Όταν η Σοροκάδα αγρίευε το λιμάνι της Καλύμνου – Μνήμες, θάλασσα και ναυτοσύνη που δεν ξεχνιούνται-Γράφει ο Γιάννης Αντ. Χειλάς.

840

Η Σοροκάδα δεν ήταν ποτέ απλώς ένας άνεμος για την Κάλυμνο. Ήταν δοκιμασία, φόβος, σεβασμός και σχολείο ναυτοσύνης. Ήταν ο καιρός που ξεχώριζε τους έμπειρους από τους απερίσκεπτους, που έβαζε σε κίνηση ολόκληρο το λιμάνι, που ένωνε καπεταναίους, πληρώματα και οικογένειες σε μια σιωπηλή αγωνία για το τι θα φέρει η νύχτα και το ξημέρωμα. Ένας άνεμος απρόβλεπτος, «αγριοσοροκάδα» όπως τον έλεγαν οι παλιοί, που μπορούσε μέσα σε λίγες ώρες να μετατρέψει το λιμάνι σε πεδίο μάχης ανάμεσα στον άνθρωπο και τη θάλασσα.

Στο κείμενο που ακολουθεί, ο Γιάννης Αντ. Χειλάς ξετυλίγει με γλαφυρότητα και αυθεντικότητα τις μνήμες μιας άλλης εποχής· τότε που τα σπίτια ήταν χτισμένα πάνω στο κύμα, που οι καιροί «μυρίζονταν» πριν ακόμη φανούν, που ο ήλιος, τα σύννεφα, τα πουλιά και η συμπεριφορά της θάλασσας προειδοποιούσαν καλύτερα από κάθε δελτίο καιρού. Με βιωματικό λόγο, θαλασσινές κουβέντες και εικόνες χαραγμένες ανεξίτηλα στη συλλογική μνήμη, μας μεταφέρει στο λιμάνι της Καλύμνου των παιδικών του χρόνων, όταν η Σοροκάδα έμπαινε από τον Λεβάντη, αγρίευε στον κόρφο του λιμανιού και έβαζε σε δοκιμασία καΐκια, ανθρώπους και κατασκευές.

Δεν πρόκειται μόνο για μια αφήγηση καιρικών φαινομένων. Είναι ένα κείμενο βαθιάς ναυτικής μνήμης, ένα ζωντανό ντοκουμέντο της καλύμνικης ναυτοσύνης, της σχέσης του νησιού με τη θάλασσα και της σοφίας των παλιών θαλασσινών που ήξεραν να παλεύουν, να υπομένουν και να σέβονται τις δυνάμεις της φύσης. Μέσα από λέξεις, εικόνες και ιστορικές φωτογραφίες που «μιλούν» από μόνες τους, αναδύεται μια Κάλυμνος που αντιστέκεται στη λήθη και καλεί τις νεότερες γενιές να γνωρίσουν, να καταλάβουν και να τιμήσουν την Ιστορική της Αυτοσυνειδησία

Παραθέτουμε το εξαιρετικό άρθρο του συνεργάτη του Kalymnos News Γιάννη Αντ. Χειλά

Μνήμες από αγριοσοροκάδες στο λιμάνι Καλύμνου

Σοροκάδα, (Σιρόκος)  ο ισχυρός νοτιοανατολικός άνεμος (Ν.Α.)  που σαρώνει τα πέλαγα  με την δύναμη του κυματισμού και τις ριπές ανέμων που στροβιλίζονται καθώς μπουκάρει σε στενά μπουγάζια, ακόμα και σε  σφαλιστά λιμάνια και κάνει τουνούκλα  άρμενα (πλεούμενα με τις αρματωσιές τους), σπα – γκρεμίζει φράκτες και ξαμολιέται σε ρουμάνια με ανεμοστρόβιλους  και υδροστρόβιλους (θρούμπες), ξεριζώνοντας  δεντριά πανύψηλα ή τά ‘κανει  να  γέρνουν σαν  καλάμια. Μαζί με τους παράπλευρους μ’ αυτήν νότιους  ανέμους την Όστρια (καθαρή Νοτιά) – Όστρια – Σιρόκο και τον Γαρμπή (Ν.Δ) – Οστριογάρπη είναι ο φόβος και ο τρόμος των ναυτιλομένων. Χειμωνιάτικοι, για τα μέρη μας καιροί, μα δεν απολείπουν και την  άνοιξη. Και είναι κάτι αγριοσοροκάδες; του φόβου και… απρόβλεπτες! – « Των καλών καπεταναίων οι γυναίκες,  μήνα Μάη χηρεύουν».

