Μήνας Μάης ο Λαφασιώτης. ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ -Γράφει ο Γιάννης Αντ. Χειλάς*

368

Λαογραφικές και πολιτισμικές καταγραφές για το μήνα Μάιο,  από την παλιά Κάλυμνο

Ο Μάϊος μας έφτασε εμπρός βήμα ταχύ // να τον προϋπαντήσουμε παιδιά στην εξοχή

Αρχές της δεκαετίας του 1960. Στη γειτονιά “Θένια” της ενορίας Τιμίου Προδρόμου στο “Χωριό” – Χώρα-  Καλύμνου,, η «Παράδοση» μαζεύει τα λουλούδια της πρωτομαγιάς και υα πλέκει στεφάνια στα κεφαλάκια των «λουλουδιών»  της γειτονιάς. Γονείς και  παιδιά, μικροί και μεγάλοι γιορτάζουν τον ερχομό του Μάη, με στεφάνια από πολύχρωμα λουλούδια   στο κεφάλι, με τη χαρά στα πρόσωπα, με τραγούδια της πρωτομαγιάς, όπως “Λουλούδια ας διαλέξουμε και ρόδα και κρίνα // κι ελάτε να μπλέξουμε στεφάνια με κείνα //στο Μάη που σήμερα προβάλλει στη Γη” και “ Ο Μάϊος μας έφτασε εμπρός βήμα ταχύ, να τον προϋπαντήσουμε παιδιά στην εξοχή ....” κ.α. τηρώντας πιστά την παράδοση, τότες που  τα σχολειά, μαζί με την οικογένεια ήταν θεματοφύλακες της πολιτιστικής ταυτότητας του τόπου μας. Δάσκαλοι, μαθητές και γονείς σε παράταξη   τριγυρνούσαν  όλα τα δρομάκια της ενορίας τους και υμνούσαν τις ομορφιές της Άνοιξης, τον έρωτα για τη ζωή, τη δύναμη της Φύσης, που τον Απριλο- Μάη “βρίσκει την καλή και τη γλυκιά της ώρα.”   Απρίλης με τα λούλουδα και Μάης με τα ρόδα. Με τόσα χαρούμενα παιδικά προσωπάκια, με εξαίσιες ποιητικές μελωδίες εμπνευσμένες από μεγάλους ποιητές, με χρώματα κι αρώματα λουλουδιών, πώς να μην αναγαλλιάζει η ψυχή κι θύμηση να γίνεται βάλσαμο!

***

        Η  επιστροφή στις ρίζες, ανοίγει δρόμους.  Δρόμους να βρεις τα γεννοφάσκια της γενιάς σου,  να ξανασμίξουν οι φαμελιές. Δρόμους να επιστρέψεις στους χώρους που γεννήθηκες, στις αλάνες που έπαιξες και μεγάλωσες με τους φίλους σου, στα ακροβράχια και στα πουντάρια,  που έκανες βουτιές και ψάρευες, δρόμους για να επιστρέψεις εκεί  που οι μνήμες δεν έχουν αρχή, αλλά  ούτε και τέλος.

             Ακολουθώντας αυτή την αρχή, τακτικά, καθημερινά θα έλεγα, βρίσκομαι στο Λαφάσι, στους   χώρους του καρνάγιου – ταρσανά,  όπου δραστηριοποιούνται επαγγελματικά «Οι Γλάροι» (οικ. Ι. Χειλά) – η Γλαροφαμελιά μου,  εδώ και εκατόν τριάντα χρόνια, αλλά και όλο το σινάφι των άλλων καραβομαραγκών – ταρσαναζήδων (οικογένειες Γ.  Σαρούκου – Τρπολίτηδες και Ι.  Χαλίκου).   Καμαρώνω όλους τους μαστόρους της νέας γενιάς, γιατί επιμένουν να  κρατούν δυναμικά την παραδοσιακή τέχνη του καραβομαραγκού, θαυμάζω τα ομορφοκαμωμένα παραδοσιακά σκαριά, κουβεντιάζω με παλιούς και νέους θαλασσινούς (καπεταναίους και πληρώματα) και τελικά «δένομαι» μαζί τους, τσουρμάροντας, νοερά, συντροφοναύτης, συνταξιδιώτης σε πέλαγα γαλήνια μα και φουρτουνιασμένα!

             Παραμονή της φετινής Πρωτομαγιάς, που φετινού χρόνου έπεσε μες στην Μεγαλοδβομά(δα), απομεσήμερο στον ταρσανά και νάσου βλέπω την αγαπημένη μου φιλενάδα την «Παράδοση»  να περνά,  ανάμεσα από τα τραβηγμένα στη στεριά καΐκια. Μου φάνηκε προβληματισμένη,  Συναπαντηθήκαμε και χαιρετιστήκαμε όχι και τόσο εγκάρδια.

