Και παπάς παπάς και… ψαράς ψαράς-Γράφει ο Γιάννης Χειλάς*

578

Η φωτογραφία τραβήχτηκε, αρχές της δεκαετίας του 1960, από Γερμανό περιηγητή. Σαν την εμφάνισε στην πατρίδα του, μη γνωρίζοντας το όνομα του παπά, την έστειλε στην εξής διεύθυνση: Προς: «Παπά ψαρά, Kalymnos = Dodekanisos = Creek.»  Ο ποστιέρης (ταχυδρομικός), κατάλαβε αμέσως και παρέδωσε τον plico = «πλίκο»  (φάκελο) στον ιδιοκτήτη του, το γνωστό σ’ όλους, παπά= ψαρά του λιμανιού.                     

Μαρτυρία : Ιερόθεος Σπανός (ιατρός)

Πολιτισμικές και Λαογραφικές καταγραφές, από την παλιά Κάλυμνο

«Αλιεύοντας» στο διαδίκτυο για παλιές φωτογραφίες, εμφανίστηκε μπρος μου η φωτογραφία του αείμνηστου παπά = Γιάννη Αλευροφά, εφημέριου της ενορίας του Αγίου Στεφάνου, της κατ’ εξοχήν γειτονιάς των ψαράδων, των θαλασσινών και των σφουγγαράδων του νησιού μας. Πώς να εξηγήσει κανείς  όλα τα συναισθήματα που ξαναζωντάνεψαν μέσα μου, λες και ήταν ακριβώς εκείνη  η ευλαβική στιγμή (εξήντα χρόνια πριν) που παραμέριζε η εικόνα του Χριστού, άνοιγε το βημόθυρο στο τέμπλο  και παρουσιαζόταν στην Ωραία Πύλη, η βιβλική μορφή του απλοϊκού ιερέα, ο οποίος καλούσε το ποίμνιό του να προσέλθει « Μετά φόβου Θεού, Πίστεως και Αγάπης…», για να λάβει τη Θεία Κοινωνία, τη Χάρη του Θεού και των Αγίων!

Αμέσως άνοιξε και για μένα  το  παράθυρο των παιδικών και νεανικών  μου αναμνήσεων, όταν στην καθημερινότητα της περιοχής που μεγάλωνα, ο παπά – Γιάννης είχε ξεχωριστή θέση. Η δική μας ενορία ήταν της Παναγιάς της (Υ)Παπαντής – Κουβούσαινας. Εκεί γεννηθήκαμε, εκεί μεγαλώναμε, εκεί ήταν ο κόσμος μας και εκεί, στην παραλιακή προκυμαία, πλάι στο κύμα, από τη Δημαρχία ως το «Βου(β)άλι» (σφουγγαροαποθήκες Ν.Βουβάλη), στα στενορύμια στις Πατήθριες, στις Άσπες1  με τις «Αμμαάρες» – (αμμουδάρες) και στις αλάνες της, βρίσκεται ακόμα η παιδική μας ψυχή! Και ο παπάς μας, ο παπά = Αιμιλιανός (Μελιανός), ο πνευματικός μας πατέρας.  Πατμιακής καταγωγής, Φαναριώτης στο «πνεύμα», αρχοντόπαπας, βροντόφωνος, μελωδικός, «αρχαγγελικός», σκορπούσε στους ενορίτες και στις ενορίτισσες  μοναδικές λατρευτικές μεθέξεις. ΄Ηταν το καμάρι και η λατρεία όλων μας!

 Η ενορία όμως του Αγίου Στεφάνου, ενορία της «προπαλιάς» – προγιαγιάς μου, μας συγκινούσε ιδιαίτερα. Στις μεγάλες γιορτές μας έπαιρνε, μικρά παιδιά ακόμα και εκκλησιαζόμασταν εκεί και η ευκαιρία να τα πουν μεταξύ τους οι παλιές αγαπημένες  γειτόνισσες ήταν μοναδική. Ξυπνούσαν, μέσα σε συγκινησιακή φόρτιση,  μνήμες της παλιάς τους γειτονιάς, εκεί ψηλά στο «Μαυροβούνι», στα πλατσίτζια2 του. Μνήμες της ειρηνικής απλής  καθημερινότητας, αλλά  και του πολέμου (1940 – 1945) και της προσφυγιάς στη Γάζα της Παλαιστίνης!  .

                Ήταν βέβαια και το δέσιμο  με όλους γενικά τους Αγιοστεφανιώτες, θαλασσινούς  οι οποίοι σε καθημερινή βάση σύχναζαν και μπαινόβγαιναν από το καφενείο του πάππου μου του Θέμελη του Καμπουράκη, αλλά και το δέσιμο που είχαν οι θαλασσινοί της περιοχής με την «Γλαροφαμελιά» μου, (τον παππού μου το Γέρο Γλάρο, τον πατέρα μου τον Μαστρο = Αντώνη και όλα τα αδέρφια του) αφού αυτοί τους σκάρωναν τα ψαροκάικά τους και  τα μαστόρευαν στο καρνάγιο – ταρσανά τους στο Λαφάσι.

                Τον παπά – Γιάννη τον έβλεπα σχεδόν κάθε μέρα. Μετά τις λειτουργίες περνούσε από το  καφενείο του παππού μου – ήταν στον δρόμο του – έπινε τον καφέ του ή και τη ρετσινούλα του, αν εύρισκε μεζέ. Συνήθως  οι ψαράδες κάτι έφερναν από τα αλιεύματά τους και τα έψηναν στη θράκα. Εντύπωση μου έκανε πως, τακτικά ο παπάς έφερνε από τις λειτουργίες,  μερικά πρόσφορα = «τύπους» και κάνα – δυο μπουκάλια κρασί ανάμα.

