Θαλασσομεζελίκια-Γράφει ο Γιάννης Αντ. Χειλάς*

315

Πολιτισμικές καταγραφές από την παλιά Κάλυμνο

Και πάλι κοντά στους αγαπητούς συμπατριώτες μας και στους απανταχού μερακλήδες φίλους του Ναυτικού Μουσείου των Σφουγγαράδων της
Καλύμνου, που η ναυτοσύνη τους ενώνει, με ένα δοκίμιο το οποίο έχει σχέση με τα θαλομεζελίκια και με το πώς διασκέδαζαν τις μέρες εκείνες, από την Κυριακή των Απόκρεω έως και την Καθαρά Δευτέρα, στο νησί της Καλύμνου.

Οι μέρες της Μ. Σαρακοστής κι η Καθαρή Δευτέρα έφτασαν. Τα «σαρακοστιανά», ιδιαίτερα τα «θαλασσινά» – θαλασσομεζελίκια έτοιμα να
στρωθούν σε κάθε τραπέζι. Η αγορά πλούσια σε θαλασσινά όλων των ειδών, ντόπια και εισαγόμενα, φρέσκα και κατεψυγμένα, του βυθού και των υδατοκαλλιεργειών. Όχι μόνο το Αιγαίο, αλλά και οι ωκεανοί στο πιάτο μας.
Βέβαια ο «ευδαιμονισμός» μας συνήθισε, ολογυρίς του χρόνου, ώστε τα θαλασσινά εδέσματα να είναι στην καθημερινότητα, στις εξορμήσεις στα παραθαλάσσια ουζερί και στα ταβερνάκια των γραφικών νησιών. Όμως τελευταία οι αχινοσαλάτες, οι αστακομακαρονάδες, τα στρείδια και οι πίννες έγιναν ανάμνηση. Η υπεραλίευση από τη μια και οι αρρώστιες που έπεσαν λόγω της αλλαγής της θερμοκρασίας και της ρύπανσης των βυθών, περιόρισαν αισθητά ή και έφεραν σε κάποια, την εξαφάνισή τους από τα είδη της βιοποικιλότητας των θαλασσών! Παρόλα αυτά, όλο και κάποιες ποσότητες αλιεύονται από τους δραστήριους ψαράδες μας και έτσι πάλι θα φιγουράρουν, παρά τις τσουχτερές τιμές, στις πιατέλες στα ουζερί και στα παραθαλάσσια εστιατόρια. Μερακλήδες και γλεντζέδες οι Καλύμνιοι, θα φροντίσουν να το γιορτάσουν με του κόσμου τα θαλασσομεζελίκια. Ο ήλιος και η θάλασσα εδώ έχουν την κατοικιά τους. Δεν γίνεται αλλιώς… «θα κρατήσουν οι χοροί και τα
τραπεζάκια πάλι θα βγαίνουν έξω»!
Στόχος μου όμως δεν είναι να σχολιάσω τα τωρινά για τα θαλασσομεζελίκια, αλλά να ξαναφέρω στη μνήμη των παλιών, να γνωρίσουν
και οι νέοι, για τα «μεζελίκια» των σφουγγαράδων μας, τότε που όλα είχαν την πληθώρα, τη θαλασσινή φρεσκάδα, τη νοστιμιά του πεντακάθαρου βυθού και των ημερών της νηστείας. Βιώματα προσωπικά και νοσταλγικές αφηγήσεις παλιών, που φέρνουν δάκρυα συγκίνησης στα μάτια, μνήμες που μέσα τους κρύβονται οι ρίζες της γνήσιας Λαϊκής μας παράδοσης, την οποία θα πρέπει να
κάνουμε γνωστή στους νέους και… γιατί όχι ν’ αρχίσουν να γίνονται κοινωνοί της.
Από τις Αποκριές λοιπόν, ως και τη Σαρακοστή η σφουγγαράδικη πιάτσα στις δόξες της. Τσουρμαρίσματα, νταλαβέρια, παράς ζωντανός και
ολονύχτια γλεντοκόπια στο Χωριό, στη Πόθια. Ξεφαντώματα στις ταβέρνες και στους καφενέδες, με τα βιολιά και τις τσαμπούνες. Όλο το νησί γλεντοκοπούσε κι οι σφουγγαράδες του χαιρόταν τη στεριανή ζωή, πριν λύσουν παλαμάρι για το σφουγγάρι. Κι η βαρελίσια αγνή ρετσίνα, το μπρούσκο κρασί που έρρεαν στα πλακόστρωτα καλντερίμια ήθελαν τα μεζελίκια τους.

