Μια ολόκληρη εποχή της καλύμνικης ναυτοσύνης και της θρυλικής σπογγαλιείας αναδύεται ξανά μέσα από το ιστορικό σκαρί του «ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΡΙΠΟΛΙΤΗΣ», του αγέρωχου αχταρμά που έγραψε τη δική του ιστορία στις θάλασσες της Μεσογείου και στις μακρινές ακτές της Μπαρμπαριάς. Ένα σφουγγαροκάικο που δεν αποτελεί απλώς ένα πιστό αντίγραφο ενός παλιού πλεούμενου, αλλά ένα ζωντανό τεκμήριο της ναυτικής παράδοσης, της τεχνογνωσίας και της ψυχής των Καλυμνίων σφουγγαράδων.
Με αφετηρία τον πρώτο «ΓΕΩΡΓΙΟ ΤΡΙΠΟΛΙΤΗ», που ναυπηγήθηκε το 1937-1938 από την οικογένεια του Γεωργίου Νικολάου Σαρούκου, ο δάσκαλος, συγγραφέας και υπεύθυνος του Ναυτικού Μουσείου των Σφουγγαράδων της Καλύμνου, Γιάννης Χειλάς, ξεδιπλώνει με ακρίβεια και συγκίνηση την ιστορία του σκαριού, των ανθρώπων που το κατασκεύασαν και εκείνων που το ταξίδεψαν. Παράλληλα, φωτίζει την ιδιαίτερη ναυπηγική φυσιογνωμία του αχταρμά, ενός σκαριού που γεννήθηκε από την ανάγκη των σφουγγαράδων να αντιμετωπίσουν τις απαιτήσεις των μακρινών και δύσκολων θαλασσινών ταξιδιών.
Από τα καλύμνικα καρνάγια έως τις αφρικανικές ακτές, ο αχταρμάς υπήρξε το «θαλασσινό άτι» της σπογγαλιείας. Φιλοξένησε πληρώματα και δύτες, άντεξε σε φουρτούνες, ταξίδεψε χιλιάδες μίλια και συνδέθηκε άρρηκτα με τις χαρές, τους κινδύνους, τους καημούς και τα όνειρα των ανθρώπων της θάλασσας. Και όταν οι εποχές άλλαξαν και τα περήφανα αυτά σκαριά οδηγήθηκαν στην εγκατάλειψη και τη διάλυση, έμοιαζε να χάνεται μαζί τους ένα πολύτιμο κομμάτι της συλλογικής μνήμης.
Όμως η μνήμη δεν χάθηκε. Εβδομήντα πέντε χρόνια μετά, η οικογένεια Σαρούκου αποφάσισε να ξαναδώσει ζωή στο ιστορικό σκαρί, ανασύροντας το παλιό χνάρι και ανακατασκευάζοντας με σεβασμό και λεπτομέρεια τον «ΓΕΩΡΓΙΟ ΤΡΙΠΟΛΙΤΗ». Η αναγέννησή του αποτελεί μια πράξη ουσίας απέναντι στην ιστορία του νησιού: μια γέφυρα ανάμεσα στους παλιούς μαστόρους, τους σφουγγαράδες και τους σημερινούς συνεχιστές της παράδοσης.
Το εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο του Γιάννη Χειλά δεν καταγράφει απλώς την ιστορία ενός σκαριού. Καταγράφει την ιστορία ενός ολόκληρου κόσμου που έζησε, εργάστηκε, πάλεψε και μεγαλούργησε πάνω στη θάλασσα. Έναν κόσμο που αξίζει να παραμένει ζωντανός, όχι μόνο μέσα από τις αναμνήσεις, αλλά και μέσα από τα ίδια τα έργα των ανθρώπων που επιμένουν να διασώζουν την αυθεντική ναυτική κληρονομιά της Καλύμνου.
