Μάρτης … γδάρτης και  κακός παλουκχοκάφτης-Γράφει ο Γιάννης Αντ. Χειλάς*

234

Στην Κάλυμνο, εκεί όπου η πέτρα συνομιλεί με το κύμα και ο αγέρας γράφει τη δική του ιστορία πάνω στα βράχια, ο ερχομός του Μάρτη δεν είναι απλώς μια ημερολογιακή μετάβαση από τον χειμώνα στην άνοιξη. Είναι ένα ζωντανό βίωμα, μια δοκιμασία και συνάμα μια υπόσχεση∙ μια πάλη ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι, στο κρύο και στη ζέστη, στη γαλήνη και στην τρικυμία. Ο Μάρτης στο νησί των σφουγγαράδων και των θαλασσινών δεν έρχεται σιωπηλά· έρχεται με πρόσωπα πολλά, με διαθέσεις απρόβλεπτες, με μνήμες χαραγμένες βαθιά στη συλλογική ψυχή των ανθρώπων.

Η λαϊκή σοφία τον έχει σημαδέψει με λόγια βαριά και αλησμόνητα: «Μάρτης γδάρτης και κακός παλουκχοκάφτης». Δεν είναι μια απλή παροιμία∙ είναι συμπύκνωση εμπειρίας αιώνων. Είναι η φωνή του γεωργού που αγωνιά για τα σπαρτά του, του βοσκού που μετρά τα ρίφια του, του ναυτικού που αφουγκράζεται το βοριά προτού λύσει κάβους. Είναι η αγωνία και η ελπίδα μαζί. Γιατί ο ίδιος μήνας που παγώνει «τ’ αρνάκια» και σαρώνει τις θάλασσες με τραμουντάνες και αγριοσοροκάδες, είναι κι εκείνος που φέρνει το πρώτο ξάνοιγμα της φύσης, το μπουμπούκιασμα, το δειλό χαμόγελο της άνοιξης.

Ο λόγος του Γιάννη Αντ. Χειλά, δασκάλου, συγγραφέα, λαογράφου και υπεύθυνου του Ναυτικού Μουσείου Καλύμνου, έρχεται να διασώσει ακριβώς αυτή τη βιωμένη εμπειρία. Να περισώσει λέξεις, εκφράσεις, δοξασίες, εικόνες και αφηγήσεις που κινδυνεύουν να σβήσουν μέσα στην ταχύτητα της σύγχρονης ζωής. Με βλέμμα στραμμένο στους παλιούς ξωμάχους, στους ρεσπέρηδες, στους βουκόλους και στους θαλασσινούς, ανασύρει από τη μνήμη του τόπου μια ολόκληρη κοσμοαντίληψη: τον τρόπο που οι άνθρωποι «διάβαζαν» τον καιρό, που ερμήνευαν τα σημάδια της φύσης, που έπλεκαν μύθους για να εξηγήσουν το αλλοπρόσαλλο του Μάρτη.

Στις σελίδες που ακολουθούν, ο Μάρτης δεν παρουσιάζεται μόνο ως μετεωρολογικό φαινόμενο. Γίνεται πρόσωπο με ιδιοτροπίες, με θυμούς και τρυφερότητες, με δυο γυναίκες —την όμορφη και την άσκημη— που καθορίζουν τη διάθεσή του. Γίνεται μύθος που πίνει κρυφά το κρασί των μηνών, γίνεται παιδαγωγός που τιμωρεί την αλαζονεία της γριάς βοσκοπούλας, γίνεται ήλιος «με γότζια» που ξεγελά και δοκιμάζει αντοχές.

Παράλληλα, ξετυλίγεται ο πλούτος των εθίμων: το «μάρτη» στον καρπό των κοριτσιών για να φυλαχτούν από την κάψα του ήλιου, τα πολύχρωμα δάματα, το φουντί του πασχαλινού αρνιού, οι παροιμίες και τα μερομήνια που όριζαν τον ετήσιο κύκλο της ζωής. Κάθε λεπτομέρεια δεν είναι απλώς μια γραφική ανάμνηση∙ είναι τεκμήριο πολιτισμού, είναι απόδειξη μιας αρμονικής –έστω και σκληρής– σχέσης ανθρώπου και φύσης.

