Η “πανούργα σουπιά” και οι “ανθρώπινες σουπιές” της ζωής μας- Ένα μοναδικό θαλασσινό οδοιπορικό του Γιάννη Αντ. Χειλά

265

Ένα μοναδικό θαλασσινό οδοιπορικό του Γιάννη Αντ. Χειλά, που ξεκινά από τα ψαροκασόνια της Καλύμνου και φτάνει στα βαθύτερα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσης

Από τις πρωινές βόλτες στην παραλιακή αγορά της Καλύμνου, ανάμεσα σε φρεσκοψαρεμένες σουπιές, θαλασσινές κουβέντες και μνήμες μιας άλλης εποχής, ο δάσκαλος, συγγραφέας, λαογράφος και υπεύθυνος του Ναυτικού Μουσείου Καλύμνου, Γιάννης Αντ. Χειλάς, μας προσκαλεί σε ένα συναρπαστικό ταξίδι γνώσης, λαϊκής σοφίας και βαθύτατου προβληματισμού.

Με αφορμή τη σουπιά, ένα από τα πιο παράξενα και ευφυή πλάσματα της θάλασσας, που ο ίδιος ο Αριστοτέλης χαρακτήρισε ως «το πανουργότατον των μαλακίων», ο συγγραφέας ξεδιπλώνει μπροστά μας έναν ολόκληρο κόσμο θαλασσινών εμπειριών, παραδόσεων, αρχαίων κειμένων και βιωματικών αναμνήσεων. Από τα παιδικά του χρόνια στις ακτές της Καλύμνου, μέχρι τις αφηγήσεις των παλιών ψαράδων και τις μαρτυρίες αρχαίων συγγραφέων όπως ο Οππιανός και ο Εμμανουήλ Φιλής, η σουπιά αναδεικνύεται όχι μόνο ως θαλάσσιος οργανισμός αλλά και ως διαχρονικό σύμβολο συμπεριφορών που συναντά κανείς και στην ανθρώπινη κοινωνία.

Η ικανότητά της να αλλάζει χρώματα, να καμουφλάρεται, να κρύβεται και να θολώνει τα νερά με το μελάνι της για να διαφύγει από τον κίνδυνο, γίνεται αφορμή για μια εύστοχη αλληγορία γύρω από τους ανθρώπους που επιλέγουν τη δολιότητα, την υποκρισία και την παραπλάνηση ως τρόπο δράσης. Μέσα από γλαφυρές περιγραφές, παραδοσιακές εκφράσεις, ντοπιολαλιά και θαλασσινή σοφία, ο Γιάννης Χειλάς φωτίζει την προέλευση και το βαθύτερο νόημα της γνωστής λαϊκής φράσης «είναι μεγάλη σουπιά», αποκαλύπτοντας πώς η παρατήρηση της φύσης γέννησε διαχρονικές αλήθειες για τον ανθρώπινο χαρακτήρα.

Το κείμενο «Περί σηπίας» δεν αποτελεί μόνο μια ενδιαφέρουσα λαογραφική και φυσιογνωστική προσέγγιση ενός θαλάσσιου είδους. Είναι ταυτόχρονα ένα μάθημα ζωής, μια υπενθύμιση ότι η θάλασσα, εκτός από τροφό και σύντροφος των νησιωτών, υπήρξε πάντοτε και μεγάλος δάσκαλος. Μέσα από τα καμώματα της πανούργας σουπιάς, αναδεικνύονται οι παγίδες της ανθρώπινης συμπεριφοράς, η αξία της παρατήρησης, η δύναμη της εμπειρίας και η ανάγκη να διακρίνουμε έγκαιρα όσους επιχειρούν να «θολώσουν τα νερά» γύρω μας.

Ένα κείμενο γεμάτο αλμύρα, λαϊκή σοφία και διαχρονικά μηνύματα, που διαβάζεται όχι μόνο ως θαλασσινή αφήγηση, αλλά και ως ένας καθρέφτης της ίδιας της κοινωνίας μας.