Ακολουθεί το εξαιρετικό άρθρο του Γιάννη Αντ.Χειλά
«ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΡΙΠΟΛΙΤΗΣ » : Ο αγέρωχος αχταρμάς

Χαιρετίζουμε και πάλι με ικανοποίηση και βαθιά συγκίνηση τη νέα καθέλκυση – το «ρίξιμο» στη θάλασσα του σφουγγαροκάικου, πιστού αντίγραφου του αχταρμά «ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΡΙΠΟΛΙΤΗΣ ΝΗΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΛΥΜΝΟΥ 16 », ( έτος πρώτης ναυπήγησης 1937 – 1938 από την οικογένεια Γεωργίου Ν. Σαρούκου (Τριπολίτη),
Συντηρημένο και πλουμισμένο με κάθε λεπτομέρεια (χρώματα, αρχέγονα ναυτικά σύμβολα, άρμενα και εργαλεία της σπογγαλιείας, αληθινό στολίδι της ναυτικής μας παράδοσης , δίνει διαχρονικά ζωντανό το στίγμα της ιστορικής μνήμης και το πώς , αφανείς αυτοί που το επιμελούνται, με όποιο κόστος,, κρατούν την αληθινή παράδοση, προβάλλοντας τον πολιτισμό και την ιστορία του νησιού μας στην αληθινή τους διάσταση !

Τι μερακλίκι, τι λεβεντιά είχε η σφουγγαροσύνη!

των ξαρτιών. Διακοσμούνται οι φαναριέρες, το δοιάκι με τ’ αστέρια των Διοσκούρων
.Όλα με κάθε λεπτομέρεια θα τοποθετηθούν στη θέση τους, λειτουργικά και με μεράκι
και ναυτική γνώση! Πώς μπορούν λοιπόν όλα αυτά να αλλοιωθούν, να παραποιηθούν
και να διαγραφούν χάριν μιας μονοήμερης «φιέστας»;
Καταλάβετέ το, μόνο η παιδεία, η οποία με υπευθυνότητα παρουσιάζεται στο
Ναυτικό μας Μουσείο, ( την περασμένη χρονιά φτάσαμε τις 6.000 επισκέψεις και
φέτος όπως δείχνουν τα δεδομένα θα ξεπεράσουμε τις 5.000 + επισκέψεις, ) η μελέτη
και αξιοποίηση των ιστορικών στοιχείων, μέσα από τα αρχεία της Δημογεροντίας και
τις υπεύθυνες καταγραφές και μελέτες, που έχουν γίνει, θα μπορέσουν να γίνουν ο
θεματοφύλακας της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Να το καταλάβετε!

Χαιρετίζουμε και πάλι με ικανοποίηση και βαθιά συγκίνηση τη νέα καθέλκυση – το «ρίξιμο» στη θάλασσα του σφουγγαροκάικου, πιστού αντίγραφου του αχταρμά «ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΡΙΠΟΛΙΤΗΣ ΝΗΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΛΥΜΝΟΥ 16 », ( έτος πρώτης ναυπήγησης 1937 – 1938 από την οικογένεια Γεωργίου Ν. Σαρούκου (Τριπολίτη). Συντηρημένο και πλουμισμένο, αληθινό στολίδι της ναυτικής μας παράδοσης , δίνει διαχρονικά, με όποιο κόστος, ζωντανό το στίγμα της ιστορική μνήμης.
Από το Ναυτικό Μουσείο των σφουγγαράδων της Καλύμνου, θεωρούμε υποχρέωση, προς τη ναυτική μας παράδοση, να ενημερώσουμε, με ακριβή στοιχεία που πάρθηκαν από τους ίδιους τους κατασκευαστές του, αλλά και παλιούς σφουγγαράδες, (πληρώματα και δύτες) που αρμένισαν – δούλεψαν σ’ αυτό, για το αγέρωχο αυτό σφουγγαράδικο πλεούμενο, το οποίο και έγραψε ιστορία στο χώρο της σφουγγαροσύνης.