Ο Καλύμνιος ποιητής Γιάννης Γεράκης, γράφει στο ποίημά του «Η Τυρινή κι η Καθαρή Δευτέρα» (Φεβρουάριος 1950)
Μας ήρθαν οι Αποκριές με τόσες νοστιμάδες,

γλέντια, παντρέματα, χαρές, γλεντούνε κι οι γριές, αυτές τις εβδομάδες

Νέοι της Πόθιας, του Χωριού με λεβεντιά χορεύουν,

η ομορφιά του τσεμπεριού κι η χάρη του σαλουβαριού

και ποιόν δεν σαγηνεύουν;

Σιμώνει η Σαρακοστή, πλάκωσε τ’ Αρτζιβούρι*(φαγοπότι)

και μεις « Καλύμνιοι ξακουστοί»…. (καλοφαγάδες)

στις παραδόσεις μας πιστοί, πέφτουμε με τη μούρη.

Λύρες , τσαμπούνες και χοροί, μια λυσσαλέα μάχη,

κρασιά, ποτά, φαγιά σωροί, ρίχνουμε μέσα όσο χωρεί,

στ’ απύθμενο στομάχι

==========================

Δεκαετία του 1960. Ο λαϊκός τσαμπουνιστής Μιχάλης Μπαϊράμης ( η Δημητρία) στο μέσο του κυκλωτικού χορού, δίνει το ρυθμό της Καλύμνικης σούστας.
Μπροστελάτισσα, στον κάβο, παλιά Καλυμνιά, σέρνει το χορό. Ο βουκολικός ήχος της τσαμπούνας, την συνεπαίρνει. Η στάση του σώματός της φανερώνει, πως ξέρει να χορεύει. Πρέπει να ήταν μερακλού και… χορευταλού από τα νιάτα της.
Ξεχνιούνται αυτά; Τώρα τις Αποκριές ξανανιώνουν κι οι γριές!

Για τα θαλασσομεζελίκια συνήθως φρόντιζαν οι ίδιοι οι σφουγγαράδες, για τον εαυτό τους, αλλά να καλύψουν και τη μεγάλη ζήτηση στην αγορά. Με αφορμή τις δοκιμαστικές βουτιές, – το «ξεμύξασμα» που έκαναν εδώ στα γύρω νερά, για να λειτουργήσουν τα εργαλεία της δουλειάς και να συνηθίσουν κι οι ίδιοι στο βούτθος, μάζευαν και τα μεζελίκια τους. Άλλοι οργάνωναν τις μέρες αυτές ειδικά ταξίδια στα γύρω νησιά. Να φέρουν τα σπινιάλα, τις φρέσκες φούσκες με το τσουβάλι, τις καλόγνωμες από την Αστροπαλιά, τα στρείδια, τις πίννες, τις καραβίδες και τους αστακούς, που τους κρατούσαν και αυτούς ολοζώντανους. Δεν έλειπαν βέβαια και οι λιαστές αστακονουρές που
μοσχομύριζε ο κόσμος σαν τις έψηναν στις αυλές των καπεταναίων. Αλλά και δίπλα τους, στα κάρβουνα, ένας ψημένος σβούρδουκλας* σκορπούσε θαλασσίλα κι η μυρωδιά του «έβγαζε έξω γκαστρωμένη». Μικροτάξιδα λοιπόν, να κάμουν μεροκάματο, να προμηθεύσουν με αστακομάνες τους μπαλατζήδες (παλιούς χτυπημένους μηχανικούς- συντρόφους), αλλά να κρατήσουν μεζελίκια και για τις κρασοπαρέες τους, για τις φαμίλιες, ε να μοιράσουν και στους φίλους, στους συγγενείς, στις γειτόνισσες που περίμεναν το μερδικό τους απ’ τη φιλενάδα μηχανηζήισσα.
Δυστυχώς όμως υπήρχαν ατυχήματα δυτών που « πήγαν για μεζελίκια και χτυπήθηκαν» (απ’ τη νόσο των δυτών) σ’ αυτές τις βουτιές και ή έχασαν την ζωή τους ή έμειναν ανάπηροι για όλη τους τη ζωή. Αυτό φαίνεται πως συνέβαινε στα παλιά χρόνια της σφουγγαροσύνης, γι αυτό και προβλημάτισε σοβαρά τη Σεβαστή Δημογεροντία Καλύμνου η οποία στον «Ναυτικό Σπογγαλιευτικό Κανονισμό» (1884) καθιέρωσε διατάξεις (Κεφ. ΙΘ΄ Μέρος Β΄, άρθρο 3 και 4) που καθιστούσαν υπεύθυνους αυτούς που προέβαιναν σε τέτοιες καταδύσεις: « Μαλσαπής – εκκινητής ή πλοίαρχος αποστέλλων μηχανικόν είτε ξένον είτε ιδικόν των, εν αγνοία του πλοιάρχου του ή παρά την θέλησίν του άνευ
αιτουμένης συνεννοήσεως διά ελαφράν εργασίαν, οίον, μεζέδες, έστω και δια μίαν ημέραν, καθίσταται μονομερώς υπεύθυνος εις τα χρέη του μηχανικού καθ’ ήν περίπτωσιν ο μηχανικός αποβιώση ή καταστή ανίκανος προς εργασίαν».