ΓΙΑΝΝΗ ΑΝΤ. ΧΕΙΛΑ

Περί σηπίας

«Το  πανουργότατον των μαλακίων»  Αριστοτέλης

« Είναι μεγάλη σουπσά …!»
Από τη Συλλογή « Σοφές κουβέντες των θαλασσινών μας»

Καθημερινά κατεβαίνω, τα πρωινά μου, στην παραλιακή πιάτσα, από «Δημοτική Αγορά» – ευτυχώς υπάρχει ακόμα στο νου και στην «καρδιά»  όσων βίωσαν  τη γραφική παραδοσιακή ομορφιά της –  μέχρι την παραλία Βου(β)άλη, όπου συναντώ τους φίλους μου,  τους θαλασσινούς. Είναι ο Κόσμος που γεννήθηκα,  μεγάλωσα και συνεχίζω να τον ζω στην απλοϊκή του Μεγαλοσύνη.

Περνώ από τα παραδοσιακά ιχθυοπωλεία,  να χορτάσει το μάτι  μου την ποικιλία των φρέσκων ψαριών και η όσφρηση να ανιχνεύσει την αλμύρα της θάλασσας και τη… φρεσκάδα της «ψαρίλας»!  Τελειώματα του Μάη και… ανάμεσα στα ψαροτελάρα ξεχώρισα κάμποσες  φρεσκότατες μεγάλες σουπιές, ψαρεμένες  από  δίχτυα. Θυμήθηκα πως ήταν η εποχή τους.  Πρέπει να ήταν από την περιοχή Μαστιχάρι της Κω. Εκεί τις κάνει μεγάλες! Ήταν όμως καταχρισμένες και καταμουτζαλωμένες μες στα μελάνια τους. Θέλησα να πειράξω  τον  φίλο μου τον ψαρομανάβη.

  • Γιώργο, του λέω, ξέπλυνέ τες και λιγάκι. Ρίξε τους κανένα μπουγέλο νερό. Πολύ μαυρίλα και μελάνια!

–  Και που τις πλένω δάσκαλε,  πάλι μαύρες γίνονται. Άσε που στους πελάτες αρέσουν τα μελάνια . Τελευταία τις μαγειρεύουν όπως είναι.

Προσωπικά,  τις δοκίμασα με τα μελάνια τους. Δεν μου πολυμπαίνουσι. Μαυρίζει το τσουκχάλι  μαυρίζει … και  το στομάχι! Τη γεύση τη δίνει μόνο η ίδια  η σουπιά, σαν είναι φρέσκια.  Παλιά οι μανάδες μας τις ξέπλεναν δέκα νερά, πριν τις μαγειρέψουν!

Συνέχισα να τον πειράξω

  • Ρε Γιώργη, για κοίταξε τις σουπιές σου βαθιά  στα μάτια;  

Τις κοίταξε και κρυφοχαμογέλασε. Άρπαξε το μήνυμα. Έπειτα κοιταχτήκαμε και μείς με το δικό μας τρόπο. Γνώριμοι απ’ τα χρόνια των παππούδων μας, – θραφήκαμε στους ίδιους ψαρομαχαλάδες. Καταλαβαίνουμε πάντα ο ένας τον άλλον, δεν χρειάζονταν περισσότερα…

– Γιώργη, Απριλο-Μάης· Μαγιάπριλο δεν  έχουμε;  Εποχή που λαπιεύβγουν (βγαίνουν στο σεργιάνι και ερωτοτροπούν) οι σουπιές. Τι λες; να γράψουμε  γι’  αυτές, να τις μάθει ο κόσμος;  Ο βίος και η πολιτεία τους έχει πολύ ενδιαφέρον! « Περί σηπίας» λοιπόν.