– «Θέμελη, του έλεγε, πάρτα να τα προσφέρεις κέρασμα στους ψαράδες μας.»

                Στα κρύα πρωινά, που μόνιαζαν στον καφενέ οι Αγιοστεφανιώτες ψαράδες (παραγατζήδες, διχτιάρηδες, αχταπολογάδες, κ.α), μοσχομύριζαν τα ψημένα στο μαγκάλι  φελιά – φέτες από πρόσφορο, εμποτισμένα σε λαδάκι καλύμνικο, λίγες ελιές κατσιστές  και …ένα ποτηράκι ανάμα, κέρασμα από τον παπά – Γιάννη, ζέσταινε τους  θαλασσόβρεχτους  θαμώνες!

                 Αλλά και τα βράδια δεν (α)πόλειπε  από τη  δικιά μας ταβερνούλα, την οποία ανοίγαμε μόνο με το σκοτείνιασμα, γιατί ο πατέρας δούλευε ολημερίς  στο καρνάγιο του. Στην παραλιακή ταβερνούλα μας, που ήταν δίπλα στο καφενείο του παππού μου του Θ. Καμπουράκη,  σύχναζε πλήθος από όλες τις κοινωνικές τάξεις του νησιού. Απλοϊκοί ψαράδες, σφουγγαράδες, μαστόροι τεχνίτες όλων των ειδικοτήτων (χτιστάδες, ξυλουργοί,,καραβομαραγκοί, σιδεράδες  κ.α),  δάσκαλοι και καθηγητές, που ήταν δεμένοι με τον απλοϊκό κόσμο του νησιού μας. Ο αείμνηστος λυκειάρχης ο Γιώργης ο Λυσίκατος, που φρόντιζε να οργανώνει συνεστιάσεις με τους καθηγητές του, για  να φάνε σαλάχι, γαλέους και κακράνια σκορδαλιά και να πιούν αγνή ρετσίνα. «Σημαδιακή» για μένα, έμεινε και η συμμετοχή, σε ένα από τα «τραπεζώματα», του αείμνηστου καθηγητή Γιάννη Κακριδή,  διαπρεπή μελετητή και μεταφραστή των Ομηρικών Επών,  προσωπικού φίλου και επίσημου καλεσμένου του Γ. Λυσίκατου. Είχα την μοναδική συγκυρία να «τρατάρω», γυμνασιόπαιδο τότε, το Μεγάλο Δάσκαλο, που μετάφρασε μαζί με το Νίκο Καζαντζάκη την Ιλιάδα του Ομήρου. Ο εκλεκτός επισκέπτης,  πριν προσέλθει στο  ταβερνάκι μας, περιηγήθηκε  στ’ αραξοβόλια της προκυμαίας, καμάρωσε τα στρογγυλομύτικα σφουγγαράδικα τρεχαντήρια και αχταρμάδες = «κορωνέησι νηυσί» =  παρατήρησε τους θαλασσινούς του νησιού μας,  να  μερεμετίζουν τα άρμενα (πανιά, αντένες, κουπιά, καμάκια κ.α) των πλεούμενων (Οδύσσεια Ζ΄ στιχ. 262 =271),  έπιασε  κουβεντολόι μαζί τους και  ήρθαν στο νου του σκηνές παρόμοιες με το μπάσιμο του Οδυσσέα και της Ναυσικάς στο λιμάνι των Φαιάκων. Πάνω στο κρασί,  γοητευμένος και … συγκινημένος και  από την παρουσία, το σμίξιμο  και τον τρόπο έκφρασης των απλών θαμώνων, γύρισε και είπε φωναχτά στον Καλύμνιο Λυκειάρχη  : – « Γιώργη, η Κάλυμνος  κρύβει μέσα της τον Όμηρο και…  σήμερα, τώρα δα, τον  βιώνουμε!».

 Και συνέχισε, απ’ ότι θυμάμαι, πάνω σ’ αυτό το πνεύμα:  « Όμηρον εξ Ομήρου σαφηνίζειν»Αυτήν την Ομηρική Κάλυμνο, έχετε χρέος να την ανακαλύψετε, να την ερμηνεύσετε μέσα από τον ίδιο τον Όμηρο, μέσα από γραπτά κείμενα, από αρχαιολογικά ευρήματα, από γλωσσολογικά στοιχεία, από τοπωνύμια, από πολιτισμικές εκφάνσεις και παραδόσεις και να την αναδείξετε!

 Παρόντες στην παρέα κι ο αγωνιστής και φλογερός πατριώτης γυμνασιάρχης Μανόλης Καριώτης, «λιμενάρχης των γλυκέων υδάτων», ο καθηγητής της φυσικής ο Δρής, «αλιεύς άνευ αλιευτικών εργαλείων ειμή μόνον μιας καθετής», με μια παλιόβαρκα, που όλο έμπαζε  νερά, μισοβούλιαζε και έβαζε τους μαθητές του να την ξεβουλιάζουν…!

