Βιβλιοπαρουσίαση «Βιβλιογραφία της Βυζαντινής Εκκλησιαστικής Μουσικής, Β’ περίοδος, 1900-1999» του Γεωργίου Χατζηθεοδώρου.

2237

Γράφει: ο Ιωάννης Καστρινάκης, μουσικοδιδάσκαλος-εκπαιδευτικός, καλ/κος δντής του Ωδείου Χανίων «Ιωάννης Μανιουδάκης» και του Ωδείου της Ι.Μ Κισάμου και Σελίνου.

Πρόσφατα εκδόθηκε ένα εξαιρετικό πόνημα, που αφορά την πατρώα μας ελληνική εκκλησιαστική μουσική, το οποίο θα συμβάλλει στον εμπλουτισμό της ελληνικής και διεθνούς μουσικής βιβλιογραφίας, με τίτλο «Βιβλιογραφία της Βυζαντινής Εκκλησιαστικής Μουσικής, Β’ περίοδος, 1900-1999» του περιώνυμου μουσικού, πρωτοψάλτη, συγγραφέα, ερευνητή, οφικιάλιο Μαΐστορα της Μεγάλης του Χριστού
Εκκλησίας κ. Γεωργίου Χατζηθεοδώρου.

Η βιβλιοπαρουσίασή του μάλιστα, έλαβε χώρα πριν από μερικές εβδομάδες στο Πνευματικό Κέντρο του Ιερού Ναού της
Ευαγγελιστρίας Χαλέπας, με την συνδιοργάνωση του δραστήριου Συνδέσμου Ιεροψαλτών Χανίων «Γεώργιος ο Κρής» και του ηλεκτρονικού καταστήματος «Κατάνυξις».
Πρόκειται για την εξαγγελλόμενη προ ετών, αναφορά του έργου από τον συγγραφέα και αποτελεί την φυσική συνέχεια του πρώτου τόμου της Α΄ περίοδου 1820-1899 που εκδόθηκε το 1998, εκδόσεις αλληλοσυμπληρούμενες με παράθεση πηγών και σημαντικές βιβλιογραφικές αναφορές, που αφορά το σύνολο των
αυτοτελών εντύπων και ανατύπων της Βυζαντινής Εκκλησιαστικής Μουσικής. Ο β’ τόμος εμπεριέχει 734 σελίδες και 1716 λήμματα – τίτλους βιβλίων και γράφτηκε σε διάρκεια 35 περίπου χρόνων. Και μόνον τα ποσοτικά αυτά στοιχεία, μας φανερώνουν το μέγεθος της εργώδους και πολύπονης προσπάθειας του συγγραφέα, αλλά και της ιδιαίτερης του αγάπης στο βιβλίο, που έτρεφε από νεαρή ηλικία όπως άλλωστε φαίνεται και από τις πρώιμες επιστημονικές του ανακοινώσεις και δημοσιεύσεις.
Λέγοντας βιβλιογραφία, εννοούμε κατ αρχάς την συστηματική καταγραφή βιβλιογραφικών εκδοτικών πληροφοριών, όπου παρέχονται στοιχεία για τον τίτλο, την προμετωπίδα, τον συγγραφέα, τον εκδότη, τη χρονολογία έκδοσης, τον τόπο δημοσίευσης, και την ακριβή συνοπτική ή αναλυτική περιγραφή του περιεχομένου των τίτλων. Η μεθοδική σύνταξη της βιβλιογραφίας, αποτελεί επαρκή κλάδο της
επιστήμης της βιβλιοθηκονομίας και χρησιμοποιείται πρωτίστως για λόγους ερευνητικούς, που μπορεί να καθοδηγήσει τον αναγνώστη στην εύρεση σχετικών άλλων, ανάλογα την έρευνα, όμορων στοιχείων και βιβλίων. Μέχρι σήμερα δεν είχε διαφανεί κάποια οργανωμένη και συστηματική καταγραφή της βιβλιογραφίας σε ότι αφορά τα βιβλία της πατρώας μας μουσικής.
Η παρούσα Βιβλιογραφία, αποβλέπει στην κάλυψη αυτού του κενού