             – Δάσκαλε, μου είπε, κάπως θυμωμένα, καιρό έχεις να ξεφανείς;  Πού ήσουν τόσον καιρό χαμένος και σε αναζητούσαμε; Το ξέρεις ότι μας λείπεις;

                   Κατάλαβα τι εννοούσε….

                 – Και συ μού ‘λειψες, μα… πρέπει να γνωρίζεις  «φιλενάδα» μου, πως, η καταγραφή σου είναι υπόθεση δύσκολη και πολύ υπεύθυνη. Θέλει και το χρόνο της, να μαζευτούν τεκμηριωμένα στοιχεία.  Έχεις  όμως και συ το μερίδιο της ευθύνης σου. Όταν έπρεπε, τότες που όλα τα έμορφα και τα πρεπούμενά σου ήταν ζωντανά και βιωνόταν στην καθημερινότητά μας, αντί να κάτσεις με τη φαμελιά σου, στα «γονικά» σου, να  νεμαζέψεις το σπιτικό σου, σαν καλή νοικοκυρά, να  τιμαρέψεις τα τζοβαΐρια σου,  σου άρεσε να ξενοφέρνεις και να τριγυρνάς –  «όπου γάμος και χαρά κι η…Βασίλω πρώτη» -και να χορέβγεις  σαν τη σουσουρλού!  Και..« δώστου λύρα και βιολί, να χορεύουν οι λωλοί»!  Κατάντησες να μην έχεις ούτε ένα κατζί να βάλεις την κεφαλή σου!

Καλά στο ήλεε ο πάρβας σου ο Σεφίλης: ‘που τ’ Αργινώντα.

        –  «Παρέα ήκανες με τους αριστοκράτες και ξέχασες, πως ταπεινά  ηθράφηκες μαζί με τις πραάτες» (μτφ. με βοσκούς, θαλασσινούς, ξωμάχους, απλοϊκούς ανθρώπους). Αυτοί είναι που σ’ ανέθρεψαν και σού’ μαθαν τα σωστά και τα πρεπούμενα!

            Αφέθηκες και μουρδώθηκες σε χέρια ψευτοκουλτουριάρηδων, που μεγάλωσαν  χωρίς λαϊκές  ρίζες και σου άλλαξαν χαρακτήρα. Παρδαλοφέρνεις φιλενάδα και τώρα ζητάς να νεμαζέψεις   τα ασημάζευτα!  Μόνο, λάαζε μπρος σου,(έχε το νου σου) όσο μπορείς, = «Γύρνα τις πλάτες σου  στο μέλλον, το μέλλον που φτιάχνουν οι άλλοι, όπως το θέλουνε. και μην γίνεις συνένοχος  στα έργα που σκαρώνουν.  Μείνε μονάχα  στο παρόν, να σώσεις οτιδήποτε αν σώζεται….. Αυτό κάποια μέρα, πίστεψέ το,  θα γίνει  η μαγιά  – το προζύμι για τις νέες μας γενιές!»

Για πού τό  ‘βαλες όμως,  τέτοια ώρα;                     

– Έχεις δίκιο, μου απάντησε με κατεβασμένο βλέμμα.  Ναι, αργά το κατάλαβα, μα καιρός να βάλουμε τα πράματα σε τάξη, όσα προλάβουμε κι όσο μπορούμε. Το γνήσιο και το αληθινό δεν χάνει ποτές την αξία του!  Αυτοί που μας διαβάζουν το καταλαβαίνουν και το ασπάζονται, γιατί τους λείπει κι αρχίζουν  να το βιώνουν και να το περνάνε και  στις νέες γενιές, που πρέπει να γνωρίσουν το παρελθόν τους!

  Και συνέχισε:

                      – Ξεχνάς τι μέρα έχουμε αύριο; Πρωτομαγιά, τα λούλουδα γιορτάζουν ! «Έφτασε ο Μάης ο γλυκός με τα πολλά λουλούδια // ας τον καλοσωρίσουμε με γέλια και τραγούδια”  Κλούθα μου το λοιπόν να πάμε «να πιάσουμε το Μάη», να μαζέψουμε λουλούδια απ’ τα χωράφια για να κάνουμε πρωί – πρωί το πρωτομαγιάτικο στεφάνι, να  θυμηθούμε και να κουβεντιάσουμε για  τα παλιά, τα ήθη και έθιμά του,  τις δοξασίες, γι αυτόν τον λουλουδάτο μήνα και να τα καταγράψουμε, όπως κάναμε και για το μήνα «Σεπτέμβρη τον … Καλύμνιο» και για «το Μάρτη τον παλουκοκαύτη».   Ανάγκη πάσα να διασώσουμε τα παλιά,  να μείνουν έστω και στα χαρτιά, μπας και βρεθούν κάποιοι και  νοήσουν την αξία τους και νετιναχτούν!