                   Όλοι τους φίλοι του πατέρα μου, ο οποίος σαν σχολούσε από το καρνάγιο, γινόταν και ταβερνιάρης και… «πελάτης» Σε κάθε τραπέζι  είχε και το ποτηράκι του. Ταβερνιάρης και  πελάτες, όλοι μια παρέα! Δεν έλειπε και ο παπάς μας – «πρώτη θέση» – μαζί με τους επιτρόπους του, το Γιώργο τον Εργά, τον Κυριάκο το Χούλη, το Νικήτα τον Μακαρούνα.  Κουτσόπιναν την αγνή μυρωδάτη ρετσίνα,  όπου προσφέραμε, καμωμένη από μας, από Κώτικα κεχριμπαρένια  κρασοστάφυλα, με τη συνοδεία πάντα εκλεκτών  παραδοσιακών θαλασσομεζέδων της ώρας, που φροντίζαμε και τους  προετοιμάζαμε από νωρίς, εγώ,  σχολιαρόπαιδο τότε του Γυμνασίου,  και η μάνα μου. Σμαρίδες της τράτας μαρινάτες, κουτσομούρες με συνοδεία ρόκας και κρεμμυδιού,  αλμυρά (παστοί κολιοί και  λακέρδα βαρελίσια από την Πόλη (Βοσπόρου), σκορδαλιά με σαλάχια, γαλέους και τηγανητό μπακαλιάρο, χταπόδι στιφάδο, σμήναιρες – σμέρνες, λεμονάτες πλακί,, συκωταριές κ.α.

                 Χαιρόμουν γιατί όλους τους πελάτες μας, γραμματιζούμενους, απλοϊκούς ψαράδες και μαστόρους, τους ένωνε η καταδεκτικότητα, η αγάπη για καλή παρέα και… η ανθρώπινη συντροφιά επισφραγιζόταν με αλληλοκεράσματα – «κέρασε το σύντεκνο, κέρασε τον κουμπάρο, κέρασε την παρέα όλη· ό,τι πιει…) και με το τσούγκρισμα των ποτηριών. – «Εβίβα, στην υγειά μας ρε παιδιά…».!Το όλο «εξ ώρας» χαροκόπι και την κρασοκατάνυξη,  ερχόταν αρκετές φορές να μερακλώσει και η μουσική πανδαισία με τους παραδοσιακούς  ήχους του βιολιού του Παύλου Κουρούνη, του Αντρέα του «Νισύριου» και της τσαμπούνας του βοσκού Μιχάλη Μπαΐράμη – της «Δημητρίας». Και δεν θα αργούσε να χτυπήσει η Κυριακάτικη καμπάνα και… ο παπάς μας;

                Όμως ας γυρίσουμε πάλι στον παπά μας, που στα μέσα της δεκαετίας του 1950, ορίζεται εφημέριος της ενορίας του Αγίου Στεφάνου. Τα γράμματά του «αρκετά»  για να ανταποκρίνεται  «στην τάξη της εκκλησσάς,» Στις ψαλμωδίες του ήταν «γλυκά μελωδικός». Στα καθήκοντά του, από  κοντά δεμένος με όλους τους ενορίτες του. Στους γάμους, στα βαφτίσια, στους αγιασμούς των καϊκιών τους, σαν τα πρωτόριχναν νιοσκάρωτα στη θάλασσα, αλλά και κάθε φορά που άνοιγαν πανιά για κάθε νέο σφουγγαροτάξιδο.   Κοντά τους στις αρρώστιες, στις χαρές και στις λύπες. Αγαπητός στην ενορία του, απλός  και  φιλικός, έκανε παρέα με  τους απλοϊκούς ψαράδες, γιατί και ο ίδιος αγαπούσε με πάθος το ψάρεμα.

                Και δεν ήταν ό μόνος από τους ιερείς του νησιού που λάτρευαν τη θάλασσα. Οι πιότεροι θαλασσογεννημένοι,  από φαμίλιες σφουγγαράδων και ψαράδων, μεγάλωσαν στα ακρογιάλια του νησιού, βούτηξαν σαν τους κέφους στα πουντάρια των κάβων (ακρωτήρια) για αχινούς, έβγαλαν κοτσυλοπάτελα (κοχύλια και πεταλίδες), έκαναν πυροφάνια στις αφέγγαρες νυχτιές, ψάρεψαν με γνωστούς και φίλους και αν και παπάδες συνέχιζαν να «κοπελίζουν»  (να θυμούνται τις  παιδικές και νεανικές τους αλιευτικές  δράσεις),  να χαίρονται τις ομορφιές της φιλενάδας τους της θάλασσας. Ο ίδιος ο παπα – Γιάννης, πριν χειροτονηθεί ιερέας, τσουρμάρισε ένα δυο καλοκαιρινά ταξίδια, ως κουπάς (πλήρωμα κουβέρτας = καταστρώματος) σε σφουγγαράδικα καΐκια, που ψάρευαν το σφουγγάρι στην Μπιγγάζα (Βεγγάζη).

                 Θα πρέπει όμως να  κάνουμε μνεία και για κάποιους παπάδες, που υπήρξαν  δεινοί ψαράδες:

                Το μακαριστό παπά = Γιάννη Τρικοίλη των Αργινωντών, (Παναγίας Γαλατιανής) ο οποίος είχε το βαρκάκι του για ψάρεμα. Με τις πλούσιες ψαριές του, στον ψαροτρόφο κόρφο των Αργινωντών, πόρευε την πολυμελή φαμελιά του στις ψαροφαγιές. Τη βαρκούλα του τη χρησιμοποιούσε  και ως «πορθμείον». Με ορτσαρισμένο το πανάκι (λατίνι),  αρμένιζε, νεώρευε3 και λειτουργούσε τα εκκλησάκια στον Εμπορειό και στα Σκάλια, που ανήκαν στην ποιμαντική περιοχή του, αλλά και μεταφερόταν, πριν ανοιχτεί δρόμος,  από τα Αργινώντα, στο επίνειο των Μυρτιών τη Συκιά και από κει στην πολιτείες της Κάλυμνος (Χωριό και Πόθια) για προμήθειες.   