***

Τις  θαλασσινές σουπσές τις έμαθα καλά από πολύ μικρός. Το πατρικό μου σπίτι (του Θ. Καμπουράκη, το καφενείο όλων των παλιών θαλασσινών του νησιού μας) ήταν κτισμένο κατάγιαλα, πάνω στο κύμα και…έτσι όλη μέρα τσαλαβουτούσα και  πάλευα με τη θάλασσα,  νεπεταρίζοντας σαν μικρό γλαρόνι στο  πάρσιμο της σοροκάδας, σ’ όλη την παραλιακή κουστέρα, από τα κορδόνια (λιμενοβραχίονα ) της Αγοράς (Δημαρχία) μέχρι το μοναστηράκι της Βου(β)αλίνας. και πολλές φορές ως το Λαφάσι, Ταπμακιό Τομάζου και την Παναγιά των Λουβών.  Δασκαλεμένος από τους γεροψαράδες,  κατάφερνα να τις ξεχωρίζω, όσο και αν καμουφλαριζόταν στο βυθό. Έκανα χάζι και θαύμαζα  τα καμώματα  και τις πονηριές της,  μα σαν διαπίστωνα πως με έπαιρνε είδηση, πριν προλάβει να το σκάσει την καμάκωνα. Δεν το κρύβω πως πολλές φορές με πιτσίλιζε με τα μελάνια της κι ας την είχα καμακωμένη και με έκανε σύχριστο. Τον Απριλο – Μάη ή  Μαγιάπριλο,  την εποχή που ερωτεύονται και λαπιέβγουν (τριγυρνούν) γιαλό για να  ζευγαρώνουν,  πρωί πριν σκάσει ο ήλιος,  με  το καμάκι ή με πυροφάνι στις αφέγγαρες γαλήνιες νυχτιές, μα και στα δίχτυα πιάναμε πολλές σουπιές.   Τα  νερά τότες πεντακάθαρα κι αμόλυντα  κι η θάλασσα  γεννοβολούσε  πληθωρικά τα ζωντανά της σαν τη σκρόφα  ( θηλυκιά γούρλα – γουρούνα) !  

Κάποια στιγμή όμως η λαϊκή κουβέντα από παλιούς και στοχασμένους θαλασσινούς – «Μην τον βλέπεις αυτόν  έτσι. Δεν είναι όπως δείχνει,  είναι κρυφοκούκχουλο και μεγάλη σουπσά…» με… πονήρεψε και μ’ έβαλε σε προβληματισμούς. Ποιο είναι λοιπόν  αυτό το «έτσι» που χαρακτηρίζει τις «ανθρώπινες σουπιές»; Από τα παρακάτω πιστεύω ότι θα βγουν και τα ανάλογα συμπεράσματα  Ο τρόπος ζωής και δράσης των ζωντανών της θάλασσας κρύβει σοφία. Ας τη γνωρίσουμε λοιπόν αυτή την πανούργα σουπσά, καλό θα μας κάνει!

Καθόλου κολακευτικά τα κοσμητικά  επίθετα  και οι χαρακτηρισμοί που της προσάπτουν οι αρχαίοι πρόγονοι θαλασσινοί, μέσα από γραπτά σύγχρονών τους συγγραφέων και ποιητών: δολόφρων (η έχουσα δόλια φρονήματα, πονηρά και δόλια σκεπτόμενη), δολόμητις (πανούργα, δολερή, με δόλιους σκοπούς), επίκλοπος ( ύπουλη,  κρυψίνους, απατεώνισσα, κλεφτρίνα ) « και ει πόθι φέρφερον ιχθύν»  (και είναι ως φαίνεται πιο έξυπνη κι απ’ το ψάρι).  Οππιανός « Αλιευτικά «» Κεφ. Γ΄ στιχ. 165 . Ακόμη και ο Αριστοτέλης ασχολήθηκε με τις σουπιές διαπιστώνοντας ότι  είναι « το  πανουργότατον των μαλακίων» (χταπόδια, καλαμάρια, θράψαλα κ.α. 10.000 είδη )