Γενάρχης και πρωτομάστορας της οικογένειας ο Γεώργιος Νικολάου Σαρούκος. Πνεύμα ανήσυχο, (αραντάριστος), στέλνεται νεαρός,(1880 περίπου) από τον πατέρα του να μάθει την τέχνη του ταρσαναζή στα καρινάγια του «Όρους» (Βόλο – Τρίκερι). Κατεβαίνει και στην Τρίπολη της Λιβύης, όπου δουλεύει στο καρνάγιο της οικογένειας του Μανόλη Σταυριανού, που είχαν την καταγωγή τους από τη Χάλκη της Δωδεκανήσου. Επιστρέφοντας στην Κάλυμνο, από την Τρίπολη (γι αυτό του έδωσαν και το παρανόμι Τριπολίτης ), ολοκληρωμένος πια μάστορης σκαρώνει σφουγγαράδικα πλεούμενα, δημιουργεί την οικογένειά του (πέντε γιους και δύο κόρες) που κι αυτοί με τη σειρά τους μαθαίνουν την τέχνη του. Από νωρίς ξεχωρίζει ο Θεοφίλης, που το 1937 (25χρόνων) σχεδιάζει – βγάζει το χνάρι του αχταρμά, ο οποίος σκαρώνεται και χτίζεται απ’ όλα τ’ αδέλφια και ονοματίζεται προς τιμή του πατέρα τους «ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΡΙΠΟΛΙΤΗΣ» και έφερε το « ΝΗΟΛΟΓΙΟ ΚΑΛΥΜΝΟΥ 16»
Το σκάφος ανήκει στους Τριπολίτηδες, που το συνδιαχειρίζονται με σφουγγαροκαπεταναίους. Στα ταξίδια συμμετέχουν ως πληρώματα και μέλη της οικογένειας. Μετά από λίγο καιρό το σκάφος αγοράζεται με « χρυσές λίρες» από τον Καπετάν Γιάννη Λαμπρινό τον «Ψύλλο». Στα χέρια του καπ- Λαμπρινού το «ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΡΙΠΟΛΙΤΗΣ» γίνεται το κυρίαρχο σφουγγαροκάικό του. « Βαθύτικο» (35 οργιές βάθος και … όξω) με πλήρωμα 21 νοματαίους (απ’ αυτούς 14 δύτες), αρμενίζει για χρόνια όλη τη Μεσόγειο, φτάνει και ως κάτω το Αλγέρι, όπου ψαρεύει το κόκκινο κοράλλι.! Στο πήγαινε έλα από την Μπαρμπαριά φέρνει «μπάλλες» το σφουγγάρι! Το τέλος του όμως άδοξο. Τα σφουγγαροτάξιδα στη Β Αφρική σταματούν Η σπογγαλιεία, με τις μεγάλες ξεκινήσεις, πήρε την κάτω βόρτα! Το σφουγγαροκάικο, γέρικο πια, τραβιέται στο Λαφάσι, το καρνάγιο της Καλύμνου, όπου και διαλύεται από εγκατάλειψη!
Εβδομήντα πέντε χρόνια μετά, το 2013, ο εγγονός του Γεώργιου Σαρούκου Μιχάλης, μαζί με τους δυο του γιους, Νικόλα και Νεκτάριο (δισέγγονα του γερο – Τριπολίτη) αποφασίζουν να ξαναχτίσουν, το παλιό σκαρί. Πρωτοστατεί ο Νικόλας Μιχαήλ Σαρούκος, που από μικρό παιδί «αρπάζε»ι την τέχνη από τον παππού του Νικόλα και τον Γιώργο Ιακώβου της γενιάς των «Γλάρων» (Γιάννη Χειλά). Το χνάρι το παλιό, βρίσκεται φυλαγμένο με επιμέλεια στην προγονική «παράγκα» – εργαστήριο του ταρσανά τους. Το όνειρο να ξαναχτιστεί το σφουγγαροκάικο «σύμβολο» της οικογένειας, γίνεται πράξη. Οι θύμησες ξαναζωντανεύουν. Με σεβασμό στη ναυπηγική παράδοση, βήμα βήμα, χτίζεται ο νέος «ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΡΙΠΟΛΙΤΗΣ», ίδιος απαράλλακτος. Με ξυλεία από πεύκο, με τα καρφιά και όλα του τα σιδερικά ανοξείδωτα. Εξοπλίζεται με την παραμικρή λεπτομέρεια στις αρματωσιές, στα ξάρτια, στα εργαλεία δουλειάς, που έφερε το σφουγγαράδικο της τότε εποχής. Κατά τη διάρκεια της κατασκευής του το επισκέπτονται παλιοί σφουγγαράδες, συγκινούνται, συμβουλεύουν, προσφέρουν τις γνώσεις τους, βοηθούν. Η παλιά μηχανή τύπου «Παπαθανάση» επισκευάζεται, ξαναμοντάρεται από τους ίδιους μοτορίστες (Μιχ.Κουφάκη, Νικ. Ποντικό, Νικ. Σδρέγα) που την δούλεψαν, ως μοτορίστες της. Ο χαρακτηριστικός της ήχος με τα δαχτυλίδια του καπνού της εξάτμισης ξανακούγεται!. Ακόμα και τα «γράμματά» – το όνομά του, γράφτηκαν από τον ίδιο καλλιτέχνη, το δάσκαλο Γιάννη Χειλά, που πριν 60 χρόνια τα είχε ξαναγράψει.