Κι όμως, μέσα από τις αφηγήσεις των γερόντων αναδύεται και μια πικρή διαπίστωση: «Άλλαξαν οι άνθρωποι, άλλαξαν οι καιροί». Η φύση, πληγωμένη από την ανθρώπινη ύβρη, μοιάζει να εκδικείται. Οι άνεμοι ξαμολιούνται «στους πέντε ανέμους», οι εποχές χάνουν τη σταθερότητά τους, η εμπιστοσύνη στους κύκλους του χρόνου κλονίζεται. Ο στοχασμός γίνεται επίκαιρος, σχεδόν προφητικός.

Το παρόν άρθρο, λοιπόν, δεν είναι απλώς μια λαογραφική καταγραφή. Είναι μια πρόσκληση επιστροφής στη μνήμη. Είναι μια υπενθύμιση πως η παράδοση δεν είναι παρελθόν, αλλά εργαλείο κατανόησης του παρόντος. Γιατί, όπως μαρτυρούν οι παλιοί της Καλύμνου, όποιος ξέρει να ακούει τη φύση και να σέβεται τους ρυθμούς της, μπορεί να αντλήσει δύναμη ακόμα κι από τον πιο «γδάρτη» Μάρτη.

Και ίσως, τελικά, μέσα από τις ιδιοτροπίες του, να θυμηθούμε πως ο Μάρτης είναι —παρά τα καμώματά του— η αρχή του καλοκαιριού. Η αρχή μιας νέας ελπίδας.

Παραθέτουμε το εξαιρετικό και ενδιαφέρον άρθρο του Γιάννη Χειλά

Μάρτης … γδάρτης και κακός παλουκχοκάφτης

Λαογραφικές και Πολιτισμικές καταγραφές από την παλιά Κάλυμνο
Καιρός να ξαναθυμηθούμε τα παλιά. Αυτό μας δίνει δύναμη!

Μάρτης μήνας, λιακάδα το πρωί, μπουρουνιασμένος  μ’ αστραπόβροντα  και νεροποντές το μεσημέρι, χαλάζι,  χιόνια, παγωνιά το απόβραδο. Πέντε γνώμες, πέντε μούρες (πρόσωμα), απ’ τη μια στιγμή στην άλλη, ως να στρώσουν οι καιροί το Μαγιάπριλο!

Φετινού χρόνου ο Μάρτης μας  έκανε και πάλι ποδαρικό με κακοκαιριά. Καλοσυνάτος, «προσώρας» – με λιακάδα έδειξε το καλό του πρόσωπο – μα ήδη σηκώθηκε δυνατός βοριάς που «τ’αρνάκια παγώνει»! Θρακιώτης και «αιθρηγενένης»,  μπουκάρισε με μεγάλο κυματισμό και σαρώνει τις θάλασσες, «βορέης αιθριγενέτης, μέγα κύμα κυλίνδων» (Οδύσσεια ε΄ 296) από το Θρακικό πέλαγος ως κάτω το ακριτικό Αιγαίο, κουβαλώντας, σαν το στρίβει σε Γραίγο –  Τραμουντάνα (Β.Δ.) το παγοκαίρι των βουνών της Ανατολίας. Θέλει, ως φαίνεται,  να κουντρεστάρει, (ανταγωνιστεί)   τον Κουτσοφλίαρο (Φλιάρη – Φλεβάρη), που είχε χρόνια να μας δείξει την κακότητά του. Ήδη απ’ τα μέσα του Γενάρη, χωρίς ανακοπή, τα καιρικά φαινόμενα πρωτόγνωρα ακόμα και σε πολύ παλιούς θαλασσινούς και ξωμάχους, αναστάτωσαν  την καθημερινότητά μας. Βροχές με το τουλούμι, νερά που δεν μπορούσαν να τ’ αντέξουν οι υπάρχουσες υποδομές με τις όποιες αδυναμίες και κακοτεχνίες τους. Πλημύρισαν κάμποι, ξεχείλισαν ποτάμια, ξεριζώθηκαν  δέντρα αιωνόβια, κατολισθήσεις ρήμαξαν χωριά, δρόμοι χάθηκαν από το χάρτη. Παντού καταστροφές, πληγές ανεπανόρθωτες. Η θάλασσα έδειξε κι αυτή την αγριάδα της  σ’ όλο της το μεγαλείο. Έγινε ένα με τη στεριά! Αγριοσοροκάδες, Προβέτζες φορερές η μια με την άλλη σάρωναν ανελέητα τις ακτογραμμές, έκαμαν άνω κάτω λιμάνια, βούλιαξαν σκάφη, ξεπάτωσαν λιμενοβραχίονες,, ρήμαξαν παραλιακές υποδομές,, που κτίστηκαν πάνω στο κύμα  θυμίζοντάς μας πως, «Είναι κακό στην άμμο να χτίζει παλάτια, η νοτιά κι ο βοριάς θα τα κάμουν  συντρίμμια κομμάτια». Κι όλοι ελπίζουμε, επιτέλους να φύγει ο Φλεβάρης , να ρθει ο Μάρτης να  σταματήσει αυτό δρομολόγιο των καιρών, να βρει την ισορροπία της η Φύση. και …  κάπως  να λαμπουρίσει ο ήλιος να λασκάρει το κακχαλάκι μας»