 Με βρήκε σύμφωνο. Ήταν απόλαυση να την ακολουθείς και να μαθαίνεις απ’ αυτήν!

                – Θα’ ρθω της είπα, αλλά αυτή τη φορά θα γράψουμε για τον «Μήνα Μάη τον Λαφασιώτη» και για το  «Λαφάσι», την περιοχή που μεγαλώσαμε, την περιοχή που βρίσκεται σήμερα  το καρνάγιο – ο ταρσανάς του νησιού μας και  που είναι ένα βήμα έξω από την πολιτεία της Καλύμνου

 Δεκαετία του 1930. «Λαφάσι», το καρνάγιο του νησιού της Καλύμνου. Εκεί μεταφέρθηκαν, από την παραλιακή ζώνη της νεόκτιστης σφουγγαροπολιτείας, που βρισκόταν πρώτα,   όλες οι ναυπηγικές και επισκευαστικές δραστηριότητες του ναυτόκοσμου του νησιού.

           Σαν περιοχή  με την ονομασία «Λαφάσι» αναφέρεται σε έγγραφα του 1890, η δε παραπλήσια περιοχή, όπου μεταφέρθηκε το λεπροκομείο, ως  «Μέσα Λαφάσι» και μετονομάστηκε ως «Παναγιά των Λουβών», από το εκεί εκκλησάκι της Παναγιάς Για την ονομασία αυτή, η οποία προφανώς δόθηκε την εποχή της ενετοκρατίας στο νησί – οι Ιταλοί ήρθαν ως κατακτητές το 1912 –  δεν έχουμε στοιχεία της ετυμολογικής ερμηνείας. Θα  μπορούσε λοιπόν η ονομασία Λαφάσι,   να  στηριχθεί  στη εννοιολογική σημασία της ενετικής – ιταλικής λέξης  La facies,> Lafaci-es> Lafaci,> ελλην. Λαφάσι (το), που σημαίνει τοποθεσία με όψη – θέα  μαγευτική.  Πιστεύω ότι η ονομασία αυτή δόθηκε για την ξεχωριστή σε ομορφιά θέα της στενής ρεματιάς, η οποία  καταλήγει  στον  μαγευτικό  όρμο του Λαφασιού!

Τα Λαφάσι τη δεκαετία του 1960. Η μαγευτική θέα του τοπίου, η πεντακάθαρη θάλασσα, η γοητεία της ναυτοσύνης και της ναυπηγικής παράδοσης σε συναρπάζουν.  Εδώ για
χρόνια χτίζονται, τα μοναδικά σε  τέχνη σφουγγαράδικα και ψαράδικα πλεούμενα.. Εδώ χτυπά η καρδιά και πλάθονται τα όνειρα του ναυτόκοσμου του νησιού μας!

***

Συντροφιά με την «Παράδοση», πήραμε το χωματένιο δρομάκι ανάμεσα απ’ τα καΐκια και τις καραβοπαράγκες του ταρσανά,  που οδηγεί στο ανατολικό πλαΐ πάνω απ’ το καρνάγιο, περνώντας πρώτα μπρος από το σπιτάκι, με το μικρό στο πλάι του  καφενεδάκι,  της οικογένειας του μπάρμπα – Σακελλάρη Τηλιακού (πρωτομάστορα στο καλαφάτισμα καϊκιών)  και της κυρά – Μαρίας. Πόσες μνήμες, πόσες γραφικές σκηνές (πριν εξήντα…. χρόνια τώρα) σ’ αυτόν τον χώρο!  Η πυκνόφυλλη αμπελοκρεβατίνα –  κληματαριά, τα δυο τρία τραπεζάκια με τις καρέκλες στην αυλή με τα λουλακένια πεζούλια,  κατάφυτα από γλάστρες με λογιών λογιών  λουλούδια (βασιλικοί πλατύφυλλοι, μοσχομπίζελλα, σκρίνοι, φρέσες, μισκοκαρφιές – γαρύφαλλα κ.α.). Μια μικρή όαση ξεκούρασης για τους θαλασσινούς, που μερεμέτιζαν τα πλεούμενα και  που «μες στο ψήμα του Λαφασιού – καρνάγιου» έβρισκαν λίγη δροσιά πίνοντας ένα καφεδάκι με κρύο νερό από τη λαΐνα (στάμνα), πού ‘ταν στο περβάζι,  και τη δρόσιζε τ’ αγέρι απ’ το ανοιχτό παράθυρο του Μαΐστρου. (Β.Δ. ανέμου)            Περάσαμε και τις παραθαλάσσιες από ηφαιστιγενές υλικό (πορσελάνα) μολιές, με το ταμπακιό των «Γρύληδων» (οικογένεια Κλήμη) καθώς και το και το ερειπωμένο πετρόκτιστο ταμπακιό (βυρσοδεψείο) του Τομάζου, ανεβήκαμε και το χορταριασμένο  πλακόστρωτο κλιμακωτό μονοπάτι που καταλήγει στο ξωκλήσι της Παναγιάς των Λουβών, στο «Μέσα Λαφάσι».  Η γύρω περιοχή, παρά την πολύχρονη εγκατάληψή της   (γκρεμισμένες κουμούλες, χέρσα χωράφια ρουμανιασμένα από λουλουδιασμένα αγριόχορτα  κι αγκάτθους, εδώ και δεκαετίες, δεντριά άλλα με ξεραμένους κορμούς κι άλλα να ψυχορραγούν αφρόντιστα από την αποτισσά) την εποχή αυτή – Μάης μήνας – έμοιαζε με μια πανέμορφη ανθοδέσμη όπου κάθε αγριολουλουδάκι της στόλιζε το κάνιστρο της Φύσης.