                Επίσης τον παπά – Ιερεμία Σακαλλέρο, Πανόρμου, γιο του σφουγγαροκαπετάνιου, καπ = Γιάννη Μιχ. Σακαλλέρου απ’ το Χωριό, ο οποίος έφηβος ακόμα ταξίδευε με το σπογγαλιευτικό συγκρότημα του πατέρα του στην Μπαρμπαριά και με συγκίνηση και καμάρι διηγείται πως βουτούσε, έστω και ευκαιριακά, σε ρηχά νερά,  και έβγαζε κάποια σφουγγαράκια, αλλά «τιμόνευε» και το σφουγγαροκάικό τους, περνώντας το κακοπέρατο Λιβυκό πέλαγος. Σήμερα με τη βαρκούλα του «ΑΓ. ΚΥΡΙΑΚΗ» επισκέπτεται τακτικά, μαζί με πιστούς, το ομώνυμο εξωκλήσι στο νησάκι της Αγ. Κυριακής  για να το συντηρήσουν και να το λειτουργήσουν. Όσον αφορά τις αλιευτικές του δραστηριότητες ; είναι  «ο φόβος και ο τρόμος»  των χάνων, λεθρινιών  και κεφαλάδων, στην Πάνω περιοχή του νησιού, από Τράχηλα = Αγ. Κυριακή = Τέλενδο = Πιταρίδια και…ως την Τηγανούσα της Λέρου.

                Τους νεώτερους, δυναμικούς ψαράδες, το μακαριστό παπά – Ιεζεκιήλ Κουλιανό – «Κράτση», του Βαθύ, και το Μακάριο Σκουτέλη της Ι.Μ.  Αγίας  Κατερίνας.

                Αξίζει επίσης να καταγραφεί, από αξιόπιστες μαρτυρίες πολύ παλιών σφουγγαράδων, πως στα παλιά τα χρόνια, όταν οι παπάδες δεν είχαν δική τους ενορία, ήταν εκ περιτροπής περιφερόμενοι  ιερουργοί στις ενορίες του νησιού, ήταν και άμισθοι και…πολυφαμελίτες  και…«την έβγαζαν με το ψαλτικό – προσφορές των ενοριτών». Κάποιοι «όντας παπάδες» τσουρμάριζαν και πήγαιναν τα καλοκαίρια σφουγγαράδες (κουπάδεςς ή βουτηχτάδες). Πολλά Σαββατιάτικα απογεύματα, αλλά και στις μεγάλες σχόλες (Παναγίας, Αποστόλων, Άη – Παντελέμονα κ.α. )  μαζεύονταν τα πληρώματα από τα γύρω σφουγγαράδικα πάνω στις μπρατσέρες  = ντεπόζιτα (καΐκια φορτηγίδες) και  έκαναν εσπερινούς και λειτουργίες

                 Εκεί κάτω στην Μπαρμπαριά, από αξιόπιστες μαρτυρίες, υπάρχει τοποθεσία, όπως την αποκαλούν οι σφουγγαράδες:  «Το ριβί  του παπά – Σκροφιά».Στα αρχεία της Δημογεροντίας Καλύμνου καταγράφονται, σε σπογγαλιευτικά συμβόλαια από το 1883 μέχρι το 1932, ονόματα καπεταναίων,  δυτών και κουπάδων με το επίθετο «Σκροφιάς», το οποίο φαίνεται πως οι μεταγενέστεροι επίγονοι το μετέτρεψαν  σε «Κορφιάς» Δεν αποκλείεται λοιπόν  κάποιος από τις οικογένειες αυτές να ήταν παπάς και σφουγγαράς και να άφησε τα κόκχαλά του εκεί στις «Μαύρες ερημιές» της Λιβύης –  Βεγγάζης, να τον έθαψαν κατάγιαλα στον νάμμο, σε κάποιο μικρό αμμουδερό  όρμο – ρίβα = «ριβί», που του έδωσαν και το όνομα στη μνήμη του . «Του παπά – Σκροφιά το ριβί»!

                Και πάλι στον παπά – Γιάννη. Μόλις τελείωνε τις λειτουργικές του υποχρεώσεις, έλυνε παλαμάρι για  ψάρεμα. με τη  βάρκα του, μια γυαλλάδικια των πέντε περίπου μέτρων. Προτιμούσε το ψάρεμα με κύρτους, που του έφτιαχναν οι ενορίτες του ψαράδες. Δεν έφτανε όμως αυτό. Φίλος του σφουγγαροκαπετάνιος  τού ’φερε κύρτους από την Αλεξάντρα. Ήταν καμωμένοι περίτεχνα, από τους ντόπιους Αιγύπτιους ψαράδες, από φύλλα βαγιάς – χουρμαδιάς. Αυτοί οι κύρτοι δεν πάτωναν· ήταν  του αφρού, ειδικοί για αφρόψαρα ιδίως κεφάλους – «πάφρες».και σάλπες.

