“Από τη μουσική παράδοση της Καλύμνου”. Ομιλία του Γ.Χατζηθεοδώρου,στο Μουσείο Λαϊκών Οργάνων στην Πλάκα, πριν 23 χρόνια

386

ΜΙΑ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΗ ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ  Γ. ΧΑΤΖΗΘΕΟΔΩΡΟΥ ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΛΑΪΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ «ΦΟΙΒΟΣ ΑΝΩΓΕΙΑΝΑΚΗΣ» ( ΠΛΑΚΑ ΑΘΗΝΑΣ 10-10-1999)

ΑΠΟ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΚΑΛΥΜΝΟΥ

(Από την παλιά μέχρι τη σύγχρονη-περίπου δεκαετία 70-εποχή)

Ελλογιμότατε πρόεδρε του Ιδρύματος Λαϊκών Οργάνων, καθηγητά κύριε Λιάβα , λοιποί  πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, αγαπητοί συνάδελφοι, κυρίες και κύριοι. Η αποψινή αναφορά  μου, αφ’ ενός  για να μην καταχρασθώ το χρόνο σας, αφ΄ετέρου για να δοθεί αρκετός χρόνος συζήτησης μετ το πέρας της, θα έχει εντελώς συνοπτικό χαρακτήρα

Η Δωδεκανήσος, ως ένας χώρος αυτοτελής με μακραίωνη πολιτιστική ιστορική διαδρομή στο γενικότερο χώρο του Αιγαίου, διαμόρφωσε από παλιά το δικό της πολιτισμικό ύφος που την έκαμε να διακρίνεται από των άλλων περιοχών της πατρίδας μας.

Λόγω της γεωπολιτικής της θέσης, η Δωδεκάνησος, αποτελεί κομβικό σημείο στα πολιτισμικά  δίκτυα επικοινωνίας  τους Αρχιπελάγους , αφού συνδέει τα μικρασιατικά παράλια με την Κρήτη και παράλληλα είναι πέρασμα από το κεντρικό Αιγαίο προς την Κύπρο. Το γεγονός αυτό την καθιστά πραγματικό σταυροδρόμι, με καίρια θέση στον πολιτισμό γενικότερα του Αιγαίου. Παράλληλα, η φύση της ασχολίας των κατοίκων της (πολλοί οι ναυτικοί ), καθώς και η πολλαπλή επικοινωνία με άλλους τόπους και πολιτισμούς (μετανάστευση, εμπορικές κ.ά. συναλλαγές  και διάφορες επαφές μέσω της ναυσιπλοίας και της μετανάστευσης), συνετέλεσαν ώστε η μουσική παράδοση των νησιών του δωδεκανησιακού συμπλέγματος  και γενικότερα ο πολιτισμός τους να αποκτήσει πολλυσυλλεκτικότητα και πολυμορφία που δύσκολα ή και καθόλου δεν συναντιέται σε άλλες περιοχές της πατρίδας μας. Μπροστάρης σ’αυτήν την πραγματικότητα είναι η Κάλυμνος, οι κάτοικοι της οποίας, ακόμα και μεταξύ των άλλων της Δωδεκανήσου, διακρίνονται ως κατ’εξοχήν ταξιδευτές και άνθρωποι του κόσμου.

Η Κάλυμνος, ένα από τα μεγαλύτερα νησιά του  δωδεκανησιακού νησιωτικού συμπλέγματος, είναι φυσικό να έχει τη δική του μουσική παράδοση η οποία  εντάσσεται μεν στη γενικότερη της Δωδεκανήσου, όμως διατηρεί αρκετά  στοιχεία που της δίνουν ιδιαίτερο τοπικό χρώμα. Η τωρινή αναφορά μου στην μουσική  παράδοση περιλαμβάνει το καλύμνικο τραγούδι και τους σκοπούς, καθώς και την εκκλησιαστική μας μουσική, δηλαδή τη Βυζαντινή-όπως επικράτησε να ονομάζεται-,που χρησιμοποιείται από την Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία, η οποία ως γνωστόν αποτελεί και τη μήτρα της δημοτικής ελληνικής μουσικής.