Κι η Παράδοσή μας όλο και μάζεψε τα λουλούδια που χρειαζόταν για το μαγιάτικο στεφάνι της, Έκοψε κίτρινες μαργαρίτες από αγριομαράκους, ασπρολούλουδα, παπαρούνες, κάποια τριανταφυλλάκια από γέρικη αναρριχώμενη αγριοτριανταφυλλιά, έκοψε ένα κλωνί από ασπροσυκιά με ολοπράσινες συκοφύλλες,   έβγαλε  μ’ ένα (α)ξινάρι  πού ‘φερε μαζί  της, τρεις – τέσσερις  μονόχαλες σκορδούλες, να δώσει και στις γειτόνισσές  της  και έκοψε από ένα γκρεμαράκι κάμποσους γουρλομμάτες.  Αφού  ‘πογέμισε ένα ολάκερο πανέρι, καθίσαμε σε μια πλάτσα και βάλαμε κάτω τους λογισμούς μας, μπας και μπουν κάποια  σε τάξη.  Είχε πέσει και  το σούρουπο και μεθυσμένοι από τη γαλήνη του τοπίου, το άρωμα του θυμαριού και της αλισφακιάς φέραμε μια ματιά στο γύρω χώρο.       

Η Παράδοση, συνεπαρμένη και «μαγεμένη» από το πνεύμα του Μάη, άρχισε να εξιστορεί.:

        – «Θα γυρίσουμε πίσω στα παλιά, στα μέσα  της δεκαετίας του 1950. Όλη αυτή η ρεματιά του Λαφασιού, που σήμερα βρίσκεται το εργοστάσιο της ΔΕΗ και η «τσιμεντογειτονιά» των νεόκτιστων σπιτιών, από  την παραλία πού ‘ναι το καρνάγιο, μέχρι πάνω, (βόρεια) στο μπάσιμό της με τα Κότσινα γκρεμά, που βρισκόταν η μάντρα και τα κτήματα της φαμελιάς των Κουτελλάδων, καθώς και το ντάμι του μεγαλοχασάπη Μικέ Κουλιά, ήταν μια ξεχωριστή όαση, ένας σωστός παράδεισος μες στην ξεραΐλα των γύρω από αυτή βουνών.

           Η ρεματιά κατάφυτη με του κόσμου τα δεντριά,  όλα φυτεμένα με αγάπη για τη γη,  με κόπο και ιδρώτα  ( συκιές, αμυγδαλιές, ελιές, φραγκοσυκιές, κλήματα, δαμάκια με σπορές από στάρια,  κριθάρια, κουτσές, αρακάδες, καμπιλιές)  και λουλούδια όλων των λογιών. Δεν είχε σπιθαμή γης που να μην την έσκαβαν!

Κι ανάμεσά τους οι αγροικίες  των λιγοστών μόνιμων κατοίκων της περιοχής με τα κηπούλια τους, με τα ζωντανά τους (κατσίκες, πουλερικά κ.α.). Ζωή φτωχικάτη,  απλή, μα  τρισευτυχισμένη!