Σήμερα, λιγοστά μικροκάικα με ολιγομελή πληρώματα ασχολούνται με την οτρακαλιεία (φούσκες, σπινιάλα, στρείδια, πίνες καλόγνωμες και ότι θαλασσινό ήθελε βρεθεί στη βουτιά τους). Το μεροκάματο λιγοστό και οι τιμές στα ύψη. Άσε που καραδοκεί και η χοληστερίνη. Θα την αψηφήσουμε όμως και όλο και κάτι θα τσιμπολοήσουμε, μέρες που είναι!

Γυαλάδικες βάρκες σε ξωμονή με τα χταπόδια απλωμένα στις αντένες και τα κοντάρια των καμακιών, για να λιαστούν και να ξεραθούν.

Αλλά και οι (α)χταπολοάες μας, με τις γυαλλάδικες βάρκες τους δεν πήγαιναν πίσω. Καθημερινά στο γυάλλεμα και με ολιγοήμερες ξωμονές στα γύρω νησιά (Ψέριμο, Πλάτη, Νερά, Γαδουρόνησο, Φαρμάκο, Ίμια Λέβετθα κ.α.) έφερναν του κόσμου τα χταπόδια, άλλα μελλά, άλλα θεόστεγνα σε «μπάλες». Αρκετά μάλιστα, κιλά ξερά χταπόδια, πουλιόταν στην αγορά του Πειραιά της Κρήτης κ.α. Το λιαστό χταπόδι, ξηραμένο ή μελό, ιδίως με το ‘ποβόρι παίρνει άλλη γεύση. Το βάζεις στα κάρβουνα και τσιτσιρίζει η θάλασσα που κρύβει μέσα του. Τι να πεις και για τα στεγνά αυγά των χταποδιών;
Μοσχομύριζε από θαλασσινή φρεσκάδα ο τόπος! Και για να σβήσει η θαλασσινή αλμύρα που έκρυβαν μέσα τους, ήθελε «τη ρετσίνα με το γαλούνι, το ούζο με το μπουκάλι και τη ρακή με νεροπότηρο», στους ήχους της κρητικής λύρας, του αϊβαλιώτικου σαντουριού και του ρεμπέτικου μπουζουκιού!
Σαρακοστιανοί και οι καιροί με τις μπονάτσες και τις φυρασσές. Όλοι, μικροί μεγάλοι, γυναίκες και παιδιά ξυπόλυτοι στις ακτές, στους κάβους, στις παραλίες να μαζέψουν πεταλίδες, κοτσύλια (κοχύλια), και καούρους (μαλλιαρούς), να βγάλουν αχινούς πού ’ταν διάσπαρτοι σε μια σπιθαμή νερό, καντηλαύρες του γιαλού για πιτθάκια και χταπόδια «πού ’βγαιναν τότες έξω στη στεριά» Τα θαλασσομεζελίκια φαίνεται πως ήταν και είναι η ζωή μας ως τα σήμερα.