                Στο ψάρεμα των κύρτων συνεργαζόταν, ήταν φίλοι, με τον επίσης παθιασμένο ερασιτέχνη  ψαρά, το σπουδαίο Καλύμνιο γιατρό, και λόγιο (υπήρξε Πρόεδρος του Αναγνωστηρίου Καλύμνου «Αι Μούσαι» ) Κωνσταντίνο   Σπανό. Ο γιατρός, γεννημένος και θρεμμένος  στην ενορία του Αγίου Στεφάνου, από οικογένεια θαλασσινών και ψαράδων είχε στο αίμα του την αλμύρα της θάλασσας.. Πατέρας του ήταν ο αχταπολογάς Νικόλας Σπανός που, όπως μαρτυρούν μέλη της οικογένειάς του  και η παράδοση το αναπλάθει, ανάσυρε από το θαλάμι το χταπόδι με τα αρχαία νομίσματα, κολλημένα  στα πλοκάμια  του. Ο γιατρός γνώριζε καλά τη θάλασσα, ήξερε να «πλανεύει» τα ψάρια, τα κατάφερνε  δε σ’ όλα τα είδη των ψαρεμάτων και στην κατασκευή αλιευτικών εργαλείων, ιδίως μεγάλων  κύρτων, με  ξεχωριστό στόμιο στα πλάγια.

Γιατρός και παπάς τα συνταίριαζαν. Τα σπίτια τους ήταν γειτονεμένα στην περιοχή της Παναγιάς του Γλυκιού, στον Άη =Νικόλα, εκεί που είχαν το αραξοβόλι τους τα περισσότερα σφουγγαροκάικα. Μαζί καμάρωναν και απολάμβαναν τις ψαριές τους!

                Ο παπά = Γιάννης, σαν ψαράς, γνώριζε καλά για τις προλήψεις και δεισιδαιμονίες που «κουβαλούσαν»  οι κυνηγοί και οι ψαράδες, οι οποίοι δεν ήθελαν να συναπαντήσουν μπροστά τους, πρωί – πρωί,  πρόσωπα μη αρεστά και ιδίως παπά, γιατί θα πήγαινε, όπως πίστευαν, «στραβά»  η μέρα τους. Σ’ αυτούς απαντούσε θυμωμένα:

                –  «Δε μου λέτε – που ο διά(β)ολος  ήκατσε στα σβέργα και σας καβαλίκεψε – πώς θα κρίνατε τους Αποστόλους, που ήταν και αυτοί ψαράδες σαν και σας, αν συμπεριφέρονταν έτσι όπως εσείς  στο Μεγάλο Δεσπότη, το  Χριστό μας; Αυτός δεν ήταν που βρέθηκε  στο «παλαμάρι» τους, στάθηκε  μπρος στην πλώρη του ψαροκάικού τους; δεν μπήκε στο πλεούμενό τους και τους ευλόγησε τα δίχτυα και έπιασαν ψάρια, την ποταμοθάλασσα; δεν τους έσωσε στην τρικυμία; δεν τους έκανε μαθητές του, ψαράδες ανθρώπων;  Πατήστε λοιπόν το διάολο, κάνετε  το σταυρό σας, λύνετε παλαμάρι και … ο Θεός θα είναι μαζί σας. Α,  και.. να θυμιάζετε πότες πότες, να φεύγουν τα κακά δαιμόνια!    

          Λιμανίσιος ψαράς ο παπά – Γιάννης βολεύονταν να ψαρεύει, ένα γύρω το λιμάνι, καλάροντας τα αλιευτικά του εργαλεία, συνήθως κάτω απ’ τις  πλώρες των μεγάλων  καϊκιών, για να ψαρεύουν οι κύρτοι στη σκιά τους, αλλά και  τα δίχτυα του γύρω από τις μολιέςτου παραθαλάσσιου μοναστηριού  της «Βου(β)αλίνας» – «Της του Θεού Ειρήνης». Από εκείνη την κουστέρα – περιοχή έπιανε πολλούς σκορπιούς , μπαρμπούνια, σαργούς και χαρακίδες.

                Αλλά και η παπαδιά  του ήταν «δεμένη από κούνια», με  τη θάλασσα. Ήταν η μοναχοκόρη του φημισμένου πρωτοσφουγγαρά Φεοφίλη Κλωνάρη, του «Φατολίτη»4 από το Χωριό – τη Χώρα Καλύμνου. Οχτώ γιους είχε ο «Γενάρχης των Φατολιτών». και όλοι τους  έγιναν θαλασσινοί σφουγγαράδες. Το πώς βγήκαν οκτώ γιοί  και μια κόρη; είχε τη δική του κοινωνική διάσταση. Το ή τα θηλυκά = τα λίγα μόνο =  στο σπίτι, ήταν  ανάγκη της ίδιας της οικογενειακής δομής. Να κρατούν το νοικοκυριό, να πεσκλετίζουν5 τα αρσενικά, ως να παντρευτούν και να τα έχουν οι γονείς ‘ποκούμπι6 στα γηρατειά τους.

        Το αντίθετο συνέβαινε σε οικογένειες που έκαναν όλο κόρες, τη μια πίσω από την άλλη. Οι πατεράδες ήθελαν, διακαώς, να κάμουν το διάδοχο, τον γιο να «’νεστηθεί» = συνεχιστεί το όνομα της  γενιάς και…όλο γέμιζαν το σπιτικό από κόρες.  Κι άντε πάλευε, μονή δούλεψη,  να τις πορέψεις, να τις νοικοκυρέψεις με σπιτικό, να μην είναι «γλυμνοκώλες», για να τις παντρολογήσεις!