Το μουσικό ιδίωμα της Καλύμνου ανήκει σε εκείνο του βορείου συγκροτήματος των νησιών της Δωδεκανήσου και ασφαλώς συγγενεύει ιδιαίτερα με το μουσικό ιδίωμα των ομόρων προς αυτήν νησιών, δηλαδή της Κω και της Λέρου. Στο σημείο αυτό θα πρέπει  να τονισθεί ότι η πολυμορφία των νησιών του συμπλέγματος, καθώς και ότι το κάθε νησί αποτελούσε ιδίως πιο παλιά, κλειστή κοινωνία, ήταν στοιχεία που λειτούργησαν ώστε το κάθε ένα να διαμορφώσει τα δικά του ξεχωριστά χαρακτηριστικά,  στη γλώσσα, τα ήθη, τα έθιμα και τη μουσική, πολιτισμικά στοιχεία που μπορεί βέβαια να εντάσσονται γενικότερα στα δωδεκανησιακά δεν παύουν όμως και να διακρίνονται μεταξύ τους. Έτσι η Κάλυμνος διαμόρφωσε το δικό της μουσικό ύφος και ήθος το οποίο από άποψη όγκου και ποιότητας και έχει κεντρική θέση και εξέχει μεταξύ των νησιών του βορείου συγκροτήματος.

Η μουσική παράδοση της Καλύμνου, ως προς τα τραγούδια και τους σκοπούς, περιλαμβάνει όλα τα είδη και τις γνωστές κατηγορίες των δημοτικών τραγουδιών της χώρας μας. Δηλαδή, Ακριτικά, Ιστορικά, Παραλογές, Ερωτικά-Κοινωνικά πολύστιχα, Λατρευτικά, Τραγούδια περστάσεων του βίου (γάμος-θάνατος),Θαλασσινά, Ποιμενικά (βοσκαρουίστικα ή βοσσικάτα), Σατιρικά, (πεισματικά -αήτιστα, δηλαδή αταίριαστα κ.α.), Καλημερίσματα (της μυλοκόπης), Νανουρίσματα, Κανακίσματα -Ταχτιρί- σματα,  Παιδικά και οργανικούς σκοπούς (΄Ισσο, Σούστα, Τριπφηιτό πηδηκτή Σούστα-, Καλματιανό, Καζακιό, Μηχανικό – αυτός της νεώτερης παράδοσης κ.α.).Τα τραγούδια αυτά και οι σκοποί ανήκουν στην γενικότερη κατηγορία των νησιωτικών τραγουδιών – η άλλη είναι των στεριανών – και διακρίνονται σε καθιστικά και χορευτικά. Πολλά από τα τραγούδια και τους σκοπούς της Καλύμνου είναι κοινά με άλλων νησιών της Δωδεκανήσου, αλλά όλα έχουν το δικό τους ξεχωριστό χρώμα τόσο στην τοπολαλιά, όσο και στις μελωδικές παραλλαγές, ώστε με την απόδοσή τους διακρίνονται εύκολα από τα άλλα Επίσης υπάρχουν και τραγούδια, όπως π.χ. τα βοσκαρουίστικα, το τραγούδι του «Ξεξενή», το «θαλασσάκι», το «μέρα μέρωσε» ως – προς τη μελωδία του, κ.ά., που ανήκουν καθαρά και αποκλειστικά στην καλυμνιακή μουσική παράδοση.

 Στην Κάλυμνο τα τραγούδια, που όπως προανέφερα συναντιούνται όλες οι γνωστές κατηγορίες των νησιώτικων τραγουδιών και που έχουν δικό τους ιδιαίτερο τοπικό χαρακτήρα με απλή μουσική γραμμή, κατά την έκφραση του αρχαίου δωρικού τύπου, εκτελούνται με καθαρή άρθρωση, ανοικτή φωνή και σε υψηλούς τόνους (όξω φωνή-αυτή η έκφραση από το «έξω» δηλαδή ψηλά, της βυζαντινής μουσικής).

 Στα τραγούδια της Καλύμνου συναντούμε όλους τους τρόπους και τα γένη της ελληνικής εκκλησιαστικής μουσικής η οποία άλλωστε είναι και η πηγή της ελληνικής δημοτικής μουσικής. Εννοείται ότι εφ’ όσον τα τραγούδια είναι για κοσμική χρήση έχουν διαφορές από την εκκλησιαστική, πλήν όμως μόνο με την αντιστοίχησή τους με αυτήν μπορούν να τεκμηριωθούν θεωρητικά. Ο συσχετισμός τους με τρόπους και κλίμακες της ευρωπαϊκής μουσικής αφορά μόνο την αντιστοιχία των τονικών βάσεων.