  Είναι καιροί αταξίδευτοι: –  « Σιρόκος,  Λεβάντες και Γαρμπής, άσε να ‘ποξημερώσει και να δεις» (πώς θα τους αρμενίσεις). Η Σοροκάδα με την Όστρια παίρνουν αργά και όσο παλιώνουν  γίνονται ξίδι μοναχό: – « Με  γέρο Βοριά ταξίδευε και Νότο παλληκάρι».

***

Μεγάλωσα με τις Σοροκάδες!  

Το γεννησιμιό μου σπίτι,  του Καμπουράκη του Θέμελη το καφενείο,  περιοχή Πλατείας και πούντου Διαμαντή,  ήταν κτισμένο πάνω στο κύμα. Ο  στενός παραλιακός δρόμος το χώριζε από τη θάλασσα. Από τη βεράντα του ή πίσω από τις τζαμόπορτες, είχα μπροστά μου, αγνάντευα όλες τις ώρες, όλο το λιμάνι με την κίνησή του, όλο το πελαγίσιο άνοιγμα, ανατολικά  ως  τα νησιά Πλάτη και Ψέριμο και  νότια από τον κάβο  τ’  Αϊ – Γιώργη, ως πέρα  όλο το νησί της Κω. Από κει άρχιζε να παίρνει η Σοροκάδα., πρώτα απ’ τα μέρη του Λεβάντη (Ψέριμο) και μετά τον έφερνε τον καιρό, την σοροκάδα,  απ’ την πλευρά του Λιμνιώνα  της Κω. Τότε ήταν που αγρίευε!

  Σαν ήταν να πάρει η σοροκάδα, το μυρίζονταν  όλοι οι θαλασσινοί του νησιού, καπεταναίοι και πληρώματα, ψαράδες και σφουγγαράδες. Γνώριζαν τα σημάδια των καιρών και δεν λάθευαν ποτές. Ο κόκκινος σαν μπακιρένιο ταψί  ήλιος,  θαμπός. Η υγρασία, η  κίτρινη χωματένια μούτθα (θολούρα) κι σκοτεινιά που κουβαλούσε η ανεμοζάλη από το όρος Δίκαιο της Κω, το ανήσυχο κρώξιμο και το  πέταγμα των γλάρων που αψήλωναν, οι συμπεριφορές των ψαριών των χταποδιών που κρύβονταν από φόβο στα θολάμια τους και τόσα άλλα τους έβαλαν σε άμεση δράση. Όλο το λιμάνι σε κίνηση, σε φούρια· να μποκάμουν να προστατέψουν τα πλεούμενά τους. Κανένα πλεούμενο δεν έπρεπε, να μείνει εκτεθειμένο  σ’  όλη την παραλιακή ζώνη , από περιοχή Βουβάλη, ως πέρα του (Ο)Λυμπίτη  το μουράγιο. Αν δεν τά’ παιρναν θα τά βρισκαν «ξύλα»!

Περιοχή   «Γλίστρα – Καμπουράκη» και «Πλατεία Διαμαντή» όπου τραβούσαν , κάθε φορά που έπαιρνε σοροκάδα, τις γυαλάδικες βάρκες τους οι σφουγγαράδες της ρεβέρας, του καμακιού και του σκανταλιού,  οι ψαράδες και  οι αχταπολογάδες, οι παραγατζήδες κ.α. «Γλίστρες» υπήρχαν και στο μοναστηράκι της Βουβαλίνας όπου και γέμιζαν οι αλάνες των σφουγγαροαποθηκών από τραβηγμένες βάρκες και διχτυάρικα μικροτριχαντηράκια.  Μόνιαζαν το λοιπόν, από τα γύρω καφενεία και τις ταβέρνες, με μια φωνή «έι,  βίρα» με μια αξιοζήλευτη αλληλεγγύη, όλα τα πληρώματα, μαζί και θαμώνες – ακόμα και μεγαλωμένα κοπέλια της ενορίας συμμετείχαν, – μαζί κι εγώ – και με αλληλοβοήθεια, άλλοι έβαζαν πλάτες, άλλοι κρατούσαν ισότροπα κι άλλοι τραβούσαν τα παλαμάρια κι έσερναν έξω στη στεριά τα πλεούμενα όλων.  Να τα σιγουράρουν σε γερά σκαριά , ακόμα και να τα δέσουν στους κορμούς των γέρικων αλμυρόδεντρων, για μεγαλύτερη ασφάλεια· να μην τις πάρει η ρεστία της σοροκάδας!

