

Οι παιδικές αναμνήσεις πάντα μας συγκινούν, γιατί συνειρμικά μας μεταφέρουν στα δικά μας παιδικά χρόνια, έστω και αν δεν είναι οι ίδιες, αφού η ζωή κυλά και οι κοινωνικές, οι οικονομικές, οι μορφωτικές και άλλες συνθήκες διαφέρουν από εποχή σε εποχή.
Πριν από αρκετά χρόνια περιήλθε στην κατοχή μου ένα τετράδιο με αναμνήσεις ενός παιδιού των αρχών του περασμένου αιώνα.
Απλές αναμνήσεις – τι να συγκρατούσε, άλλωστε, ένα παιδί των πρώτων τάξεων του δημοτικού σχολείου -, που όμως δεν παύουν να μας μεταφέρουν δυναμικά σε άλλη περασμένη εποχή με τα καλά της και τα κακά της και να μας συγκινούν. Επομένως, όσο απλές και να είναι έχουν σπερματικά ιστορικό, λαογραφικό μα και κοινωνιολογικό ενδιαφέρον
Σημειώνω ότι στις αναμνήσεις αυτές αναφέρονται και ονόματα μερικών δασκάλων, για τους οποίους ο αφηγητής κάνει δυσμενέστατα σχόλια και προσβλητικούς χαρακτηρισμόυς, για το λόγο αυτό παραλείπω τα επώνυμά τους

Οι αναμνήσεις του παιδιού αυτού, του Νικόλα Σαρούκου, σε σχέση με τις δικές μου παιδικές αναμνήσεις, που έχω καταγράψει στο βιβλίο μου «Στην Κάλυμνο του μεταπολέμου» (Κάλυμνος 2000,2002), μοιάζουν να είναι πολύ κοντά, πρόσφατες, αν και τις χωρίζει χρόνος μισού και περισσότερο αιώνα. Όμως, συγκρινόμενες με το σήμερα η απόσταση που τις χωρίζει είναι χαώδης, γιατί η τωρινή εποχή έτρεξε πολύ και εξακολουθεί να τρέχει καθημερινά τόσο που πλέον χάνεται το νήμα της συνέχειας τους.
Ας τις παρακολουθήσουμε.
Αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας:
Λέγομαι Νικόλας Σαρούκος, του Σπύρου και της Καλλιόπης.
Μου παραμένει ζωηρή ανάμνηση η απλοϊκότητα της μάνας μου, όταν τη ρωτούσα πόσων χρονών είμαι; Εκείνη με το συνηθισμένο απλό της ύφος μου ’λεε:
-Μουρέ, ξέρω και ’γω; Ένα μόνο ξέρω πως ότα ν-ησκοτώσασι το Γιώρζη τον Αλέξη ήτο ξεματώματα, δηλαδή, προς το τέλος του Σεφτέβρη και στις είκοσι του Οχτώβρη σε γέννησα. Αυτά είναι, Νικόλα, τα χρόνια σου.
Είχα ένα σύντροφο με τον οποίο στοιχηματούσα κάθε τόσο ποιος είναι πιο μεγάλος. Μια μέρα τσακωθήκαμε στο ξύλο και πήγαμε στις μάνες μας κλιαμένοι, που μας ρώτησαν τι τρέχει και γιατί παίξαμε ξύλο. Όταν τους είπαμε την αιτία γέλασαν και τότε η μάνα του φίλου μου μου λέει:- Ο Νικόλας (Νικόλα το λέγανε και αυτόν) σε περνά μήνες και ηγεννηθήκατε το 1903. Λοιπό γ-και σύ τη ν-ίδια χρονολογία ηγίνηκες, μόνο, όπω σ-σου ’πα, σε περνά έξη μήνες. Φτός ηγεννήθηκε το ν-Απρίλλη και συ το ν- Οχτώβρη το ν-ίδιο χρόνο».
Έτσι με το ξυλοδάρσιμο με το φίλο μου έγινε αφορμή να μάθω την πραγματική μου χρονολογία.
Η ηλικία μου μόλις έφθανε τα έξη χρόνια, αλλά θυμούμαι πολύ καλά τόσο τους νεότουρκους, όσο και τους παλιούς. Η καζάρμα τους[1] ήτο δίπλα στο Φαρμακείο, σημερινό νεόχτιστο σπίτι του Αντώνη Καμπουράκη, το παρατσούκλι Φανούρης, ύστερα στη Σκάφη στο σημερινό σπίτι του Μιχάλη Ολυμπίτη.