Ο ρυθμός τους τα κάνει να διακρίνονται σε έρρυθμα, ρυθμοειδή και άρυθμα. Τα περισσότερα πάντως είναι έρρυθμα και με ρυθμό συμμετρικό. Γενικά επικρατούν οι δίχρονοι ρυθμοί δίχως βέβαια να απουσιάζουν και οι άλλοι.

Ο ποιητικός ρυθμός είναι μεγάλος και πολλαπλός, πάντως επικρατούν τα δίστιχα, και οι ρίμες σε ισοσύλλαβους ή και όχι ιαμβικούς κυρίως αλλά και τροχαϊκούς δεκαπεντασύλλαβους.

Η μελωδία των τραγουδιών της Καλύμνου είναι σφικτή και δεμένη και ανατπύσσεται ως επί το πλείστον με συνεχή διαστήματα ενώ τα διαστήματα πέραν της 3ης συναντιόνται ελάχιστα και σε καμιά περίπτωση δεν ξεπερνούν την 5η καθαρή. Η μορφή της μελωδίας τους είναι εκφωνητική, συλλαβική και μελισματική. Και στα περισσότερα από αυτά, κυρίως του ακριτικού κύκλου και τις Παραλογές, καταλαμβάνει ένα 1/5 στίχο, έχει δηλαδή την κλασσική για τα ελληνικά δημοτικά τραγούδια τριημίστιχη μελωδική μορφή. Κατά την εκτέλεση του τραγουδιού παρεμβάλονται πολλές φορές επιφωνήματα, όπως έρι, άχχι ,βάχχι, άντες ,βρέ ,καλέ, έλα, πάλι κλπ. ή επαναλαμβάνονται λέξεις για συμπλήρωση της μελωδίας και του ρυθμού, ή ακόμα για ευφωνία, όπως ακριβώς γίνεται και στην εκκλησιαστική μουσική. Η πορεία της μελωδίας γίνεται με τρόπο legato και με συνεχή ως επί το πλείστον διαστήματα. Ακόμα και στα αφεστώτα διαστήματα που χρησιμοποιεί η μετάβαση από το ένα στο άλλο γίνεται με επισεσυρμένη φωνή.  Δηλαδή στην πραγματικότητα όλα είναι συνεχή. Εν πάση περιπτώσει τα αφεστώτα διαστήματα που διακρίνομε είναι της ανιούσας τρίτης μικρής, της εισαγωγικής τέταρτης και της πέμπτης πάνω στην δεσπόζουσα. Γενικά η μελωδία των καλύμνικων τραγουδιών διακρίνεται για την τελειότητα και ολοκληρωμένη της φόρμα

Συνήθως στην  εκτέλεση των τραγουδιών της Καλύμνου χρησιμοποιούνται ιδιαίτερα υψηλοί τόνοι – το προανέφερα -, ιδίως εάν  συνοδεύουν βιολιά που οι τραγουδιστές προσπαθούν να τα παραβγούν, (ν)α τους σπάσου ν-τις κόρδες τους, όπως έλεγαν παλιότερα. ΄Αλλωστε η υψιφωνία, χαρακτηριστικό της φωνής των κατοίκων των μικρασιατικών παραλίων και των κοντινών τους νησιών, υπήρξε ανέκαθεν πολύ δημοφιλής στην Κάλυμνο. Οπότε υψίφωνος ψάλτης ή τραγουδιστής ίσον καλλίφωνος. Φωνές με χαμηλούς τόνους δεν είχαν και δεν έχουν και μεγάλη πέραση στο καλύμνικο τραγούδι και το ψάλσιμο. Μια κατηγορία τραγουδιών, τα καλημερίσματα ή αλλιώς τα τραγούδια της μυλοκόπης, οι γυναίκες τα τραγουδούσαν κάνοντας την αντίστοιχη κίνηση της εργασίας τους, δηλαδή το γύρισμα της μυλόπετρας για το άλεσμα του σταριού. Τα μοιρολόγια πάλι τα λένε οι γυναίκες με ξέπλεκα μαλλιά τα οποία και τραβούν μέχρι σημείου ξεριζώματος ενώ παράλληλα καθιστές σταυροπόδι κτυπούν τα γόνατά τους και δέρνονται στα μάγουλα.