πληροφόρησης και τηρεί τους κανόνες, χωρίς να παρεκκλίνει από τις καθιερωμένες αρχές της διεθνούς βιβλιοθηκονομίας, παραδίδοντας μας ένα απαραίτητο ερευνητικό εργαλείο, φωτίζοντας αθέατες πτυχές σε μια ουσιαστική και ερευνητική αναζήτηση της ιστοριογραφίας, παρέχοντας ένα πλήρες διεπιστημονικό και μεθοδολογικό πλαίσιο μελέτης και έρευνας.
Το δίτομο βιβλίο, πέρα από την καλαισθητική του εκτύπωση, παρουσιάζει μουσικολογικό ενδιαφέρον, εμφανίζεται ως έκδοση εξαιρετικά φροντισμένη αρχικά από το Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Μελετών στη Θεσσαλονίκη (Α’ τ. -1998) και επίσης από τις περιώνυμες εκδόσεις βιβλίων Βυζαντινής Μουσικής «ο Μιχ. Πολυχρονάκης» (Β’ τ.- 2018) όπου ο ερευνητής-μελετητής συγγραφέας μέσα από
τις ομοιόμορφες και ευανάγνωστες σελίδες του, μας μαρτυρεί τη γνώση, το πάθος, την διαχρονική αφοσίωση και το ζήλο του, προϊόν της ευαισθησίας, της καλλιέργειας και της μουσικής του οξυδέρκειας και αντίληψης, της συνεχόμενης μουσικολογικής αναζήτησης, της εμπνευσμένης περιέργειας, υπηρετώντας κυριολεκτικά τη γνωστική, αισθητική και υπαρξιακή ανάγκη των ομότεχνων του,τους οποίους και προσκαλεί, ώστε να γνωρίσουν όλα τα έντυπα εκείνα, που
δημοσιεύθηκαν στα 179 χρόνια από την ανακάλυψη της μουσικής τυπογραφίας, δηλ. από το 1820 έως και το 1999. Το έργο ως προς την ποσοτική του έκταση όσο και ως προς το περιεχόμενό του, αντιπροσωπεύει όλο το φάσμα των συγγραφικών δραστηριοτήτων της ψαλτικής ως τέχνης και επιστήμης. Τα λήμματα βασίζονται,
όπως αναφέρει και ο ίδιος, κυρίως στο σύνολο των βιβλίων που είχε στη διάθεσή του στην προσωπική του βιβλιοθήκη, ενώ στη συλλογή του ξενόγλωσσου υλικού συνέβαλε καθοριστικά ο α’ δομέστικος και διδάκτορας της ιστορικής μουσικολογίας Μιλτιάδης Παππάς.
Αρχικά στην εισαγωγή του β’ τόμου, επιχειρείται μια λεπτομερής αναφορά και μια συνολική, συνοπτική πλην σαφώς περιγραφική αποτύπωση και ιστορική καταγραφή των εκτυπώσεων του Κ΄ αι. ανά δεκαετία και γίνεται ιδιαίτερη μνεία, αρχικά σε ιστορικά πρόσωπα της ψαλτικής, αλλά και σε μουσικές προσωπικότητες που πρωταγωνιστούν και τείνουν να προσδώσουν ένα εκτενές και ιδιάζων τόσο μουσικό
αλλά και εκδοτικό σημείο αναφοράς με γνώμονα την έρευνα, τις ψαλτικές καινοτομίες και τις κατά καιρούς μουσικολογικές και καλλιτεχνικές αναζητήσεις.
Αξιοσημείωτο επίσης είναι ότι ο συγγραφέας, δεν αρκέστηκε μονάχα σε μια τυποποιημένη μουσικό ιστορική έρευνα, αλλά εκφέρει με παρρησία τις μουσικολογικές του απόψεις και σκέψεις και ταυτόχρονα απαντάει σε καίρια μουσικολογικά ζητήματα και ερωτήματα.
Κατά το περιεχόμενο το οποίο είναι οργανωμένο, όπως προηγούμενα αναφέραμε, σε λήμματα, έχουν καταχωρηθεί εργασίες Ελλήνων και ξένων συγγραφέων και μελοποιών όπου εμπεριέχονται:


Α) Βιβλία με εκκλησιαστικά μουσικά μέλη, μουσικολογικά, θεωρητικά και ιστορικά.
Β) Φυλλάδες ακολουθιών Αγίων, ιερών μυστηρίων με μουσικό περιεχόμενο στα παραρτήματά τους, οδηγίες τυπικού, λειτουργικής κ.α.
Γ) Βιβλία με εκκλησιαστικά μέλη αμιγώς εναρμονισμένα κατά την τριφωνία και τετραφωνία της ευρωπαϊκής μουσικής.
Δ) Φυλλάδια δίσκων ή κασετών με μουσικό, ιστορικοφιλολογικό και μουσικολογικό περιεχόμενο.
Ε) Εκθέσεις, γνωμοδοτήσεις, προγράμματα συναυλιών, υπομνήματα, κανονισμοί, καταστατικά συλλόγων, λόγοι πανηγυρικοί, δημοσιεύσεις σε εφημερίδες και περιοδικά κλπ.
ΣΤ) Τοπικές ψαλτικές παραδόσεις όπως της Σκιάθου, της Κεφαλονιάς, της Πάτμου, της Καλύμνου και της Κύπρου.
Ζ) Μουσικολογικές εργασίες, σε θέματα της εκκλησιαστικής μας μουσικής ξένωνσυγγραφέων, κάτι που δεν είχε επιχειρηθεί στον Α’ τ.