Μη μας ξεγελά όμως αυτή του η θωριά. Τα σημάδια, όπως λένε οι παλιοί ξωμάχοι, δείχνουν ότι πίσω είναι η βαρυχειμωνιά. Τα δεντριά ακόμα είναι ’ποκουμπωμένα, τα μάτια στα κλωνιά είναι  κλειστά, δεν μπουμπούκιασαν! Άλλωστε όσοι παρακολουθούν τα «μερομήνια», γνωρίζουν  πόσο πολύ άγριος και πολεμικός είναι ο Μάρτης, που μ’ αγέρηδες, βροχές,  χιόνια και κρύα επιβεβαιώνει τα όσα δίκαια του καταμαρτυρούν, πως είναι δηλαδή  «Μάρτης γδάρτης και κακός παλουκχοκάφτης». Γι αυτό «το Μάρτη ξύλα φύλαγε μην κάψεις τα παλούκια!».  

 Πήρε  τ’ όνομα του Άρη του θεού του πολέμου, που στη Λατινική γλώσσα λέγεται   Mars .Πρώτος μήνας της άνοιξης, «Ανοιξιάτης» υπόσχεται το ξάνοιγμα της φύσης με καιρούς γλυκόπνοους, βλάστηση κι ανθοφορία και με ζέστες που σε ξαφνιάζουν λες και είναι καλοκαίρι.  « Από Μάρτη καλοκαίρι κι από Αύγουστο χειμώνα» και  « Απ’ το Μάρτη πουκάμισο και απ’ τον Αύγουστο σεγκούνι» . (χοντρό μάλλινο πανωφόρι)

Οι λιακάδες του όμως είναι  καψερές, «Ο ήλιος του Μαρτιού τρυπά κέρατο βοδιού», λες και βρέχει κάρβουνα ο ουρανός, που κάνει μικρούς και μεγάλους ιδιαίτερα τις κοπελιές, απ’ την πρώτη κιόλας μέρα του, να φορέσουν  προληπτικά το «μάρτη» (στριφτό πολύχρωμο νηματένιο βραχιολάκι)  στον καρπό του χεριού τους, για να μην τις μαυρίσει ο καψερός ήλιος του Μάρτη και χάσουν το κρινόλευκο χρώμα της επιδερμίδας τους. Έτσι ήθελαν παλιά τις κόρες  « αφράτες… και γαλακτερές – ασπρούλες» και όχι πετσοκολιασμένες (πετσί και κόκχαλο)  και μαυροτσούκχαλα! « Όπου έχει κόρην ακριβή του Μάρτη ήλιος μην την δει».

 Εκτός από το βραχιολάκι του μάρτη, «ητουφλώνουντο κιόλας με το φουτά», δηλ.  κάλυπταν κεφαλή και πρόσωπο με άσπρο δροσερό μαντήλι, για να προστατευτούν απ’ την κάψα του Μάρτη. Κάποιες έβαζαν και κρέμα δέρματος, το πασίγνωστο «μαρμαράκι»  Το «μάρτη» που γίνεται με στριφτά «δάματα» ( πολύχρωμα βαμμένα μάλλινα νήματα), με βασικό το άσπρο και κόκκινο χρώμα, θα τον φορούσαν  μέχρι το Μ. Σάββατο, όπου τον έβγαζαν απ’ τον καρπό του χεριού και τον έδεναν στ’ αυτιά του πήλινου μουουριού, που μέσα του θα έψηναν στο φούρνο το πασχαλινό αρνί. Με τα μαρτιάτικα δάματα έφτιαχναν  επίσης και το φουντί (πολύχρωμη φούντα), με  το κορδόνι του πλεγμένο σε καρούλι κλωστής, για να το φορέσουν στο λαιμό ή στα κέρατα του μαυρομάτικου και πλατονώρικου  αρνιού της Λαμπράς.