Στου Λυμπίτη το μουράγιο, στης Παναγιάς του Γλυκιού την προκυμαία, στου Λιμεναρχείου τα αραξοβόλια,  στις αρχές του μεγάλου λιμενοβραχίονα που έκοβε τον καιρό    και πάντιζε ο βοτσαλωλός γιαλός  στην παραλία «Κασόνια» (πίσω από το Λιμεναρχείο) κόπαζε ο μεγάλος κυματισμός, εύρισκαν απάγκιο όλα τα μεγάλα πλεούμενα, εμπορικά και σφουγγαράδικα καΐκια. Το ένα πλάι στο άλλο στριμωγμένα σαν τσαδρέλες, με διπλές άγκυρες φουνταρισμένα, με χοντρά παλαμάρια και πρυμάτσες κα..ι τα πληρώματα απίκου σε ετοιμότητα·  να προστατέψουν, να σώσουν τα πλεούμενα. Το πάλεμα με τη σοροκάδα, ναυτικών και καϊκιών άρχιζε με το δυνάμωμα του καιρού, με το δαιμονισμένο σφύριγμα τ’ αγέρα στα ξάρτια, με τρακαρίσματα και σπασίματα κουπαστών, με «λιμανίσιες βαριές εκφράσεις» για τον διαολόκαιρο, « τον σκύλο τον καιρό που έτρωγε τα λυσσακά του», που τους ταλαιπωρούσε και που όλο δυνάμωνε. Όλοι εύχονταν, έταζαν στον Άη – Νικόλα, στην Παναγιά του Γλυκιού – «να έστριβε ο καιρός, να τον έπαιρνε όξω από τον κόρφο του λιμανιού, προς ‘Οστρια και Γαρμπή, όξω από τον κάβο του Άη – Γιώργη και θα ηρεμούσε κάπως η αντάρα του στο λιμάνι».

Εν τω μεταξύ, μετά από ένα ολάκερο μερόνυχτο κι ακόμα παραπάνω, ο ουρανός άρχιζε να μπουκώνει με βαριά μολυβένια σύννεφα, Αστραπόβροντα συντάραζαν συνθέμελα τον ορίζοντα  προς το βάθος της Αστροπαλιάς. (Ν.Δ.) Η Σοροκάδα φαινόταν ότι «έτρωγε τα χαλιά της». Τον καιρό θα τον ψήλωνε η μπόρα και η καταιγίδα. θα τον πήγαινε κατεβασιά – Βοριά. « Αν δεν αστράψει κι αν δεν βροντήξει δεν θα τον σπάσει τον καιρό», «Αστράφτει και βροντά η Όστρια, αλέστα τραμουντάνα»     «Αστράφτει και βροντά η Αστροπαλιά, έμπα βοσκέ μου στη σπηλιά. Αστράφτει και βροντά η Ανατολή, έβγα βοσκέ μου στο κλαρί.»

                                                                                                        (θαλασσινές κουβέντες)

Ας αφήσουμε  όμως τις ιστορικές πια φωτογραφίες να μιλήσουν  με τη δική τους δυναμική