Κι ο ποιητής μας Γιάννης Γεράκης συνεχίζει:

Γλεντήσαμε την Τυρινή, ξημέρωσε η Καθαρά Δευτέρα,
μα δε θα δούνε οι τωρινοί, όσο κι αν είναι ζορινοί, τέτοια καλήν ημέρα.
Καλόγνωμες και αστακοί, κάτω στου Χατζησμάλη,(μεγαλοταβέρνα)
Πίνες εδώ, χταπόδια εκεί, μην τα θυμάστε, άστα ‘κεί
τι θησαυρός τι μάλι!
Ψημένες αστακονουρές, τι θέλγητρα, τι χάρη!
Σπινιάλο, φούσκες, τι χαρά. Κρασί Κυπραίικο μια φορά κι αμόλα
παλαμάρι! (για το σφουγγαράδικο ταξίδι
)
…………………………………………………………………………

Και τη μέρα της Καθαρής Δευτέρας, όλες οι φαμελιές να σκορπιστούν στις εξοχές, Οι Χωριανοί τραβούσαν στα Μπροστινά μέρη, στην «Πίστα» στις Ελιές, στου Κίτσου το καφενείο και στα εξοχικά χαμόσπιτά τους. Οι κάτοικοι των ενοριών Υπαπαντής, Αγ. Στεφάνου από τα Μαράσια τους γέμιζαν το μεγάλο πλαΐ – στη χωράφα πάνω απ’ το κτήμα του Ξενωφού και της Φραγκούς Κουτελά και της Μακαρούναινας, στο Λαφάσι. Οι ενορίτες του Αη – Νικόλα και του Αη Βασίλη λαντουρίζονταν στα Βλυχάδια , στους Βοθύνους κ.α.

Στρωνόταν τα θαλασσομεζελίκια κατάχαμα, στο πράσινο γρασίδι, στις πλάτσες, σε πάνες (κουρελούδες) ή ψάθες Μπιγγαζανές,. Άνοιγαν τα μπουκάλια με τα μυρωδάτα σπινιάλα. δίπλα οι χαλουβάδες, τα τουρσιά, οι ταραμάδες οι χλωρασσές (καμπιλιές, μαρούλια, σκορδοκρόμμυα ) άναβαν τα κάρβουνα σε πρόχειρες παραστιές, μοσχομύριζαν τα ψητά χταπόδια, οι αστακονουρές,

Μικροί και μεγάλοι, με τη χαρά στα πρόσωπα φορώντας μπιγγαζανά μαντίλια στο λαιμό, ντυμένοι μασκαράδες με προβιές και παρδαλόχρωμες φορεσιές, προσπαθούσαν να πετάξουν τους χαρταετούς (τρίγωνα, τρουμούλες, καμουζέλλες). Το μπόλικο κρασί και η βαρελίσια ρετσίνα έδιναν κέφι και άρχιζε το αποκριάτικο ξεφάντωμα. Παρόντες και μπροστάρηδες οι τσαμπουνιστάδες ( ο Γιάννης ο Βούης, ο Μιχάλης ο Μπαϊράμης – «η Δημητρία» οι Κουτελάδες από το Βαθύ, τα Βαζανέλια από το Άργος και τ’ Αργινόντα κ.α) και τα βιολιά. ( τα Εννήματα, ο Παύλος Ροδίτης, ο Αντρίκος ο «Νισύριος» κ.α). Στηνόταν χοροί κυκλωτικοί, χοροί που συμμετείχαν όλοι και το γλέντι κρατούσε ως να βγει ο αποσπερίτης, με τραγούδια πεισματικά βοσκαρουίστικα και «πιπεράτα αποκριάτικα πειράγματα»

Έμορφες, αλησμόνητες αναμνήσεις για μια ζωή, που τα πολιτιστικά δρώμενα ήταν αυθόρμητα, είχαν την αμεσότητα και τη ζεστασιά της
ομαδικής κοινωνικής συμβίωσης και γινόταν ισχυρός συνεκτικός δεσμός.