Ο τρόπος που κινείται και ενεργεί η παμπόνηρη, η δόλια  σουπιά για να επιβιώσει στον ανελέητο νόμο της φύσης, στο θαλάσσιο χώρο που ζει είναι εκπληκτικός. Πολλοί όμως άνθρωποι, που  η φύση τους ταιριάζει μ’αυτήν της σουπιάς,  φροντίζουν  ν’ ακολουθούν πιστά τα «κόλπα» της και να γίνονται οι ίδιοι «ανθρώπινες σουπιές», προκειμένου να πετύχουν τους δόλιους σκοπούς τους και να τους αποδοθεί, δικαιολογημένα ο  μεταφορικός χαρακτηρισμός. « Είναι σουπιά…!» μικρή ή μεγάλη ανάλογα με τα έργα τους.

Ας  παρακολουθήσουμε  λοιπόν τη δόλια και  παμπόνηρη σουπιά,  σαν βγαίνει στο σεργιάνι για κυνήγι. « Πρηνής εν ψαμάνθοισι υπ’ οστράκω  ειλυθείσα » ( Οππιανός « Αλιευτικά» Κεφ. Γ΄ στιχ 124) ξαπλωμένη μπρούμυτα στον άμμο, καμουφλαρισμένη κάτω από οστρακογενείς περιοχές, προσαρμόζεται τέλεια χρωματικά ( αλλάζει χίλια χρώματα και χίλιες όψεις) με τον περιβάλλοντα χώρο, και γίνεται δύσκολα αντιληπτή, « λανθάνει την όψιν…» ( Εμμ. Φίλη « Περί σηπίας»)

Αθέατη, καραδοκεί και μηχανεύεται μύριους τρόπους να ξεγελάσει, να παραπλανήσει το θήραμά της και… ξαφνικά εκεί που δεν το περιμένει, ν’ απλώσει τα δυο μακρύλεπτα πλοκάμια της « εκ γαρ κεφαλής πεφύασιν αραιοί, εκρέμοντες προτενείς, ώστε πλόκοι…» ( Οππιανός «Αλιευτικά» κεφ Γ΄ στιχ.121-122 ), που τα κρατά επιμελώς κρυμμένα για  να  το αρπάξει, αλλά και πανέτοιμη να ξεφύγει από του θηρευτές της, τα μεγάλα ψάρια, τις αιμοβόρες (μύραινες) – σμέρνες  ή το καμάκι του ψαρά.

Αλλ’ όμως, έτσι και νιώσει πως την έχουνε πάρει χαμπάρι, την έχουνε μυριστεί και επισημάνει και … πως κινδυνεύει άμεσα, τότε γίνεται «μελανηφόρος». Τα παρακάτω  ποιητικά αποσπάσματα  μας δίνουν με θαυμαστή ακρίβεια ποια είναι αυτή η σουπιά,  καθώς και τα καμώματά της :

Περί σηπίας

                       α)     « Παμπόνηρη στη φύση της είναι η σουπιά

                               εξαπατώντας  τη μοχθηρία των κυνηγών της,

                               γιατί εξαπολύει μαύρο μελάνι στα νερά

                               και διαφεύγει απαρατήρητη παίρνοντας μαύρη όψη

                               και ικανοποιείται επιδιώκοντας τη σωτηρία της.

                               Αλλά πρόσεξε μην την πιάσεις ζωντανή με τα χέρια

                               γιατί, κάποιος άλλος ανίδεος μπορεί ν’ αποκτήσει εμπειρία

                               από τα κοφτερά της δόντια, πού’ναι στ’απόκρυφο στόμα της

                               και να δοκιμάσει  το επώδυνο δάγκωμα

                               που συνοδεύεται από τσουχτερό δηλητήριο.»