Θυμούμαι ακόμα και τα ονόματα μερικών. Τον ένα τον έλεγαν Όμπασι. Αυτός ήταν ένας κοντός καλότατος μεσόκοπος ανθρωπάκος από τους παλαιότουρκους. Πάντα, οσάκις περνούσε από το δρόμο του σπιτού μας, η μάνα μου, ο Θεός να τη συγχωρέσει, επειδή ήμουν αραντάριστος[2], για να με φοβίσει του έλεγε να με πάρει στη φυλακή, μα εκείνος μου φώναζε ήρεμα και αφού με χάιδευε μου έδινε ένα μεταλίκι[3], να πάρω, λέει, καραμέλα. Ένας άλλος, το όνομα Κουσαίνης, μέτριος το ανάστημα ήταν νεότουρκος[4]. Αυτός κακός στη ψυχή, πάντα εύρισκε αφορμή πότε τα παιδιά να κυνηγά στους δρόμους, πότε να παίρνει στην καζάρμα με το τίποτα ανθρώπους. Στο τέλος η κακία του τον έσπρωξε να κυνηγά τη νύχτα τους χοίρους και να τους σκοτώνει[5]. Με όλα αυτά δεν το΄λεγε η καρδία του. για παλληκαράς. Αξίζει να αναφέρω ένα περιστατικό που ήμουν αυτόπτης μάρτυρας με ένα δικό μας, νέος όπως ήταν τότε, τον Νικολή τον Ζαγοριανό.
Ήταν απόγευμα, δεν θυμούμαι όμως και τι μέρα ήταν. Έφυγα από το σπίτι μας και τράβηξα στα Τσούκχουα, τη σημερινή αγορά, και στην αυλή της Παναγιάς για παιχνίδι. Μόλις έφθασα στο ιερό της Παναγιάς, δόξα να ’χει το ’νομά της, βλέπω τον καλό σου Κουσαίνη να κάμνει χειρονομίες και να φωνάζει δυνατά σε ένα νέο με καστανό στρουφιστό μουστάκι που φορούσε μαύρη βράκα, κόκκινη ζώνη κι ένα μαχαιράκι στη μέση και ήταν καθήμενος στο πεζούλι, στη γωνιά του ιερού. Να του φωνάζει και να του λέει:
– Άντε, βρε, σήκου να πάμε στο κονάκι και ατάραχος ο Νικολής να του απαντά:
– (Δ)ε μ-πάω Κουσαίνη.
Ο Κουσαίνης επέμενε, ωστόσο δεν τολμούσε να κάμει και τον παλληκαρά στον Νικολή και σε λίγο αντί να αγριέψει μέρεψε η φωνή του… Ποιος ξέρει, ίσως ο Νικολής να βαρέθηκε τις φωνές του η να σκέφθηκε τίποτα άλλο και απότομα του λέει:
-Πάμε, βρε, Κουσαίνη, αλλά μόλις έκαμε το πρώτο βήμα σταματά και του λέει:
-Όχι ’πο ’κει, ’πό ’δω να πάμε. Ο Κουσαίνης, όμως, επέμενε να περάσουν από το μέρος που ήθελε, αλλά ο Νικολής του λέει:
-Γιάντα (δ) ε τθελεις (ν)α περάσουμε από το μ-μύλο του Φραγκούλια,γουλιάς;»[6] – το σημερινό πύργο του Στεφάνου Καζούρη[7].
Στο αναμεταξύ ο Κουσαίνης στρέφει προς τα πίσω με βλέπει, προσηλωμένο όπως ήμουν και παρακολουθούσα τη σκηνή και μου λέει:
-Ας το διάολο, βρέ, και τράβηξε το χέρι του να με δείρει, αλλά εγώ πρόλαβα και το το ’σκασα και δεν είδα τι έγινε από ’κει και πέρα. Κατόπιν όμως έμαθα, ύστερα από το σούσουρο που έγινε γύρω από την ιστορία του Νικολή, πως δεν κατόρθωσε ο ψευτοπαλληκαράς και βάρβαρος Κουσαίνης να τον πάρει στο κονάκι, γιατί πήγε να πάρει το μαχαίρι του Νικολή από τη ζώνη του, αρπαχθήκανε στα χέρια και ο Νικολής τον έκαμε μαύρο στο ξύλο. Έκτοτε δεν τον ξαναενόχλησε.