Στο έμπα του Λαφασιού, ερχόμενος από τη λιμανίσια Πόθια, ψηλά στον Τρούλο με τους Κρεμαστούς, (απότομα ψηλά ακροβράχια από τα οποία « έδωναν» τις βουτιές τους όλα τα Καλυμνάκια), δέσποζε το σπίτι του βοσκού Μιχάλη Μπαϊράμη (Δημητρίας), σπουδαίου τσαμπουνιστή. Κάτω στο Καρνάγιο η οικογένεια του Σακελλάρη Τηλιακού. Πιο ψηλά, προς το Ταμπακιό, της Νικητάδαινας Κουτελά, πού ‘χε γαμπρό τον Κουρούνη τον Αντώνη  με τα «Κουρουνάκια» τους. Τι γραφικότητα να βλέπεις «Κουρουνάκια» και «Γλαράκια» να τσαλαβουτούν μαζί  θεόγλυμνα στα πεντακάθαρα νερά και να βολτάρουν μες σε  καϊκόβαρκα!

 Μες στη ρεματιά, περιποιημένα τα χωραφάκια με το σπιτάκι τους του Αντώνη Κουτσουράη, του Αναστάση Καρανικόλα, πού’ταν και πρωτομάστορας στα σιδερικά των καϊκιών, του «Θεμέλιου»  Καραγεωργίου, το γραφικό καφενεδάκι του Μάρκου του Μιχάλη, το κτηματάκι της Φραγκούς και του Ξενοφού (Ξενοφώντα) Καριώτη.  Στο κέντρο το σπιτάκι του Λουκά με το πηγαδάκι του, που από ημίγλυφο νερό του πορεύονταν οι γύρω κάτοικοι. Προς τα αριστερά (Β.Δ.) το αγρόκτημα της Θεμελίνας της Μακαούναινας, με τα πεντανόστμα φραγκόσυκα και το μπακαλικάκι του άντρα της του Νικήτα Μακαρούνα, πού’ ταν και για χρόνια επίτροπος στον Άγιο Στέφανο. Και σαν ερχόταν το καλοκαίρι, μετά τις εξετάσεις των δημοτικών σχολείων, η ρεματιά γέμιζε από «καλύβες». Κάθε σκιερό δέντρο από κάτω και μια καλύβα, από τσουβάλες, πάνες και σεντόνια για την καλοκαιρινή εξοχή. Φαμίλιες ολόκληρες, με ένα μαντρί από παιδιά η κάθε μια,  ζούσαν αμέριμνα την καθημερινότητα. Κι οι άντρες που έλειπαν τους καλοκαιρινούς μήνες,  πάλευαν στη θάλασσα  για το σφουγγάρι και στα ψαρέματα Μπάνιο και  βουτιές καρφωτές και φουντανέλες) από τα ακροβράχια των «Κρεμαστών»,  όλη μέρα στην πεντακάθαρη παραλία.

Οι «Κρεμαστοί» με τον «Τρούλο» τους ψηλά,  στην περιοχή  Λαφάσι Καλύμνου, όπου όλα σχεδόν τα « παιδιά»,  της περιοχής (ατρόμητοι έφηβοι και… μεγάλοι), δοκίμαζαν τις καταδυτικές δεξιότητές τους, βουτώντας από τα ψηλά ακροβράχια με  καρφωτές βουτιές ( (βουτιές με το κεφάλι)  και φουντανέλες, (βουτιές με τα πόδια) ) όλη μέρα στην πεντακάθαρα νερά

Ξεχωριστή ομορφιά είχαν τα βραδινά πισπερίσματα,  σαν άναβαν οι λάμπες πετρελαίου ή κανένα λουξ.  Παρέες παρέες, από τις γύρω καλύβες, μόνιαζαν κι έστηναν ένα μοναδικό σμίξιμο γειτονιάς! “Κουβεντολόι”, για όλους και για όλα, ιστορίες πραγματικές μα και παραμυθάτες και στο τέλος “ τραγούδι όξω φωνή”  ! Τραγούδια “καλημερίσματα” για τούς σφουγγαράδες που έλειπαν, τραγούδια της ξενιτιάς, πεισματικά, πειράγματα, γέλια ασταμάτητα «μέχρι δακρύων», ξεφωνητά, ως τις πρώτες πρωινές ώρες. Και πώς να μην ζηλέψει, τις ώρες εκείνες, το τριζόνι στο άκουσμα του ήχου  της βοσκαρουίστικιας  τσαμπούνας του Μιχάλη Μπαϊράμη – της «Δημητρίας» και του Γιάννη Κουτελλά, που συνόδευαν όλο εκείνο το αυθόρμητο ξεφάντωμα της ψυχής!  Όλα ήταν ένα «ξεπλάντασμα» από τη βιοτική μέριμνα!           Σ’ αυτούς τους χώρους, παραμονές της Λαμπράς, έβγαιναν να βοσκήσουν τα πασχαλιάτικα αρνιά τους όλα τα παιδιά των ενοριών της Παναγιάς της Υπαπαντής (Κουβούσαινας) και του Αγίου Στεφάνου. Μικροί ποιμένες όλη μέρα στο βοσκιό, να μαζέψουν κανένα καρακατσούνι, κανένα αξυνά, να κλέψουν κανένα αμύγδαλο η λίγα φρέσκα κουτσά.  Νηστεία όλη μέρα και το βράδυ στην  εκκλησιά, για τα Άγια Πάθη. Μέρες Άγιες, μέρες κατάνυξης ,  μέρες ευλογημένες, που καρφώθηκαν βαθιά στη ψυχή μας και …πώς να λησμονηθούν!

