθμίζουν και καθορίζουν, σαν αόρατες και ανεξέλεγκτες δυνάμεις, τη γέννηση, την πορεία, την αλλαγή και την κατάληξη φαινομένων, μέσα στα οποία μπορούμε να εντάξουμε και τη ζωή μας. Είναι αυτές που οδήγησαν, κυρίως, στη διατύπωση της γνωστής θεωρίας της σχετικότητας.

Ειναι ο τόπος που δίνει τη δική του ταυτότητα και δημιουργεί τις δικές του αλήθειες και είναι ο χρόνος που μπορεί να τις αλλάζει και να τις μεταμορφώνει! Αυτά τα οποία χθες απολαμβάναμε, ζώντας σε φυσικές ή κοινωνικές συνθήκες που τις βρίσκαμε ιδανικές και ειδυλλιακές, ή τις ζηλεύαμε αν τις είχαμε στερηθεί, οι ίδιες καταστάσεις, σε βάθος χρόνου, μπορούν να μας πληγώνουν και να μας απογοητεύουν! Όλα στον κόσμο, στη φύση και στον άνθρωπο είναι ρευστά και σχετικά! Όταν ο ποιητής, έγραφε το ποίημα αυτό, ήταν νέος και πάντοτε επισκέπτης του χωριού Κράβαρα του δήμου Αράχωβας, από το οποίο καταγόταν η μητέρα του. Έτσι δεν μπορούσε να διανοηθεί πόσο μεγάλες ανατροπές επιφυλάσσει η ζωή σ’ εκείνους που τους χάρισε το “προνόμιο” να τη χαίρονται ή να την … υποφέρουν για πολλά- πολλά χρόνια! Πόσο οδυνηρό είναι να ζει κανείς, στα βαθιά γεράματα σε μικρούς τόπους, ανάμεσα σε φίλους, συγγενείς και γνωστούς και να πληροφορείται, όλο και πιο συχνά, πώς κάποιος άνοιξε την πόρτα κι έφυγε, χωρίς να τον αποχαιρετήσει! Να διαπιστώνει χρόνο με τον χρόνο ότι “αραιώνουν” οι συντροφιές του. Να βλέπει με θλίψη ακόμα και πολύ νεότερους από εκείνον να κλείνουν άδικα τον κύκλο της ζωής τους, κτυπημένοι από άσπλαχνες και απρόβλεπτες αιτίες…. Πως τον “εγκαταλείπουν” άνθρωποι, τους οποίους συναντούσε καθημερινά στους δρόμους, στη δουλειά, στους καφενέδες. Τους επισκεπτόταν στο σπίτι και μάθαινε τα ευχάριστα και τα δυσάρεστα της ζωής τους. Τους ζητούσε συμπαράσταση και παρηγοριά στα προβλήματά του. Να νιώθει ότι αυτούς που συναντά γύρω του, στις σπάνιες πια εξόδους του, είναι πολύ μικρότεροι, πολύ νεότεροί του! Ότι κανέναν πια δεν γνωρίζει και πως νιώθει ξένος στον τόπο του! Ότι εκείνους που γνώριζε και αγαπούσε και διασκέδαζε μαζί τους, ένας-ένας του γύρισαν την πλάτη. Τον πρόδωσαν και τον πίκραναν… Κάθε φορά που ακούει τον ράθυμο ήχο της καμπάνας, τον δέχεται σαν έναν πυροβολισμό στο κεφάλι, σαν μια μαχαιριά στην καρδιά του. Και δεν τολμά να ρωτήσει: “Για ποιον χτύπησε πάλι η καμπάνα;”… Τέτοιες στιγμές θα ήθελε να ζει κάπου αλλού. Άγνωστος ανάμεσα σε ξένους. Σε κάποια μεγαλούπολη. Όχι για να χαίρεται τα θέλγητρα και τις χαρές της, αλλά για να μην τον κτυπούν τα βέλη της στέρησης από τους “δικούς” του! Να μην τον αγγίζει ο πόνος και η απουσία τους…Να μην αισθάνεται παρόμοια θλίψη με εκείνη της Καλυμνιάς Ειρήνης Φ., η οποία, μετά τη συμπλήρωση της ένατης δεκαετίας ζωής, για επτά ολόκληρα χρόνια στη συνέχεια, κάθε φορά που μάθαινε τον θάνατο γνωστού της, έλεγε μονολογώντας: “Ου, ντροπές!” Και όταν τη ρωτούσαν τα εγγόνια της: “Γιατί, γιαγιά ντρέπεσαι;” Απαντούσε: ” (Δ)εν είναι το παι(δ)ί μου ντροπή να ζω εγώ και να ποθαίνουν πιο μικροί από μένα;”