                                                               Εμμ. Φίλη « Στίχοι περί ζώων ιδιότητος»

* * *

                         β)   «Οι σουπιές λοιπόν έτσι δόλια πονηρεύονται.

                               Υπάρχει στο σώμα τους  (θ) ολός, σακούλι γεμάτο

                               με πηκτό μελάνι, πιο μαύρο κι απ’ την πίσσα

                               όπλο προφύλαξης και άμυνάς της.

                               Αυτές, όταν τις κυριεύσει ο φόβος του κινδύνου,

                               αμέσως με σκοτεινή πιτσιλιά τη θάλασσα θολώνουν

                               κι όλα τα γύρω νερά λερώνουν μ’αυτό το υγρό

                               κι έτσι διαφεύγουν κάθε βλέμμα.

                               Οι ίδιες δε μέσα  από την ανεξιχνίαστη θολούρα

                               στη στιγμή απομακρύνονται απ’ το κακό.

                               Και είναι ως φαίνεται πιο έξυπνη κι  από τα ψάρια. »

                               Οππιανός « Αλιευτικά » Κεφ. Γ ΄ στιχ. 156-168

( Η μετάφραση και η νοηματική απόδοση έγινε σε συνεργασία με τον αείμνηστο φίλο, Λυκειάρχη, φιλόλογο Ιωάννη Γ. Ασβεστά.)

* * *

Ύστερα από την αποκάλυψη τόσων στοιχείων για τη σουπιά, θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί με τις « ανθρώπινες  κακόεργες και πανούργες σουπιές», αρσενικές ή θηλυκές ή αρσενικοθήλυκες,  που καμουφλαρισμένες με τους ευγενείς τους τρόπους, με το χαμόγελό τους, με τις προσποιήσεις τους, με την εκδούλευση ( πρηνείς – δουλοπρεπείς στην εκάστοτε εξουσία, χωρίς «αιδώ» – (τσίπθα ντροπής), προσκολλώνται σε  όποιον βρίσκουν το συμφέρον τους),  αλλάζουν χίλια πρόσωπα, χαίρονται που ακόμα δεν τις πήρανε είδηση,  τι κουμάσια είναι; τι επεξεργάζονται; μέχρι να πετύχουν τους δόλιους σκοπούς τους.

Αυτές, στην κατάλληλη στιγμή, που οι ίδιες κρίνουν και που δεν τις περιμένουν, όπως και το «πανούργο την φύσιν» χταπόδι, με πονηριά και δόλο «θα αμολήσουν  – θα χύσουν το μελάνι τους», «  θα  θολώσουν τα νερά  » και θ’  αφήσουν στους άλλους « να ψάχνουν σε θολά νερά», ενώ αυτές θα διαφεύγουν σε καθαρά νερά, « θα την βγάλουν καθαρή ». (με καθαρή έξοδο  ) . Στους άλλους « θα μείνει η μελανιά » η μουζαλιά, η  μαύρη μουτζούρα και  η ζημιά!

Και αυτό το «χυμένο μελάνι» γίνεται στον ανθρώπινο λόγο, έκφραση καυστική, φαρμακερή κουβέντα, πικρόχολη σαν δηλητήριο, που κρύβει μέσα της συσσωρευμένη την ειρωνεία, τη χαιρεκακία,την πικρία, τον φθόνο, τη ζηλοτυπία, την υπεροψία και τη δολιότητα αυτού που την εκστομεί, με προφανή στόχο τη διαβολή,  την υποτίμηση των πράξεων και  την προσβολή της αξιοπρέπειας  του προσώπου  στο οποίο απευθύνεται. Τελικός στόχος η πρόκληση σύγχυσης, θολούρας και αναστάτωσης.