           Και σαν ερχόταν η παραμονή της Πρωτομαγιάς, σμάρι οι κοπελούδες, παρέες παρέες, πλημμύριζαν την ποταμιά και τα γύρω πλαΐτζια της,  για να  «πιάσουν το Μάη», μελωδικά τραγούδια για το Μάη, χαρούμενες φωνές και κακαριστά γέλια, σαν από στηθάτες περδικοπούλες, από τα ερωτικά πειράγματα για τον Μάη, τον ερωτικό! Τα λουλούδια αυτά θα τα έβαζαν σε δοχεία με νερό, για να τα κρατούν δροσερά μέχρι το πρωί, πριν βγει ο ήλιος.

           Το στεφάνι γινόταν από λογής λογής αγριολουλούδια, που απλόχερα μοίραζε η Φύση, αλλά και απ’ αυτά που οι καλονοικοκυρές φρόντιζαν να έχουν σε μερικές γλάστρες ή σ’ ένα κηπουλάκι στην αυλή τους. Δεν έλειπαν βέβαια και τα κλεψιμιά λουλούδια από κήπους, σε βραδινά γιουρούσια. «Αναστέναζαν» οι κήποι, αναστέναζαν και φουρκιζόταν  και οι νοικοκυρές, που πατθαλαλούσαν = «Ε. που να σας τα δω  κουτσουκλισμένα τα κουλά σας, όπως κουτσουκλίσατε τις βιολέντες  και τους σκρίνους μου! »

           Ασπρολούλουδα, παπαρούνες, κίτρινες μαργαρίτες από μαράκους, κλωνί από ασπροσυκιά ή αλυτσά, σκορδούλα  μονόχαλη για το γούρι και το διώξιμο κάθε κακού , βλαστό από κλήμα,  στάχυ μεστωμένο, – δυναμωμένο, τριατάφυλλα, φρέσες κ.α. Στην πολύχρωμη λουλουδάτη σύνθεση απαραίτητος κι ο γουρλομάτης, που με το μίσχο του έκαναν αιμάτινα σημάδια στο πάνω μέρος της παλάμης. Πίστευαν πως ήταν το αίμα από το ακάνθινο στεφάνι του Χριστού. Ο γουρλομάτης  προφύλασσε την οικογένεια από το κακό μάτι!

             Το στεφάνι το κρεμούσαν στα κάγκελα του μπαλκονιού, να το βλέπει όλη η γειτονιά, ή στο φεγγίτη της κεντρικής πόρτας του σπιτιού. Οι ταβερνιάρηδες εκτός από το κύριο στεφάνι στην πόρτα της ταβέρνας τους, έφτιαχναν κι από ένα μικρότερο για κάθε βαρέλι. Οι. ναυτικοί για το καΐκι τους, ψηλά στο  κατάρτι της πλώρας,  στις βάρκες,, ακόμα και στα ζωντανά τους, στα μουλάρια και τους γαϊδάρους τους. Ήταν οι εορταζόμενοι! Λουλούδια και στο κεφάλι του ο καθένας, λουλούδι και στ’ αυτί ιδίως, ένα κλωνί βασιλικό ή μισκοκαρφιά – γαρίφαλο “Γαρίφαλο στ’ αυτί και … πονηριά στο μάτι” ,  στρόπφοι – κολιέ από ασπρολούλουδα και μαργαρίτες περασμένες, μια – μια, με βελόνα σε κλωστή του καρελιού. Το στεφάνι θα έμενε στη θέση του μέχρι τ’ Αη – Γιαννιού, (24 Ιουνίου) όπου θα το έριχναν να καεί στις φωτιές του Κλύδωνα, με του « Άη – Γιαννιού τα’ ατσάλι»

Σφουγγαράς μες στο καϊκόβαρκο, πρωί- πρωί πριν σκάσει ο ήλιος, μεταφέρει στεφάνι της πρωτομαγιάς στο σφουγγαροκάικο – τον αχταρμά του, «το δεύτερο σπιτικό του»,  που βρίσκεται φουνταρισμένος αρόδο στο λιμάνι.  Θα ανεβεί στα ξάρτια και θα το κρεμάσει στο πιο ψηλό σημείο του καταρτιού – στον «σταυρό του αλμούρου.». Η Παράδοση, σε στεριά και θάλασσα, έδινε νόημα και ξεχωριστή ομορφιά στην καθημερινότητα!