Δεκαετία του 1950. Η λιμανίσια πρωτεύουσα της Καλύμνου, η Πόθια,  είναι ανοιχτή σαν ξέφραγο αμπέλι στους κάτω – νότιους καιρούς, από Λεβάντε Σιρόκο  (σορόκο- λεβάντε) – Σοροκάδα και  Όστρια – Νοτιά. Ο κεντρικός λιμενοβραχίονας  «το Φανάρι», με τον  πετρόχτιστο ψηλό Φάρο, αδυνατεί ως κυματοθραύστης  να προστατέψει  την παραλιακή προκυμαία από το μεγάλο κυματισμό. Όλα είναι έρμαια στην αγριοσοροκάδα, που τα κύματά της σαν αφηνιασμένα άτια καλπάζουν από το ανοιχτό πέλαγος της Κω.
Το κύμα ζωντανό, καλυβωμένο, με μεγάλες «μανάες» (κυματισμό) καλπάζει προς  στην παραλιακή προκυμαία, περιλούζει το Δημαρχιακό Μέγαρο και  καβαλικεύοντας τα προστατευτικά κολωνάκια, απλώνεται σ’ όλο τον παραλιακό δρόμο κι έπειτα ασταμάτητο μπουκάρει στους στενούς  «αναούχους» (αποχευτικά επιφανειακά κανάλια όμβριων υδάτων) κάθε στενορυμιού κι απλώνεται σαν ορμητικό ποτάμι προς τις Πατήθρες, τη μέσα  κεντρική οδό  της πόλης με τα εμπορικά καταστήματα. Όλα πλημυρίζουν  κι είναι απροσπέλαστα. Όσοι θέλουν να πάνε προς το κεντρικό λιμάνι θα πρέπει να περάσουν πιο ψηλά από τα καλντερίμια της  Παναγιάς  Υπαπαντής και Ευαγγελίστριας.
***
Περιοχή από Μιχαλαρά – Καμπουράκη –  πλατεία Διαμαντή έως το «Βου(β)άλι» (σφουγγαροαποθήκες Ν. Βουβάλη, Μοναστηράκι) και επεκτείνεται προς Λαφάσι, τον Κόλπο της Παναγιάς  των Λουβών , τον κάβο – Πριόνα,  τον κάβο της Χαλής , το Βαθύ και όλη τη Νοτιοανατολική  (Ν.Α.) πλευρά του νησιού λούζοντας πατόκορφα όλα τα κτήρια της παραλιακής περιοχής, τις ακτές,  και τους κάβους  και τα ξερονήσια!
Η Σοροκάδα μπουκάρει στην πλατεία του νησιού και μέσα στις αυλές του Επαρχείου. Τα όποια καΐκια άφησαν φουνταρισμένα αρόδο, με διπλά  φουντάγια απερίσκεπτοι – άναυτοι καπεταναίοι, κινδυνεύουν από τον μεγάλο κυματισμό να βουλιάξουν.  Τελευταία στιγμή προσπαθούν να παρέμβουν. Μάταια όμως . Κάποια θα τα βρουν στον πάτο ή θα μαζεύουν τα ξύλα τους!
Η Νοτιοανατολική πλευρά του Επαρχείου, θεμελιωμένη μες στη θάλασσα, δέχεται, στο στρίψιμο του καιρού προς την Όστρια –  (νοτιά), το κύριο όγκο  του κυματισμού. Η αριστοτεχνική κατασκευή του από Ιταλούς tzinierides (αρχιτέκτονες και μηχανικούς) δοκιμάζεται κάθε φορά με τις αγριοσοροκάδες και δείχνει πράγματι τις  αντοχές του στο χρόνο!
Μοναδικές σκηνές  από θαλασσοπάλεμα μικροκάικων με τον μεγάλο κυματισμό της αγριοσοροκάδας. Τα πλεούμενα, καρυδότσουφλα στην μάνητα των κυμάτων, κινδυνεύουν στον καταποντισμό. Ποιος θα τολμήσει,  μες στον χαλασμό του Kόσμου,  να προστρέξει σε βοήθεια ;
Η πλατεία έξω από το Δημαρχείο και την αυλή της Βουβάλειου Επαγγελματικής Σχολής  (νυν Ναυτικού Μουσείου) , πλημυρισμένη γίνεται ένα με την επιφάνεια της φουσκωμένης θάλασσας
Ο δρόμος  (πλατεία Χριστού και Επαρχείου σήμερα), θυμίζει κανάλι Βενετίας. Μόνο που λείπουν οι γόνδολες!

Αγαπητοί αναγνώστες, αυτές οι μοναδικές στιγμές της Σοροκάδας , που έζησαν οι παλιοί θαλασσινοί μας στο λιμάνι της Καλύμνου, που ευτυχώς αποτύπωσε ο φωτογραφικός φακός ευαίσθητων φωτογράφων και τις ξαναζωντάνεψαν οι μνήμες όλων όσων τις βίωσαν, αποτελούν ιστορικά και πολιτισμικά στοιχεία της Ναυτοσύνης του νησιού μας. Ας τα θυμίσουμε στους παλιούς και ας γίνει προσπάθεια να τα γνωρίσουν και οι νέοι. Αυτό επιβάλει η Ιστορική Αυτοσυνειδησία!

Κάλυμνος,   μήνας    Γενάρης του 2026

Γιάννης Αντ. Χειλάς