Αλλά και να κατανοεί την οργή και την απογοήτευση που ένιωσε ο Κωσταντής Γ. , όταν κάποια μέρα είχε τη φαεινή ιδέα η κόρη του η Θεμελίνα, να τον κάνει περίπατο πάνω σε αναπηρικό καροτσάκι στην παλιά τους γειτονιά. Περνώντας μπροστά από κάθε σπίτι, του το ‘δειχνε και του λεγε τίνος είναι και ποιος το κατοικεί σήμερα… Εκείνος ζητούσε να μάθει τα …”περί υγείας” των παλιών φίλων, συντέκνων, συγγενών και συμπεθέρων του!…Του Σκεύου, της Θεοδοσίας, του Γιάννη, της Γιαννούλας, του Κλεάνθη, της Θεμελίνας, του Νικόλα, της Σεβαστής, του Μικέ

…Και όταν τον πληροφόρησε ότι όλοι την…. υγειά τους την βρήκαν στην “ανάπαυση”, έξαλλος από θυμό και αγανάκτηση, της είπε:

-Πάρε με από δω, Θεμελίνι! Να βόρτα, να ξεχολόσκαση*! Εσύ σαι καλή!… Ηπλάνταξες* με! Ήντα* γειτονιά είναι αυτή! Ήντα μενόρι*! Να ‘χουν φύ (γ)ει ούλοι οι καλοί ανθρώποι, ακόμη και τα παιτζά τους! Α μη γνωρίζω κανέναν απ’ όσους μένουν στα σπίτζα τους!…

-Μα καλέ, εδώ είναι και το δικό μας σπίτι που μένει η πρωτοκόρη σου, η Ξανθίππη! Είναι η γειτονιά μας, ανάμεσα σε 4 περβόλια! Κοντά στο λιμάνι, στο σχολειό, στην Παναγιά μας!

-(Ν)α τη βράσω αυτή τη γειτονιά χωρίς τους γειτόνους μου! Πες στην αερφή σου άρσεται* α με βλέπει…Και πού σαι! Από ταγά* (δ)ε θα με ξαναπεράσεις!…

Να γιατί ο ποιητής χρεώνεται σαν “λάθος” όλα τα ωραία βιώματα των κατοίκων του Χωριού ως “παντοτινά”.Το φυσικό περιβάλλον και οι ασχολίες των Χωριανών εξακολουθούν να έχουν και να διατηρούν την απερίγραπτη ομορφιά και ζεστασιά τους. Τα συναισθήματα της τρίτης ηλικίας δεν βαδίζουν αρμονικά μαζί τους…

Εξακολουθούν να αγαπούν τον τόπο τους και να μη θέλουν να τον αποχωριστούν, έστω κι αν δοκιμάζει κάθε λίγο και λιγάκι τις ψυχικές αντοχές τους. Όμως εκείνοι λένε και νιώθουν ότι δεν έχουν: μεσ’ στις καρδιές τους “παντοτινό” Απρίλη.

Έρχεται κάποτε και ο “χειμώνας”, βαρύς και σκυθρωπός, να τους συναντήσει …

Ο ψυχικός και συναισθηματικός δεσμός με τον τόπο και τους ανθρώπους του δεν παραμένει ισχυρός, ίδιος και σταθερός σε όλα τα στάδια της ζωής μας. Αυτό που “χθες” φάνταζε ιδανικό και ωραίο, “αύριο” μπορεί να γίνεται δυσάρεστο και βασανιστικό. Μόνο η άνοια συνιστά άμυνα και λειτουργεί σε παρόμοιες περιπτώσεις λυτρωτικά. Προτιμούμε τότε να ζούμε σ’ έναν άλλο κόσμο, στον κόσμο του πόθου και της φαντασίας μας, να βλέπουμε τις δικές μας “εικόνες” και να “συνομιλούμε” με τις δικές μας “συντροφιές”… Να τον ονειρευόμαστε και να τον νοσταλγούμε, όπως τον χαιρόμασταν παλαιότερα με όλες τις γοητευτικές φυσικές αλλά και ανθρώπινες ψηφίδες, αυτές που βοήθησαν τον ποιητή να συνθέσει τον αριστουργηματικό ποιητικό του πίνακα!..

Κάλυμνος, Μάιος 2022

ΣΗΜ: Το ποίημα “Οι Χωριανοί”μπορεί να το βρει εύκολα ο αναγνώστης στο Διαδίκτυο.

*Μενόρι: Τοποθεσία, συνήθως όχι καλή κι ευχάριστη, φοβισμένη.

*Ηπλάνταξα: έπαθα ασφυξία, στενοχωρήθηκα. πολύ, έσκασα. (ρ. πλαντάσσω).

*Ξεχολόσκαση: απαλλαγή από μεγάλη στενοχώρια

*Ήντα: τι*Ταγά: (τη γη) εδώ.

*Άρσεται: Να έρχεται.