«Αρχή και τέλος η μνήμη εδώ δεν έχει!» Ο κόσμος της σφουγγαροδουλειάς, η Κάλυμνος όλη αναρριγεί, πατά ξανά στις ρίζες της παράδοσής της. Και το σκάφος ολοκληρωμένο πια, πανέμορφο, φρεσκοβαμμένο, με τα πλουμιά του, ζωντανό δείγμα της παλιάς σφουγγαράδικης λεβέντικης εποχής, στολίδι στο λιμάνι του νησιού, αραγμένο κάτω από το λιμεναρχείο, δέχεται το θαυμασμό και τις ευχές όλων. « Καλορίζικο, καλοτάξιδο, στο χρόνο και την ιστορία, το καρφί του μάλαμα και… πολλά σφουγγάρια!»
***
Για να ολοκληρωθεί όμως το κεφάλαιο αυτό κρίνουμε πως είναι απαραίτητο να δώσουμε και στοιχεία για τον «αχταρμά», το αγέρωχο αυτό σφουγγαράδικο σκαρί.
αχταρμάς, (ο) ( λεξ.τουρκ. aktarma) α) ‘ανακάτεμα, ανάμειξη, όλα άνω κάτω. φρ. – « Τά ’καμε όλα αχταχμά»
Στην περίπτωση όμως του σφουγγαράδικου αχταρμά έχουμε την ιδιαιτερότητα ότι αυτό το νέο σκαρί δημιουργήθηκε από το ανακάτεμα χναριών = σχεδίων παλιών πλεούμενων συναφών με τα αιγαιοπελαγίτικα τρεχαντήρια και τις τρεχαντήρες.
β) σφουγγ. ‘Το παραδοσιακό και χαρακτηριστικό σκαρί του σφουγγαράδικου καϊκιού, του «μηχανοκάικου» που έφερε την καταδυτική μηχανή – αεραντλία του σκάφανδρου.’
Το χνάρι του διαμορφώθηκε από τις ίδιες τις ανάγκες της σφουγγαροδουλειάς. Η πρωταρχική του μορφή ήταν το «τρεχαντήρι», μικροκάικο, που ήταν πανάδικο (λατίνι ή σακολέβα) στα αρμενίσματα και στη δουλειά κωπήλατο. – « Τα τρεχαντήρια, ήταν αμπάσα – χαμηλοβιαρισμένα και ελαφροκαμωμένα. Έτσι μπορούσαν οι κουπάδες να τραβούν τα κουπιά, αλλά και να τα φορτώνουν στις μεγάλες τρεχαντήρες*- μπρατσέρες, που τα κουβαλούσαν, για να ψαρέψουν το σφουγγάρι, στις μακρινές ακτές της Μπαρμπαριάς.»