                 Άντε λοιπόν να κάμουν την κόρη, στην οικογένεια του Θεοφίλη του Κλωνάρη, αλλά όλο γιους του  «ξεμπαρκάριζε» η γυναίκα του η Ατούμισσα  η «Φατολιτζιά». Ώσπου επιτέλους τα κατάφεραν κι έκαμαν, στερνοπαίδι, την κόρη. Γι αυτήν θα ταίριαζε πιστεύω το παρακάτω:  

Μάνα με τους οχτώ σου γιους και με τη μια σου κόρη

την κόρη την μονάκριβη, την  άσπρη σαν περιστέρα

εις τον παπά τη δώσανε  κι έγινε πρεσβυτέρα

                Ήξερε λοιπόν η πρεσβυτέρα από θαλασσινούς, και από τις χαρές και τις πικράδες της θάλασσας, ιδίως από βουτηχτάδες που χαροπάλευαν βουτιά με τη βουτιά, για το σφουγγάρι. Μια ζωή μεγάλωνε μες στη λεβεντιά και το μερακλίκι του πατέρα και των αδελφών της, που την είχαν καμάρι και τιμή τους. Αλησμόνητες, όλο  σεβασμό στην οικογενειακή τάξη και στην παράδοση,   θα μείνουν οι σκηνές στο χορό του «Συγχώριου» στον αυλόγυρο της Παναγιάς όπου και οι οχτώ λεβέντες αδερφοί «Φατολίτες» μπροστελάτες χόρευαν τη λεύτερη  αδερφή τους! Έζησε όμως και με  το πόχτυπο7 μην τους έρθει το «μαύρο χαμπάρι»8, (μαντάτο) πως κάποιο δικό τους πρόσωπο «ήσκασε στη Μηχανή»9 Και όμως το έζησε κι αυτό. Δυο αδελφούς έχασε  στο βούτθος. Τον έναν κάτω στην Μπαρπαριά και τον άλλο στα τρομακτικά  και μαύρα νερά της Αμοργού. Άλλοι δυο αδελφοί (Γιώργος και Πέτρος) αρχές της δεκαετίας του 1920, πήγαν στην Αμερική, στο Tarpon Springs, όπου δούλεψαν ως σφουγγαράδες. Εκεί δημιούργησαν και τις φαμίλιες τους, που τις ανάθρεψαν σύμφωνα  μες τις παραδόσεις της αγαπημένης τους Καλύμνου, του Χωριού τους!

                 Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον θράφηκε  κι ο εγγονός του γέρο – Κλωνάρη,  ο Θεοφίλης, γιός του  Παντελή του. Είναι ο εμπνευστής και δημιουργός του  πασίγνωστου «Χορού του Μηχανικού».. Από μικρός βίωνε, μες στην φαμίλια του (παππούς, πατέρας,  θείοι, όλοι  σφουγγαράδες), αλλά και στο σφουγγαροσυνάφι, στην πιάτσα του Χωριού,  το πάθος και το τραγικό μεγαλείο της σφουγγαροσύνης. Σαν σπούδαζε καθηγητής γυμναστής, συνεργάστηκε ως πρωτοχορευτής  με το χορευτικό συγκρότημα της Δώρας Στράτου, και έτσι του δόθηκε η δυνατότητα να  εκφράσει, να αποδώσει και να αναδείξει, με  τελετουργικές χορευτικές φιγούρες, σαν σε χορό αρχαίας τραγωδίας,  αυτόν το μοναδικό συγκλονιστικό   χορό του χτυπημένου από τη νόσο των δυτών σφουγγαρά.

                Ο παπά – Γιάννης είχε το δικό του τρόπο ψαρέματος. Αφού καλάριζε τους κύρτους του, άραζε τη βάρκα του στους πούντους του λιμανιού και μέχρι να ψαρέψουν, έβγαινε έξω και γειτόνευε στα παραλιακά καφενεία, πάντα με φίλους ψαράδες και τεχνίτες μαστόρους, κουτσοπίνοντας τη ρετσινούλα του, σε «κούπα» – νεροπότηρο. Για να αποφεύγει τα «σχόλια» του κόσμου τοποθετούσε μες στο ποτήρι ένα  κουταλάκι, λέγοντας :

–  «Την αλισφακιά (φασκόμηλο) μου πίνω!».

 Σαν έκρινε πως οι κύρτοι του είχαν ψαρέψει έμπαινε στη βάρκα του και τους νεώρευε,  πριν ξεψαρίσουν.10  Μ’ αυτόν τρόπο ικανοποιούσε τη μεγάλη αγάπη του για το ψάρεμα και έμενε τρισευτυχισμένος με τις πλούσιες ψαριές του! Στα σχόλια των άλλων ψαράδων, πως φορτώνουν – γεμίζουν οι κύρτοι του με ψάρια, ( μεγάλους κεφάλους, – «πάφρες», σάλπες, γερμανούς – προσφυγούλες, τσιπούρες κ.α.) επειδή βάζει μέσα δόλωμα από «τύπους» – πρόσφορα της εκκλησιάς, απαντούσε χαμογελαστός:

– «Νά ’ρχεστε στην εκκλησσά, (ν)α  δώνω και σε σας τύπους, όσους θέλετε. Να παίρνετε και την ευλογία του Αγίου Στεφάνου, να μερώνετε…!»