Καλή και Ευλογημένη Σαρακοστή

Γιάννης Αντ. Χειλάς

Δάσκαλος, Υπεύθυνος του Ναυτικού Μουσείου Καλύμνου

Γλωσσάρι
*αρτζιβούρι (το) «άρτσι μπούρτζι» είναι το βυζαντινό και μεσαιωνικό αρτζηβούριον και αρτζιβούριν. « η εβδομάδα του Τελώνη και του Φαρισαίου, όπου καταλύεται – δεν τηρείται η νηστεία της Τετάρτης και της Παρασκευής,
Μεταφορικά στην Κάλυμνο σημαίνει το « φαγοπότι και γλεντοκόπι» Φράση :’ Ήρθαν οι Αποκριές «άρτσι μπούρτζι και λωλάγρες» – φαγοπότια και τρελά ξεφαντώματα.
*σβούρδουκλας (ο)= θαλασσινό που ζει κοντά στα σφουγγάρια ή είναι κολλημένος ακόμα και στις φούσκες. Μοιάζει με τα νεφρά των ζώων και έχει γυαλιστερή και πολύχρωμη επιδερμίδα. Είναι πολύ νόστιμος και μοσχοβολά θαλασσίλα σαν ψηθεί στα κάρβουνα.

  • καντηλαύρα = θαλασσινό σε μορφή μέδουσας κολλημένης στις πλάτσες του γιαλού.
    *φυρασσά (η) το τράβηγμα – μετατόπιση των νερών της θάλασσας απ’ τα γιαλό προς τ’ανοιχτά και το κατέβασμα της στάθμης στις ακτογραμμές.
    ……………………………………………………………………………

Λίγα λόγια για τον Καλύμνιο ποιητή Γιάννη Δ, Γεράκη , (1887 – 1971)

Γεννήθηκε στην Κάλυμνο το 1887. Γιος σφουγγαρά, σε μια δύσκολη εποχή μετανάστευσε έφηβος στη τσαρική Ρωσία. Επέστρεψε το 1902 και δούλεψε σφουγγαράς μαζί με τον πατέρα του. Βίωσε, αρμενίζοντας και βουτώντας, στα επικίνδυνα και μακρινά σφουγγαροτάξιδα της Κρήτης και της Μπαρμπαριάς. Λίγο αργότερα επέστρεψε ξανά στην Αγ.Πετρούπολη, όπου και έζησε μέχρι την Οκτωβριανή Επανάσταση (1917).
Το 1920 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και εργάστηκε ως υπάλληλος σε φαρμακευτική εταιρεία , διατηρώντας πάντα τους δεσμούς με την αγαπημένη του Κάλυμνο, ως το τέλος της ζωής του.
Τις εμπειρίες του για τη ζωή στη Ρωσία και στη σφουγγαροσύνη, τις κατάγραψε με δυνατό ρεαλισμό στις «Σφουγγαράδικες Ιστορίες», τις οποίες εξέδωσε το 1999, τιμώντας τον, η Ένωση Καλυμνίων Αττικής.
Από το 1950 άρχισε να δημοσιεύει λυρικά και σατυρικά ποιήματα στον Καλυμνιακό τύπο, σκιαγραφώντας τη ζωή του νησιού του. Αυτά τα ποιήματα εκδόθηκαν το 1965 με τον τίτλο «Από τη ζωή της Καλύμνου», με την ευγενική χορηγία του αδελφικού του φίλου, Σόλωνα Α. Πελεκάνου. Τα σφουγγαράδικα ποιήματά του, που συμπεριλαμβάνονται στην έκδοση αυτή, είναι μοναδικά και δίκαια μπορεί να του αποδοθεί ο τίτλος «Ο Ποιητής της Σφουγγαροσύνης»

Γιάννης Αντ. Χειλάς