Αρχές της δεκαετίας του 1910, στα σφουγγαροκάικα βάζουν βαριές μηχανές, κινητήρες εσωτερικής καύσης – diesel και οργανώνουν αυτοδύναμα τα μακρινά σφουγγαροταξιδά τους στις θάλασσες της νοτιοανατολικής Μεσογείου και βόρειας Αφρικής – Μπαρμπαριάς. Οι σφουγγαράδες στις παράτολμες πολύμηνες εξορμήσεις τους, είχαν ανάγκη από πλεούμενα πιο εξοπλισμένα, πιο θαλασσόμαχα και έτσι μετέτρεψαν τα τρεχαντήρια τους, αρχικά σε «αχταρμαέλια» των 7-8 μ. και αργότερα σε αχταρμάδες των 10 – 13 μ. με νέα ναυπηγική κατατομή. Στα καρνάγια – ταρσανάδες της Καλύμνου, της Σύμης, της Ύδρας κ.α. τεχνίτες επιδέξιοι και χαρισματικοί, καραβομαραγκοί – ταρσαναζήδες ( «τέκτονες» κατά τον ΄Ομηρο), σκαρώνουν και χτίζουν, με ξεχωριστό τροποποιημένο χνάρι για τον καθένα, πλήθος αχταρμάδων, που αναλαμβάνουν το κύριο βάρος της σπογγαλιείας και γίνονται τα κυρίαρχα «μηχανοκάικα»* των θαλασσών, «τα αγέρωχα θαλασσινά άτια της Μπαρμπαριάς»
Στην κατασκευή τους, υπερβαίνουν, κάνουν άνω κάτω – «αχταρμά» τον ναυπηγικό «κανόνα» του τριμερίδιου (μήκους – πλάτους 3 προς 1). Διατηρούν το αρχικό σχήμα του γυρτού δρεπανόγυρτου πλωριού ποδόσταμου του τρεχαντηριού, είναι όμως πιο ορθόπλωροι – ψηλοκέφαλοι, με ψηλή κάγκα – κοράκι, σαν τις Μαυροθαλασσίτικες αλαμάνες* και οξύπρυμνοι με βαθιά στέλλα – βύθισμα. – «να φεύγει το καΐκι στα πρύμα και να μην βυζακώνει στο καλύβωμα της βαριάς θάλασσας!». Φροντίζουν να είναι κερεστελίδικα σκαριά, με γερή σκαρμολό(γ)ηση, γερές δέσεις (στραγαλιές, τουφέκια κ.α.), – « ν’ αντέχουν στο τραμπουκάρισμα στα ψηλά κύματα και στις χοντρές θάλασσες». Δίνουν περισσότερο φάρδος στους μεσιακούς σκαρμούς – νομείς και ύψος στα πλευρικά, όπως της τρεχαντήρας. Είναι ψηλοζωσμένοι, κοιλαράδες, γανταδούρικοι με μεγάλο και ευρύχωρο αμπάρι, για να φορτώνονται τα μηχανήματα της δουλειάς, ιδίως της βαριάς «κάσας» (αεραντλίας σκαφάνδρου) και να δημιουργούν χώρους για τις κουμπάνιες = τροφοδοσία και για τον ύπνο των πληρωμάτων (15 -20 νοματαίοι, πληρώματα και δύτες), αλλά και ν’ αντέχουν στο μεγάλο μπότζι της ανοιχτής θάλασσας, σαν ήταν φουνταρισμένοι στη «ράντα», ανοιχτά στις αφρικάνικες κουστέρες. Περιορίζουν το μήκος της καρένας και δίνουν ξωκλαδίσματα – ανοίγματα στις πλωριές μάσκες και έτσι κοντόφαρδοι (κοντοστούπηδες) όπως είναι, στρίβουν – μανουβράρουν εύκολα επί τόπου. – « Να κάνουν αχταρμά, να χταρδίζουν τη θάλασσα, όπως το οργωμένο χωράφι!» και να παρακολουθούν τις κινήσεις – το «ψάρεμα» των δυτών, που βρισκόταν στο βυθό.
Στο αρμένισμά τους, παράλληλα με τη μηχανή, κάνουν χρήση και πανιού (τραπεζοειδούς σχήματος), τύπου «ράντας» με μάτσα και πίκι. καθώς και πλωριό φλόκο. Το υψωμένο πανί, στην πορεία, κρατάει το σκάφος στρωτό πάνω στον κυματισμό και του δίνει σταθερή ώθηση. – « Καλπάζει σαν αγέρωχο άτι στο φρύδι των κυμάτων. Δεν φοβάται κανέναν καιρό, όσα μποφόρια και να’ ναι. Θέλει όμως άξιο τιμονιέρη και καλό κουμαντάρισμα της θάλασσας!».