Τα τραγούδια της Καλύμνου διακρίνονται για την ολοκληρωμένη μουσική τους φόρμα τους ακόμα και μεταξύ των υπολοίπων της Δωδεκανήσου. Αυτό είναι εύκολο να διαπιστωθεί από απλή σύγκριση κοινών τραγουδιών, όπως, π.χ. στο τραγούδι του Λαζάρου , στον Κασσώτικο, στον Λέρικο κ.ά. Σε όσα από αυτά η μελωδία τους είναι μικρή με γρήγορη χρονική αγωγή και απασχολεί λίγα μουσικά μέτρα, όπως π.χ. στα ακριτικά και σε ορισμένα  της ναυτικής εργασίας, στο τέλος κάθε στροφής η κατάληξη γίνεται στην υποτονική ή και στην επιτονική και δίνεται η εντύπωση ατελούς στάσεως η οποία προϋποθέτει συνέχεια. Πιστεύω ότι αυτό γίνεται για οικονομία χώρου επειδή κατά κανόνα τα τραγούδια αυτά είναι πολύστιχα. Υπάρχουν και τραγούδια που ενώ επιδεικνύουν συνεχώς τη διφωνία τους, στα  τελευταία μέτρα γίνεται αλλαγή τονικότητας  πάνω στην επιτονική, δίχως όμως αλλαγή τρόπου. Δηλαδή διατηρείται ο τρόπος του DO ένα τόνο ψηλότερα πάνω στο φθόγγο του re.

Απο τα  τραγούδια και τους σκοπούς  της Καλύμνου, άλλα ερμηνεύονται με συνοδεία οργάνων και άλλα όχι. Η παραδοσιακή συνοδεία αποτελείται από τη ζυγιά βιολί λαούτο. Παλιότερα υπήρχε η ζυγιά λαούτο λύρα (η δωδεκανησιακή)Αυτό φαίνεται από το σημερινό τρόπο παιξίματος του βιολιού που χαρακτηρίζεται κυρίως από τις μικρές σύντομες και στακάτες δοξαριές (απομίμηση παιξίματος λύρας),καθώς και από το έντονο και συχνότατο vibrato).Στις ζυγιές αυτές μπορεί να προστεθεί και το σαντούρι το οποίο όμως συναντούμε όχι  και τόσο τακτικά και επομένως δεν μπορεί να ενταχθεί κανονικά στη σειρά οργάνων που χρησιμοποιούσαν οι παραδοσιακοί μουσικοί της Καλύμνου. Ένα άλλο όργανο με μεγάλη διάδοση στην Κάλυμνο ήταν και είναι η τσαμπούνα, η οποία συνοδεύει βασικά τα «βοσκαρουίστικα» τραγούδια.

Η μουσική παράδοση της Kαλύμνου ως προς τα τραγούδια και τους σκοπούς έχει καταγραφηθεί μουσικά κατά ένα μέρος από τον Ελβετό εθνομουσικολόγο Samuel Bond-Bovy, ο οποίος στο δεύτερο τόμο του μνημειώδους έργου του « Τραγούδια  των Δωδεκανήσων», Αθήναι 1938 και μεταξύ των σελίδων 35- 93 συμπεριέλαβε 29 τραγούδια και ένα οργανικό σκοπό, και στο σύνολό από τον Γεώργιο Ι. Χατζηθεοδώρου, ο οποίος στο έργο του «Τραγούδια και σκοποί στην Κάλυμνο», Κάλυμνος 1989, συμπεριέλαβε με τις παραλλαγές τους 165 τραγούδια και 9 οργανικούς σκοπούς. Εδώ  θα πρέπει να προστεθούν και μερικές μεμονωμένες καταγραφές, και οι διάφορες ηχογραφήσεις των καλυμνιακών τραγουδιών του, του Παντελή Καβακόπουλου, του Μανόλη Καρπάθιου, κυρίως όμως στις ηχογραφήσεις της εταιρείας Πατέ με την επιμέλεια του Samuel Bond-Bovy, (1930), τις ηχογραφήσεις και τους δίσκους βινυλίου και ακτίνας που εξέδωσε το Λύκειο Ελληνίδων (παράρτημα Καλύμνου), με την επίβλεψη της Πόπης Μαύρου, τις παλιές ερμηνείες μεταξύ άλλων και καλύμνικων τραγουδιών από από τις αδελφές Αιμιλία και Δικαία Χατζηδάκη (ενδεικτικά «το θαλασσάκι»)  και   τις ερμηνείες του Κυριάκου Μπαϊράμη που τις αποτύπωσε σε δίσκο βινυλίου και ακτίνας.      