Δεν είναι όμως, όπως νομίζουν οι σουπιές, όλα ευνοϊκά γι αυτές. Υπάρχουν και οι (αι)μοβόρες οι σμέρνες (σμύναιρες ),που πριν προλάβουν να κινηθούν ύπουλα τις κατασπαράσσουν με τα κοφτερά σαν ξουράφι δόντια τους. Αλλά και  για τον έξυπνο – πονηρεμένο  και στοχασμένο ψαρά τα κόλπα της δεν πιάνουν. Με το έμπειρο γλαρίσιο μάτι του  θα τη «γυαλλέψει», θα την  εντοπίσει, όσο κι αν καμουφλάρεται και… πριν προλάβει να χύσει το μελάνι της θα την καμακώσει, θα τσακίσει το σουπσοκόκχαλο – ραχοκοκαλιά της  και τότες όλη η κακοεργία που μηχανεύεται  κι η μαυρίλα, η μουντζαλιά του μελανιού που κρύβει μέσα της λαντουρίζεται – διασκορπίζεται και εμποτίζει το δικό της σώμα,  η ίδια το «σσωπίνει» και έτσι αποκαλύπτεται  το  μαύρο ποιόν της, τι κουμάσι είναι και τι έκρυβε μέσα της, και τελικά χάνει την υπόληψή της, γίνεται η ίδια ρεζίλι και καταντά η γνωστή σε όλους  η σουπσά η σσωμαυρισμένη, που τις βρωμιές της  δεν τις ξεπλένει ούτε  και ο Νιαγάρας!» (καταρράκτης). Και είναι τόση η κακότητά της – για παρατηρήστε τη μοχθηρία που κρύβει στο βάθος της  ματιάς της –   που … κι ακόμα καμακωμένη συνεχίζει να χύνει μελάνια και …  –  « όπου την  ’γγίξεις λερώνεσαι…»

 Και ο σοφός, ο γνωστικός Λόγος των θαλασσινών μας, που η θάλασσα τους διδάσκει, συνιστά :

                    « Μαύρη (γ)υναίκα μήν παρεις, σουπσά  τη(γ)ανισμένη,

                       είναι πάντα μαυρισμένη η σουπσά η  τη(γ)ανισμένη.

                      κι ας είν’ αλευρωμένη, για να φαίνεται ασπρισμένη!

 Και  στα  «ψάρια» – «τους χάννους που με ανοιχτό στόμα τα χάβουν όλα, όσα τους τάζουν» και τις «θολόπερκες», που δε βλέπουν μπροστά τους το δόλωμα (το δόλο) δηλ. τους αφελείς, τους απονήρευτους, τους «αγαθούς»  στο πνεύμα και στην καρδιά, τους  καλόκαρδους, τους  άκακους, τους ευκολόπιστους, τους καλόβολους απ’ τη φύση τους κ.α. που ζουν στο δικό τους κόσμο, συνιστάταται  πιτέλους,  να «ξεψαρώσουν» να πονηρέψουν, χωρίς να γίνουν «κακόβουλοι», να γίνουν όπως  τους γύλους και τους περγάντους (πονηρόψαρα) όπως λέει και το θαλασσινό δίστιχο  «χάννος είμαι χάνομαι, πέρκα είμαι πιάνομαι //  γύλος είμαι σε γελώ και το δόλωμα χαλώ», δηλ. να τους χαλούμε τα σχέδια, να τους ξεμπροστιάζουμε, να τους αποκαλύπτουμε για  να παίρνουν μαζί τους τελικά το μελάνι τους,  τη βρώμικη μου(ντ)ζαλιά τους. Να είναι δακτυλοδεικτούμενοι, ως   μουζαλωμένες  σουπσές!

Και πάλι… προσοχή : «δίπλα μας, πάντα θα υπάρχουν και θα  κινούνται αθέατες,  καμουφλαρισμένες επίβουλες  και κακόεργες σουπσές!

Κάλυμνος,  για… κάθε Απριλο-Μάη

Γιάννης Αντ. Χειλάς