                Αυτό όμως δεν συνέβαινε και με τον Επίσκοπο του Δαμαλά και  Πεδιάδος (περιοχή Τροιζηνίας – Ναυπλίου). Ο Δεσπότης λοιπόν αυτός  ήταν μανιώδης  ερασιτέχνης ψαράς. Λειτουργούσε και ο νους του στη θάλασσα, στους καιρούς, στο ψάρεμα. Σαν ήταν φουρτούνα ο καιρός,  ηρεμούσε με τη σκέψη ότι δεν έχανε το ψάρεμά του εξ αιτίας της Θείας Λειτουργίας. Μα σαν ήταν μπονάτσα, τότες δεν έβλεπε την ώρα της απόλυσης. Δεσπότης, ψάλτες και συλλειτουργοί παπάδες έπρεπε ν’ αφήνουν τα πολλά – πολλά «τεριρέμ» και τα μακρόσυρτα τροπάρια. Να τελεύουν νωρίς, να μπροκάμει ο Δεσπότης να βγει για ψάρεμα, πριν ψηλώσει για καλά ο ήλιος και μεσημεριάσει και πάψουν να τσιμπούν τα ψάρια. Είχε όμως και το ελάττωμα της πλεονεξίας. Δεν ήταν ευχαριστημένος με τα μικρόψαρα που έπιανε. Ήθελε σώνει και καλά να πιάνει μεγάλα, γι αυτό όλο και ξεμάκραινε από την παραλία  και ξανοιγόταν στο ανοιχτό πέλαγος μπας και ψαρέψει μεγαλύτερα. Κάποιες φορές τα κατάφερνε και σαν γύριζε, νυχτωμένος,  με την ψαριά του, καμάρωνε σαν γύφτικο σκεπάρνι.  Όλη η Επισκοπή  και όχι μόνο «βούιζε» από τις αλιευτικές επιτυχίες του Δέσποτά της!

                Οι συμβουλάτορες όμως του Δεσπότη τον προειδοποιούσαν, πως έπρεπε να λογικευτεί, να μην ξανοίγεται στα πέλαγα γιατί  υπήρχαν και οι Αλγερίνοι πειρατές, που αλώνιζαν την περιοχή και υπήρχε φόβος να τον συλλάβουν. Του υπενθύμιζαν μάλιστα και τις επιπτώσεις…, το τι θα μπορούσε να πάθει…! Αυτός όμως, πού ν’ ακούσει, ώσπου, σε μια από τις αλιευτικές εξορμήσεις του, Κυριακάτικα, τον «περιέλαβαν» – συνέλαβαν  οι πειρατές και τον πήραν μαζί τους σκλάβο στο Αλγέρι , όπου και τον πούλησαν δούλο σε κάποιον Μπέη  της Μπαρμπαριάς Αυτός του ανέθεσε να κάνει δυο δουλειές, να γυρνά το χειρόμυλο για  ν’ αλέθει  στάρι και να κουνά και το μωρό του μέχρι να κοιμηθεί. Στο καταναγκαστικό αυτό έργο του εύρισκε παρηγοριά ψέλνοντας την παράκληση  και κανένα μελωδικό – αμανετζίδικο  τροπάρι. Και να δεις που το αλλόθρησκο αραπόπουλο γλυκοκοιμόταν σαν αγγελούδι με τους βυζαντινούς ύμνους!

                Την όλη αυτή κωμικοτραγική  κατάσταση του απερίσκεπτου = «άφρονος δεσπότη», περιγράφει το παρακάτω περιπαικτικό λαϊκό  τραγουδάκι :

                            Πίσκοπε του Δαμαλά, δίχως νου δίχως μυαλά,

δεν καθόσουνα καλά

                      τα λιανά (μικρόψαρα) δεν ήθελες,  τα μεγάλα γύρευες.

                            Τώρα γύρνα το χερόμυλο, κούνα τ’ αραπόπουλο!

                Την ιστορία αυτή, του μανιώδη ερασιτέχνη ψαρά, επισκόπου του Δαμαλά μου την αφηγήθηκε, σε μια «κρασοκατάνυξή» μας στο καφενείο του στις Μυρτιές, ο επιστήθιος φίλος μου, αείμνηστος  Μανώλης Στάλας. Την καταγράφει, περιληπτικά,  όμως και στο «Ημερολόγιο» του ο αείμνηστος φιλόλογος καθηγητής Μιχάλης Σωτηρίου, γραμματέας της Ιεράς Μητροπόλεως Καλύμνου Λέρου και Αστυπαλαίας.  Κάποιοι υποστηρίζουν, γράφει ο περισπούδαστος Καλύμνιος καθηγητής, πως το σατιρικό τετράστιχο το συνέθεσε ό ίδιος ο Μητροπολίτης περιπαίζοντας τον ίδιο τον  εαυτό του γι αυτό του το πάθημα, αλλά και το κατάντημά του. Για το τέλος του, λένε επίσης  ότι, ο αιχμάλωτος Δεσπότης, αφού έμεινε κάμποσο καιρό σκλάβος στην υπηρεσία του Μπέη – άλεσε με το χειρόμυλο αμέτρητα σακιά στάρι και μεγάλωσε το αραπόπουλό του, νανουρίζοντάς το με ύμνους της Ορθοδοξίας – επέστρεψε στην Επισκοπή του, αφού το Πατριαρχείο τον εξαγόρασε με πολλά χρήματα. – λύτρα.