***

Και ενώ στο σπίτι  φτιάχνοταν το στεφάνι, απόπολύ νωρίς  προτού να καλοφέξει  και πριν σκάσει ο ήλιος τις ηλιαχτίνες του, οι γυναίκες πήγαιναν να φέρουν   απ’ τα ξεμοναχιασμένα  πηγάδια “το αμίλητο νερό” Σ’ όλη τη διαδρομή είχαν  το στόμα τους κλειστό. Κανέναν δεν χαιρετούσαν, ούτε καλημέριζαν. “Μόνο βουά και σκυφτά”, ωσότου  φτάσουν στο σπιτικό τους. Με  το αμίλητο νερό θα πλυθούν οι άνθρωποι του σπιτιού θα πρωτοπιούν για να πάρουν ζωή και δύναμη, θα ραντιστούν και τα υποστατικά, να ξορκιστεί το κάθε κακό!

           Άλλες γυναίκες πάλι, ανήμπορες, έπαιρναν μακριά κλωνιά μολόχας και τα έπλεκαν, σαν είδος ζώνης γύρω από τη μέση και τα λαγόνια τους. Πίστευαν πως ήταν φάρμακο που θα γιάνει τη μέση τους, θα τις κάνει δυνατές να γεννοβολούν γερά παιδιά  και να σηκώνουν τα βάρη της ζωής!

                        Η Παράδοσή μας σταμάτησε, πήρε βαθιά ανάσα, με κοίταξε:

             – Αυτά για το στεφάνι της Πρωτομαγιάς, Καιρός να μιλήσουμε για το  μήνα Μάη τον… Καλύμνιο!

                        Μήνας Μάης, ο πέμπτος στη σειρά μήνας του χρόνου, τραβά τριάντα μία μέρες. Η μέρα του κρατά 14 ώρες κι η νύχτα δέκα. Πήρε τ’ όνομά του από την νύμφη Μαία, την ομορφότερη απ’ τις επτά Πλειάδες, κόρες του Άτλαντα και της Πλειόνης, μητέρας του θεού Ερμή.

              Τον λένε  και :

 α)  Λουλουδά,  απ’ το πλήθος των λουλουδιών και της μεγάλης ανθοφορίας στη Φύση,

              β) Καλομηνά,  από τις πολλές καλοσυνάτες “τα στεγνά γαλήνια του Μάη¨ και “ τις γλυκές μέρες” του.  “Μη βγάλεις ούτε πάπλωμα ώσπου να ρθει ο Μάης”, να γλυκάνουν – ζεστάνουν  οι καιροί “Καλός ο ήλιος του Μαγιού, τ’ Αυγούστου το φεγγάρι”

             Ο Μάης όμως έχει και τις κακοσύνες του. Απρόσμενες νεροποντές και καταιγίδες με χαλάζι, σε χρόνο που τα νερά όχι μόνο δεν ωφελούν αλλά και προξενούν  μεγάλες καταστροφές στα σπαρτά, στις καλλιέργειες, στα δεντριά, πάνω στην  ανθοφορίας τους,     “Μαδά ανθούς την ώρα που δένουν  τον καρπό”

  “Στον καταραμένο τόπο,  μήνα  Μάη  βρέχει”

  “ Σαν έπρεπε δεν έβρεχε, το Μάη εχαροβρόντα”

   “ Μάης φτιάχνει τα σπαρτά, Μάης χαλά τα”

 “ Ζήσε μαύρε – (άλογό) μου, να φας τον Μα τριφύλλι”  ( αβέβαιο, αν δεν το καταστρέψουν οι νεροποντές του Μάη)

           Ξαφνικά  και τα Μαγιάτικα  μπουρίνια, που σηκώνουν φοβερές  τρικυμίες στη θάλασσα.  Καράβια μεγάλα, με βρακωμένους καπετάνιους καταποντίζονται στα πέλαγα! “ Των καλών καπεταναίων οι γυναίκες, μήνα Μάη χηρεύουν”

   γ) Γαδουρομηνά, ο μήνας που ερωτοτροπούν και δακχούν (δαγκούν – δαγκώνουν)  οι γάιδαροι.

              Πολλά τα  «πεισματικά» – σατυρικά δίστιχα γι αυτόν, όπως :

Απ’ το Βουτσάνι ήρχουμου κι είγια (είδα) ένα γα(δ)ούρι

και το καλοστοχάστηκα  και σού ‘μοιαζε στη μούρη

……………………………………………………….