Οι αχταρμάδες συνεχίζουν να είναι τα κυρίαρχα σφουγαροκάικα μέχρι και τη δεκαετία του 1970.- 1980. Τότες σταματούν αναγκαστικά τα υπερπόντια ταξίδια στις αφρικανικές κουστέρες ( οι κυβερνήσεις Αιγύπτου και Λιβύης δεν εκδίδουν πια άδειες σπογγαλιείας) και τη θέση τους παίρνουν νεόκτιστα μακρύλαμνα και γοργοτάξιδα αιγαιοπελαγίτικα τρεχαντήρια, με νέους καπεταναίους, που ψαρεύουν το σφουγγάρι στις ελληνικές θάλασσες. Οι αχταρμάδες γέροι πια (50 και 60 χρονών), εγκαταλείπονται από τους παλιούς καπεταναίους τους, που κι αυτοί την άραξαν στη στεριά, απόμαχοι και τυραννισμένοι απ’ τη θάλασσα. Έτσι, άλλοι αχταρμάδες εγκαταλειμμένοι σάπισαν και βούλιαξαν από «νερά» στο λιμάνι, άλλοι τραβήχτηκαν στα καρνάγια και τους έφαγε το λιοπύρι, χωρίς κανένας να νοιάζεται γι αυτούς, ώσπου τους διέλυσαν οι φουρνάρηδες για καυσόξυλα.
Αυτό ήταν το θλιβερό τέλος των αγέρωχων αχταρμάδων, που μ’ άξια κουμάντα, μπρατσωμένους κουπάδες, λεβέντες βουτηχτάδες και καπεταναίους θαλασσόλυκους, αρμένισαν πέλαγα τρικυμισμένα, πάλεψαν μ’ αγέρηδες μεσοπέλαγα, με τη μάνητα της Φύσης, έφτασαν σε «Κολχίδες» – σφουγγαρότοπους απόμακρους κι άγνωρους. Δεν άφησαν τόπο της Μεσογειακής άπλας που να μην τον αρμενίσουν και βυθό της που να μην τον ψαρέψουν! Σαν άνθρωποι δέθηκαν με τους σφουγγαράδες τους! Σιγομουρμούρισαν κι αυτοί μαζί με τα πληρώματα τα μερακλίδικα σφουγγαράδικα τραγούδια – «τσιμαρίσματα» πάνω στη δουλειά ( τον τιρλαντά, το αγάντα για λέσα λεβεντόνια και της Μπαρμπαριάς γλαρόνια…κ.α. ), έγιναν ένα με την ψυχή των σφουγγαράδων, που το πικρό τους δάκρυ πότισε την κουβέρτα – κατάστρωμά τους, για το «χτυπημένο» από τη νόσο των δυτών, το «σκασμένο» συντροφοναύτη σφουγγαρά. Καλοδουλεμένοι, σε χρονιές καρπερές, έφεραν τόνους το σφουγγάρι στο νησί, έδωσαν δύναμη και πολιτισμό για να μείνουν, τέλος, η θλιβερή ανάμνηση ενός πλεούμενου, που η ίδια η θάλασσα η πικροκυματούσα, κρυφά θα τους νοσταλγεί, σαν τους θυμάται, γιατί τους καμάρωνε που την πάλευαν λεβέντικα στα ίσα, κούρσευαν τα σπλάχνα της και την… έφερναν γυροβολιά!
Αφιερώνεται στους πρωτομάστορες της ναυπηγικής τέχνης στη νεώτερη ιστορία της ναυτοσύνης του νησιού μας, καθώς και στους άξιους συνεχιστές απογόνους τους (εγγόνια και δισέγγονα), που έβγαλαν τα χνάρια, σκάρωσαν και έχτισαν τους περήφανους αχταρμάδες: α) Σαρούκο Γεώργιο του Νικολάου (Τριπολίτη) β) Μαστρο – Γιάννη Χαλίκο του Δημητρίου γ) Μαστρο – Γιάννη Χειλά του Γεωργίου ( γερο -Γλάρο)και δ) στους αδελφούς Καστρινούς από τη Σύμη, που έφεραν την τέχνη στο νησί (1900)και πλάι τους μαθήτευσαν οι παραπάνω.
Ιωάννης Αντ. Χειλάς
Δάσκαλος , Υπεύθυνος Ναυτικού Μουσείου Καλύμνου