 «Κλαψιάρης» ο Μάρτης με πλήθος από βροχές και νερά, αν τα κάνει;  που όμως είναι πολύ ωφέλιμα στη γεωργία. « Μάρτης βρέχει, ποτές μην πάψει»!»,

« Αν κάμει ο Μάρτης δυο νερά κι Απρίλης άλλο ένα, χαράς σε κείνον το ζευγά πού ’χει πολλά σπαρμένα»,

« Μάρτης άβρεχτος, μούστος άγευστος»

Εκείνο όμως που τον χαρακτηρίζει είναι το ευμετάβλητο των καιρικών συνθηκών του. Τη μια βροχή κατακλυσμός,  σε λίγο έχουμε  λιακάδα. Μια κάνει κρύο του ψόφου, μια ζέστη μες στην ίδια μέρα και σε λίγες στιγμές, γι αυτό και λέγεται « πεντάγνωμος». « Ο Μάρτης ο πεντάγνωμος, που έχει πέντε γνώμες, μια την βρέχει, μια τη λιάζει, μια την καλοκαιριάζει και το ρίφι κερατιάζει και τ’ αρνί σγουρομαλλιάζει» και 

«Μπρος πηλά (λάσπες από τη βροχή) και πίσω χώματα (ξερά στη στιγμή από την κάψα του ήλιου)»,

 « Το Μάρτη το πρωί ηψόφησε ο γάδαρος ’που το κρύο, το μεσημέρι ηβρώμεσε που την κάψα, το βράδυ τον πήρε η νεροποντή»

***

 Πολλές οι παραδόσεις που  θέλουν να δικαιολογήσουν αυτή του τη ακαταστασία. Οι περισσότερες θέλουν το Μάρτη να έχει δυο γυναίκες. Τη μια έμορφη, την άλλη άσχημη και κουτσή. Όποτες γυρίζει και βλέπει την έμορφη είναι στις καλές του κι η  «φύση βρίσκει τη καλή και τη γλυκιά της ώρα!».  Όποτες πάλι γυρίζει και βλέπει την άσχημη, μπουρουνιάζει, βρέχει, χιονίζει και δείχνει τ’ άσχημά του μούτρα.

Ο Μάρτης ήταν πού ’βαλε τη γριά βόσκισσα κάτω απ’ το καζάνι που τυροκομούσε για να ζεσταθεί, επειδή  του περηφανεύτηκε πως «δεν σε φοβάμαι Μάρτη μου, φυσήξεις δε φυσήξεις // τα ρίφσα μου κεράτσωσα, τ’ αρνιά μου ξεπαλάησα.»

«Κι ο Μάρτης που την άκουσε  φυσά, βροντά και ρίχνει χιόνι //  κι η βόσκισσα ξεπάγιασε και μπαίνει για να ζεσταθεί κάτω που το καζάνι. (του τυροκομιού)!

***

 « Ήλιος με δόντια,  γριά με τα χταπόδια»  Αλ. Παπαδιαμάντης, απ’ το διήγημα  «Στο Χριστό στο Κάστρο»  Και στα Καλύμνικα: «΄Ηλιος με γότζια, γιρζά με τα χταπότζια»

Είναι  και μέρες που ο ήλιος, μες στην κακοσύνη του ευμετάβολου  καιρού, προβάλει δειλά = δειλά και παίζει το κρυφτούλι, φοβισμένος απ’ τα βαριά μολυβένια σύννεφα, που κουβαλούν μαύρη  αντάρα, για  να ζεστάνει τα μαργωμένα κορμιά, απ’ το παγερό φύσημα του μανιασμένου βοριά, που λυσσομανάει  κατεβαίνοντας απ’ τις χιονοφόρτωτες βουνοκορφές  και «ξυρίζει τ’ αυτιά»  και κάνει «τα δόντια να τρίζουν» και τη γριά να μην ξεμυτθίζει  (δεν ξεπροβάλει ούτε τη μύτη) απ’ το σπιτοκαλυβάκι της όπως τα χταπόδια, που  «στις κακοσύνες, όπως μαρτυρούν – ισχυρίζονται οι ίδιοι αχταπολογάδες, ουδέποτε τα χταπόδια βγαίνουν στα θαλάσσια νερά να βοσκήσουν, γιατί τα τρομάζουν οι ισχυρές θύελλες, κι όταν η θάλασσα βρυχάται  – μουγκρίζει  με κρότο φοβερό και η πυκνή καταιγίδα που αναταράζει το βυθό και όλα τα ανακατεύει, αυτά  παραμένουν στα κοιλωτά θολάμια τους  και κάθονται ζαρωμένα και δεν βγαίνουν καθόλου, αν δεν γαληνέψει. Κι αν τύχει και κρατήσει καιρό (πολλές μέρες) η κακοσύνη, τότες αναγκάζονται να τρώνε τα ίδια τα πλοκάμια  – χαλιά τους» (Οππιανός «Αλιευτικά») Ερμηνευτική απόδοση Ι.Χειλάς