                Δεν είναι γνωστό αν Δεσπότης συνέχισε, ύστερα απ’ όλα αυτά,  να έχει την ίδια μανία – «ιερόν μένος» για ψάρεμα και μάλιστα σε ανοιχτά – πελαγίσια  νερά. Πιστεύω όμως ότι ο Παναγιότατος Πατριάρχης θα  του επέβαλε αυστηρότατο επιτίμιον – «κάνονα»:

1) Να ψαρεύει γιαλό – γιαλό  και να ξανοίγεται τόσο, όσο τα κουπιά της βάρκας του ν’ αγγίζουν τα ακροβράχια της στεριάς, 2) να φαίνονται τα κάτω – ο βυθός ( άρα σε ρηχά νερά) και 3) …να περιορίζεται στο να πιάνει μόνο «λιανά ψάρια» ( λιμόχανα, πέρκες, σπάρους, γύλους,  περγάντους και καλόγριες11 με τη σπέτουλα12)!»

                Όπως, σαν πετάξεις σε θάλασσα ακύμαντη, καθρέφτη, πλακουδερό ξασπρισμένο απ’ τον καφτερό ήλιο βότσαλο του γιαλού  κι αρχίζουν να απλώνονται  πελαγίσιοι κύκλοι, τα «πηλίνια» (παιχνίδι που παίζουν τα παιδιά στην παραλία), έτσι λειτούργησε και η φωτογραφία με τον παπά – Γιάννη να σαλπάρει τον κύρτο του, με τις  αναμνήσεις, τις μαρτυρίες, συγγενικών προσώπων,  φίλων και γνωστών,  να κυματίζουν στα πέλαγα της μνήμης, με τα τόσα στοιχεία που  «φωτογραφίζουν»  την κοινωνική και πολιτισμική ζωή του νησιού μας.  Πιστεύω λοιπόν,  πως στη γνωστή ρήση που λέει:«Μια φωτογραφία = εικόνα  αξίζει  χίλιες λέξεις», αν  το καλοεξετάσουμε   και καλοστοχαστούμε, μπορούμε  με σιγουριά  να  πούμε πως: Μια φωτογραφία – εικόνα αξίζει, όχι μόνο χίλιες λέξεις, αλλά χίλιες και μια ζωές,  που κάθε μια, κατά τα έργα… της,  θα βολοδέρνει (τριγυρνά) στην αιωνιότητα!

                                             Κάλυμνος,  Μαγιάπριλο του 2020

                                                      Γιάννης Αντ.Χειλάς

Δάσκαλος, Υπεύθυνος Ναυτικού Μουσείου Καλύμνου

Γλωσσάρι 1. Ασπα, (η) ‘κρημνώδης κατάληξη ασπροαμμουδερής  (πορσελάνας) έκτασης. 2.πλατσίτζια,(τα), ‘ βραχώδεις περιοχές από λείες στην επιφάνεια πλάκες – πλάτσες’ 3. νεορεύω ‘ αναζητώ – επισκέπτομαι κάποιον ή κάτι για να διαπιστώσω αυτό που με απασχολεί’ 4. φατολίτης, (ο), ‘ μυρωδάτο αγριολούλουδο, που φυτρώνει συνήθως σε απόκρημνα μέρη’ «Οι φατολίτες νεμμούσι στους γκρεμμούς» και  επώνυμο Φατολίτης. θηλ. Φατολίταινα ή Φατολιτζά’ 5. πεσκλετίζω, περιποιούμαι, φροντίζω κάποιον με ξεχωριστή αγάπη. 6. ‘ποκούμπι, (το), στήριγμα, προστασία, 7. πόχτυπο, (το) ‘μεγάλο καρδιχτύπι’ 8. χαμπάρι, (το), γενικά η είδηση. ‘είδηση θανάτου ή αγγελία για χαμό δύτη από ασφυξία με σκάφανδρο – «Μηχανή». 9.Μηχανή,(η) το σκάφανδρο, και Μηχανικός ο σκαφανδροδύτης. 10. ξεψαρίζω ‘βγάζω από τα αλιευτικά εργαλεία τα ψάρια που πιάστηκαν – ψαρεύτηκαν, αλλά   και η αποδεύμεση = το ξεψάρεμα των  ίδιων  των ψαριών από τα δίχτυα, τους κύρτους, τα παραγάδια κ.α. 11. καλόγριες ‘μικρόψαρα  με κατάμαυρο χρώμα, σαν το ράσο τω καλογραιών – καλογριών’ 12. σπέτουλα,(η) ‘ αλιευτικό εργαλείο, είδος μεγάλης βυθιζόμενης απόχης, με στεφάνι κοντά 1,5μ – 2μ.’ Την κατεβάζουν στο βυθό με δολώματα στο δίχτυ – σάκο της και τραβώντας την αλιεύουν μικρόψαρα (γύλους, περγάντους, σπάρους, καλόγριες), τα οποία χρησιμοποιούν ως ζωντανό ψαροδόλωμα για παραγάδια και απετονιές




Σάββας Δρόσος - Τοπογράφος Μηχανικός
Σάββας Δρόσος - Τοπογράφος Μηχανικός
Σάββας Δρόσος - Τοπογράφος Μηχανικός
Σάββας Δρόσος - Τοπογράφος Μηχανικός