Όμορφη είσαι σαν τον φούρνο μας και σαν το μαερειό μας

                                  περήφανη και νόστιμη σαν το γαΐδαρό μας

              Κι η  πρέπουσα απάντηση: 

                                    Αφού με κάνεις γά(δ)αρο γένου και συ γα(δ)άρα

να πα  να μας  μολιάρουσι πέρα στην Αμμαάρα

                 …………………………………………………….                     

Αφού με κάνεις γάαρο, γένου και συ γαούρι

αφού ‘σαι ρε Νικόλα μου ολόφτυστος στη μούρη

……………………………………………………..

‘Πογύρισε που το στενό κι έλα απ’ το Καμάρι

και φάγκρισε τα γότζια σου να κόψουν οι γαάροι

 ………………………………………………………..

Αφού με κάνεις γάαρο, φάε τη γαουρζά μου

και αν σου κολομύρισε  πσες (πιες) και την κατρουλιά μου.

(  Πεισματικά  δίστιχα Καλύμνου, από τον Κυριάκο Μπαΐράμη, λαΐκό τραγουδοποιό, γιο του αείμνηστου τσαμπουνιστή Μιχάλη Μπαΐράμη της «Δημητρίας»)

* * *

                      Ο μήνας Μάιος θεωρείται “μαγεμένος”, γιατί λένε πως πιάνουν τα λογής λογής μάγια, και αυτά που «δένουν» το μελλόνυμφο ζευγάρι. Γι αυτό αποφεύγονται οι γάμοι το μήνα Μάιο.

            “Μα(η) γαδάρα μήν παρεις και τη Λαμπρά γυναίκα”

             “Αχ Μαργαρίτα Μαγιοπούλα, αχ Μαργαρίτα μάγισσα…”                                     

           Είναι και μήνας “φο(β)ισμένος”, γιατί τις καψερές μέρες του Μάη σβουρίζουσι , τριγυρνούν τα κακά στοιχειά, τα τελώνια και οι καλομοίρες.  ( κατ’ ευφημισμό  του κακομοίρες).

            “Τη νύχτα τα μεσάνυχτα του Μα το μεσημέρι  γυρίζουν τα τελώνια ούλο το καλοκαίρι”,που  άμα αγγίξουν  όποιον βρουν έξω, απομακρυσμένο στις ερημιές το καταμεσήμερο, ή στη βαθιά νυχτιά, μαγεύουν τον και «σουμαεύουν» τον και  κάνουν του κακό (  στραβώνει το στόμα, καμπουργαίνει, λωλαίνεται κ.α.)

* * *

           “ Ήρθε ο Μας των γυναικών ταμνάς”

              “Κουραστικός μήνας ο Μάης”

           Για τις  Καλυμνιές γυναίκες. αρχίζουν οι δουλειές που δεν έχουν τελειωμό κι η μέρα του Μάη, που όλο και μεγαλώνει,  δεν  φτάνει να τις ‘ποτελειώνουν.  Να ξεστρώσουν τα σπίτια από τα βαριά χειμωνικά στρωσίδια,  να αλλάξουν τις  βαριές μονές – στρωμνές (χράμια, πάνες – κουρελούδες, τριχού(δ)ες κ.α), αλλά και τα μάλλινα προικιά της στοίβης και να πάνε στις βοτσαλωτές παραλίες να τις πλύνουν σε θαλασσινό νερό, να λιαστούσι για να “μην τις κόψει ο σκόρος”!  Οι άντρες έφευγαν για το σφουγγαράδικο ταξίδι κι αυτές, όσες ήταν από τα αγροτικές περιοχές  (Άργος, Αργινόντα, Σκάλια, Εμπορειό, Παλιόνησο, Ψέριμο έμειναν να φροντίζουν σπιτικό, παιδιά, ζα (ζώα) και χωράφια,  Δουλειές κοπιαστικές, που σαν νύχτωνε δεν είχαν πια τερμάνια – άλλες αντοχές  και μπαΐρδισμένες έπεφταν του θανατά, ήταν σαν να τις έπιανε  ταμνάς!

* * *

                        Όμως, χωρίς να το καταλάβουμε, η ώρα πέρασε. Σηκωθήκαμε ικανοποιημένοι, και ανακουφισμένοι γιατί η μνήμη μας ακόμα λειτουργούσε. Το κουβεντολόι ξαναζωντάνεψε αναμνήσεις από τα παιδικά  και  εφηβικά μας χρόνια, τότες που κάναμε όνειρα,  μα βάλαμε στόχους  και πείσμα, για να  τους πραγματοποιήσουμε!

                                                                         Μάης μήνας…. στο Λαφάσι Καλύμνου

                             Θερμές Ευχές                                                                                                      

                                                                                                      

 Γιάννης Αν Χειλάς

                           ΚΑΛΟ    ΠΑΣΧΑ    &          

  ΧΡΙΣΤΟΣ  ΑΝΕΣΤΗ