***

Μια άλλη παράδοση λέει πως όλοι οι δώδεκα   μήνες είχαν μαζί ένα βαρέλι με κρασί. Το βαρέλι είχε δώδεκα τρύπες, την μια κάτω απ’ την άλλη και μια για τον καθένα. Ο Μάρτης κατάφερε να πάρει την κάτω τρύπα και… μέχρι  να τον πάρουν χαμπάρι οι άλλοι ήπιε όλο το κρασί. Σαν πήγαιναν να τον δικάσουν, του έλεγαν πως θα τον διώξουν απ’ την παρέα τους κι αυτός στεναχωριόταν και κακοκαίριαζε. Δεν έλεγε να κάμει μια καλοσύνη, μια ηλιόλουστη μέρα και.. κόντευε να τελέψει κι η Σαρακοστή κι  η άνοιξη δεν έβγαζε ούτε λουλούδι! Τελικά οι μήνες το καλοσκέφτηκαν, πως δεν μπορούσε «να «λείψει ο Μάρτης απ’ τη Σαρακοστή;» και τον συγχώρησαν. Ας τον χαρούμε όμως για τις ιδιοτροπίες του,  αφού γνωρίζουμε καλά  πως: « Μάρτης είναι… αρχή του Καλοκαιριού»

Αυτά τα παραπάνω, στοχασμοί και σοφές διαπιστώσεις για τους μήνες, για τις εποχές και τους καιρούς, από παλιούς ξωμάχους του νησιού μας, ρεσπέρηδες (γεωργούς), βουκόλους (βοσκούς) του βουνού και θαλασσινούς, (ναυτιλλόμενους  και ψαράδες),  με έκαναν  να ρωτήσω αρκετούς απ’ αυτούς, αν σήμερα μπορούν να διαγνώσουν τους καιρούς, τις εποχές, να   «καταλάβουν τη Φύση γενικά, την ώρα που τους μιλά με τα σημάδια της», όπως έμαθαν απ’ τους παππούδες τους, αλλά και οι ίδιοι από τις παρατηρήσεις που κάνουν. Μου απάντησαν με το δικό τους τρόπο, έτσι απλά και στοχασμένα:

–  « Άλλαξαν πρώτα απ’ όλα  οι άνθρωποι, άλλαξαν μαζί με τα πρακτέα τους οι καιροί κι οι εποχές. Οι καιροί δεν έχουν πια στάση πάνω τους. Δεν μπορείς να τους εμπιστευτείς!  Τι να σου κάμει η Μάνα  Φύση  αφού την έκαμαν σουρωτήρι με τους πυραύλους τους, με τα πυρηνικά, με τα τοξικά δηλητήριά τους,  όπως έκαναν  τ’ άμυαλα συντρόφια του Οδυσσέα, όταν  άνοιξαν το αεροτουλούμι των ανέμων του Αιόλου και ξαμολήθηκαν αδέσποτα, σαν λυσσασμένα σκυλιά, τ’ αερικά και τα  δαιμονικά; Έτσι τους πήραν και τους σήκωσαν στους πέντε ανέμους και έχασαν τον μπούσουλά τους.  Πώς,  έτσι που την καταντήσαμε,  θα κοντρολάρει το φύσημα των αγέρηδων και θα βάλει τους καιρούς σε τάξη, για νά ’χουμε ισορροπία στους μήνες, στις εποχές και όλα να λειτουργούν αρμονικά,  όπως φτιάχτηκαν με σοφία από την Πρώτη κιόλας μέρα της Δημιουργίας του Κόσμου;  Εμ, γι αυτό μας εκδικείται…!»

                                                                                        Κάλυμνος, μήνας Μάρτης….

                                 Γιάννης Αντ. Χειλάς