Τη μουσική παράδοση της Καλύμνου υπηρέτησαν από παλιά και υπηρετούν και σήμερα ως επί το πλείστον άνθρωποι λαϊκοί δίχως ιδιαίτερες μουσικές γνώσεις αλλά με σίγουρο μουσικό αισθητήριο και ταλέντο. Απότους παλιούς οργανοπαίκτες διακρίθηκαν περισσότερο και διαφυλάχθηκαν στη λαϊκή μνήμη, στο βιολί οι: Γιώργης Μακρυγιάννης ( Νισύριος) που υπήρξε διάσημος στην εποχή του και έγραψε δίσκους στην Αμερική, Βασίλης Καλόγηρος, Γιώργης Αλαμανής, Θεοφίλης Καραφύλλης, Μιχάλης Κουτσαύτης, Θεοφίλης Μαγριπλής, Παύλος Κουρούνης, Νικόλας Κανέλλης, Χρύσανθος Χαλκίτης, Βενιζέλος Γάτης (ήταν και κατασκευαστής σαντουριών). Στο λαούτο: Μιχάλης Τσοπανάκος, Δημήτρης Λέριος, Γιάννης Γαλανός, Κωσταντής Κουρούνης, Νικόλας Καράντωνης,(Τσέρχι),Οικονόμος Γαλουζής, (Χτένι), Νικόλας Τσακνής, Μανώλης Μαγριπλής (Σάουνο), Μιχάλης Χαλκίτης, Αντρίκος Κρητικός. Στη λύρα: Χαράλαμπος Χαλκίτης, Γιάννης Μπίλλης, Θέμελης Πίκος. Στη τσαμπούνα: Γιάννης Βούης, Μιχάλης Μπαϊράμης (Δημητρία – ή Μελέτης) Πέτρος Πιζάνιας. Στο τραγούδι: Μικές Κουράος (Κουράι), Οικονόμος Γαλουζής (Χτένι), Νικήτας Πέτρος (Τάλιας), Θεοφίλης Έλληνας (Αίγινα), Νικόλας Κουτελλάς, Σκεύος Μοσχονάς (Κούρος), Γεράσιμος Κουκουβάς, Αντρίκος Κρητικός, Γιώργης Καληδόνης, Αποστόλης Αντωνόπουλος κ.ά. Από τους σημερινούς διακρίνονται, στο βιολί,  πάνω από όλους, ο Μικές Τσουνιάς και ο αδελφός του Μανόλης Τσουνιάς στο λαούτο (τα Έννηματα) που είναι οι τελευταίοι των παλιών γνησίων ερμηνευτών,

 Στον τομέα της εκκλησιαστικής μουσικής που αποτελεί το άλλο σκέλος της λαϊκής μουσικής παράδοσης, αν και οπωσδήποτε έντεχνης, η Κάλυμνος έχει να επιδείξει ζηλευτή και ξαχωριστή, θα λέγαμε, από όλα τα νησιά της Δωδεκανήσου επίδοση. Μέχρι σήμερα η αγάπη των Καλυμνίων διατηρείται σχεδόν ακέραιη για το είδος αυτό της μουσικής και είναι ίσως από τα λίγα διαμερίσματα της χώρας που έχει ακόμα επάρκεια ψαλτών .Η αγάπη αυτή ανέδειξε πολλούς ψάλτες που έμειναν ανεξίτηλα στη μνήμη των Καλυμνίων., αναφέρω μερικούς από τους πιο παλιούς που ξεχώρισαν : Ιωάννης και Γεράσιμος Γερασίμου, Μιχάλης Καραπιπέρης, Σακελλάρης Κλήμης, Μιχάλης Θωμάς, Μιχάλης Φελλάς, Μιχάλης Μαστώρος, π. Μιχάλης Τσουγγράνης, Αποστόλης Πελεκάνος, Μανόλης Πελεκάνος, Λευτέρης Μαστώρος, π.Νικόλας Τρικοίλης, π. Μιχάλης Τρικοίλης, Γιάννης Τρικοίλης, Γιώργης Τσουκαλάς, Νίκος Χατζηθεοδώρου (Πανάς), Γεώργιος Τσάππος, Μιχάλης Ζαίρης, π. Παντελεήμων Κούρος (Κουρέλλι), π.. Νικόλας Μαίλλης, π. Κωνσταντίνος Σπυρόπουλος (Κουρέλλι), Κώστας Γαλουζής και δεν ζούν σήμερα. Και σήμερα όμως οι σημερινοί ψάλτες της Καλύμνου είναι ικανότατοι και οι περισσότεροι μπορούν να σταθούν με αξιώσεις οπουδήποτε στην Ελλάδα.