Το κυρίως έργο διαρθρώνεται σε τρία κύρια μέρη (με την παρατήρηση ότι το τρίτο μέρος διαφέρει από τον Α’ τ.) :
Α) Εκκλησιαστικά μέλη (σσ.31-236 με 820 λήμματα)
Β) Θεωρητικά-ιστορικά- μουσικολογικά κ. α (σσ. 237-386 με 53 λήμματα)
Γ) Αναστατικές εκδόσεις, (σσ. 387-388 με 28 λήμματα).
Επιχειρώντας μια σύντομη αποτίμηση του όλου έργου, ανακαλύπτουμε
ενδιαφέροντα στοιχεία εθνικού, θεολογικού, λειτουργικού, λατρευτικού, καλλιτεχνικού, μουσικού, θεωρητικού, ιστορικού, μουσικολογικού, και παιδαγωγικού ενδιαφέροντος όπως:
Α) Η αποκωδικοποίηση των εντύπων και των εγχειριδίων καθώς και η μελέτη τους, μας προσδίδει και μας αποκαλύπτει την μείζονα πολιτισμική και πνευματική ανέλιξη του έθνους μας που έχει σχέση με το μουσικό, ιστορικό αλλά και θεολογικό της χαρακτήρα.
Β) Το ύφος και το ήθος της εξελικτικής πορείας της ψαλτικής τέχνης, σε έναν συνεχόμενο αγώνα καθιέρωσης, συντήρησης, διατήρησης, διάδοσης και συνάμα σύγκρουσης ψαλτικών σχολών και άλλων μουσικών ρευμάτων.
Γ) Η συνεχόμενη και πλούσια εκδοτική πορεία εντύπων, κυρίως στην Ελλάδα των αγώνων σε χαλεπούς καιρούς, αλλά και η ανάδειξη της μεγαλοφυΐας, της καλλιτεχνικής ικανότητας και της ψυχικής δύναμης των προσώπων, που ανέπτυξαν με παρρησία τη συγγραφική και μελοποιητική τους ικανότητα, προσφέροντας μια πλούσια και ανιδιοτελή παραγωγή εντύπων, αναδεικνύοντας έτσι την τέχνη και την
επιστήμη τους διαπολιτισμικά και διαχρονικά.
Δ) Η γνωριμία και η δράση, που αφορά τα εμπλεκόμενα πρόσωπα του εν λόγω έργου, όπως εκδότες, συνθέτες, χορηγούς, συνδρομητές, με την επισήμανση ότι δεν ανήκουν πάντα στα ισχυρά κοινωνικά στρώματα, αλλά και στα αδύναμα. Οι συνδρομητές ειδικά συνεισέφεραν με το βιος τους στην εκδοτική παραγωγή.
Γνωρίζουμε ότι εκτός από ευγενείς, αξιωματούχους, ανώτατους και κατώτατους κληρικούς, υπήρξαν και άνθρωποι της καθημερινότητας και του μόχθου, αγωνιστές της επανάστασης κ.α. Χαρακτηριστική είναι περίπτωση της συνδρομής του Γρηγόριου Δικαίου (Παπαφλέσσα) αλλά και άλλων, μεταξύ των δημοφιλών συνδρομητών της εποχής.
Ε) Η δημιουργία και η εξελικτική πορεία των τυπογραφείων, τόσο στην Κων/πολη όσο και στα άλλα μεγάλα αστικά κέντρα του ελλαδικού χώρου αλλά και της διασποράς , προσδίδοντας μια σημαντική ιστορική εκδοτική παραγωγή.
ΣΤ) Η ιστορική πορεία της εγχώριας μουσικολογίας από την απαρχή της είναι καταφανής. Οι πρώτες μουσικολογικές εργασίες, αποτελούν σταθμό και συμβάλλουν θετικά στην ανοδική πορεία της ελληνικής και διεθνούς μουσικολογίας. Ξεχωρίζουν επίσης αρκετές μνημειώδεις και πολυάριθμες εκδόσεις κ επανεκδόσεις ευρωπαϊκών και ρουμάνικων εντύπων.
Η) Τα αμιγώς εκκλησιαστικά μέλη με ευρωπαϊκή σημειογραφία. Αξίζει να σημειώσουμε εδώ την Εκκλησιαστική Μουσική Κυψέλη του αοίδιμου συμπολίτη μας Ιωάννη Μανιουδάκη, που εκδόθηκε από τον ίδιο το 1953 και το 1955 (με αρ. λήμματος 208 και 218).
Η συνολική αποτύπωση και καταγραφή της συγγραφής των δυο τόμων, λειτουργεί, ως ένα «παλίμψηστο» της ιστορικοκοινωνικής, πολιτισμικής διαδρομής του μουσικού εντύπου της ψαλτικής τέχνης.
Η αναγκαιότητα και η χρησιμότητα, ιδιαιτέρως της συγκεκριμένης βιβλιογραφίας, είναι προφανής διότι αφορά ένα είδος εκδόσεων με μακραίωνη παράδοση, παραδίδοντας μας στοιχεία δυσεύρετα για μελέτη και περαιτέρω έρευνα.
Αξίζει να δούμε το αντικείμενο της έρευνας αυτής, όχι ως βιβλιογραφία μιας απλής καταγραφής του υλικού και μιας πλούσιας συγκομιδής αυτοτελών δημοσιευμάτων, αλλά ως αποτέλεσμα μιας επιστημονικής εργασίας, μιας κιβωτού γνώσης, που επιδιώκει να θέσει ερωτήματα και να εισχωρήσει στην γνωστική και συνάμα πνευματική πορεία του αναγνωστικού του κοινού.
Τις δυσεξαρίθμητες επερχόμενες μουσικές εκδόσεις, καλείται πλέον ο μελλοντικός ερευνητής να παρουσιάσει, έχοντας ήδη έτοιμη την εργώδη, πολύπονη και μεθοδευμένη διεργασία, που φιλόπονα ετοίμασε ο χαρισματικός δάσκαλος και συγγραφέας, ώστε να αντιμετωπιστεί στις σωστές διαστάσεις η νέα έρευνα, γύρω από το βιβλίο της ψαλτικής τέχνης.

Το έργο του κ. Χατζηθεοδώρου, δεν πρέπει να εκλείπει από την μουσική βιβλιοθήκη των ομότεχνων μουσικών, φιλόμουσων και εραστών της ψαλτικής τέχνης, για αυτό και το προτείνουμε ανεπιφύλακτα.