Έναν άλλο νεότουρκο θυμούμαι που τον έλεγαν Μεμέτ. Αυτόν, ψηλό στο ανάστημα, μελαχοινό στην όψη και σκυθρωπό, τον έβλεπα να περνά κάθε μέρα από το δρόμο του σπιτιού μας να στρίβει τη γωνιά του Ηλία Τηλιακού, το παρατσούκλι του Ξεπαραλυμένος, και να χάνεται. Από τις πολλές φορές ρωτώ τη μάνα μου τη μακαρίτισσα πού πάει αυτός ο Τούρκος, κάθε μέρα που περνά από ’δώ
– Μουρέ στου Σάββα της Αβάρας πάει και τονε γιατρεύει, και θα τον κάμει καλά ο Τούρκος. Ήκουσα τη μ-μάνα ν-του πως της είπε ότι θα το γ-γιατρέψει.
-Και δεν μου λέεις, μάνα, τι έχει ο Σάββας;
-Να, ηπήασι οι (δ)ικοί μας οι γιατροί (ν)α του κόψου ν-τα δαχτύλια του ποδαρζού του, αλλά (δ)ε ν-ηδέχτηκε ούτε φτος ούτε η μάνα του.
Μου φάνηκε περίεργο το πώς ο Μεμέτ ήθελε να γιατρέψει τον Σάββα και το πώς ακόμα έμαθε για την αρρώστια του και την απόφασή των γιατρών, γιατί ελληνικά δεν ήξερε όπως οι δυο άλλοι ο Κουσαίνης και ο Όμπασης που τα ξέρανε φαρτσί. Συμπεραίνω, όμως, ότι, ασφαλώς άκουσαν το ιστορικό του Σάββα αυτοί που γνώριζαν τα ελληνικά και από εγωισμό να δυσφημίσουν τους δικούς μας γιατρούς, τον έσπρωξαν στη θεραπεία του αρρώστου. Γεγονός, όμως, αξιοσημείωτο είναι ότι, παρ’ όλο που δεν φαινόταν γιατρός έκαμε χειρουργικές επεμβάσεις στο δεξί δάχτυλο του ποδαριού του, έτυχε τελική επιτυχία και ο δάχτυλος θεραπεύθηκε. Και εξ όσων φαίνεται από τις επεμβάσεις δεν ήταν ανίδεος από ιατρική πρακτική πείρα.
Η μάνα του αρρώστου ήταν γειτόνισσά μας και η απόσταση του σπιτιού της από το δικό μας ήταν περίπου δέκα μέτρα. Είχε ακόμη ένα αρσενικό, που έλεγαν Θεοφίλη και με αυτόν είχαμε αχώριστη συντροφιά. Μια μέρα του λέω:
-Βρε, Θεοφίλη, δεν μου λέεις πώς το ’παθε ο αδερφός σου. Μήπως έπεσε καμιά πέτρα στο δάχτυλό του;
– Όχι ,μου λέει, άκου να σου πω πως το ’παθε, για να προσέχεις και συ. Φέτος είχαμε σπορά στον Εμποριό όπου πηγαίναμε το Μάη να τη μαζέψουμε και όσες μέρες κάναμε, τόσες φορές πηγαίναμε στη θάλασσα με το αδερφό μου για αχινιούς. Δεν ξέρω πώς να στο πω Νικόλα, μια από αυτές τις μέρες ξεχάσαμε το καλάθι και αναγκάστηκε να τους βάλει στην ποδιά της πουκαμίσας του[8], σκόντεψε σε καμιά πέτρα, πάτησε κανένα άγκατθα, δεν ξέρω. Έκαμε να πέσει χάμω και για να μην πέσει άπλωσε το χέρι του να πιάσει πάνω μου και όπως έγειρε έπεσαν μερικοί αχινιοί στο δάχτυλο του δεξιού ποδαριού του. Αυτό κακόργησε και θα του κόβαν το δάχτυλο, σύμφωνα με τη ιδέα του του Σακελλάρη… του γιατρού, αν δεν βρισκόταν ο Τούρκος.
Αφού μου τελείωσε την ιστορία με το ποδάρι του αδερφού του, του λέω, πάμε σπίτι μας και προτού ακόμα να πατήσουμε το ποδάρι μας στο κατώφλιο της πόρτας, αρχίνησε η μάνα μου τις μουρμούρες και τις φωνές.
– Μουρέ, σσεις, γιάντα (δ)ε μ-παέννετε στο σχολείο, μόνο κόβετε βόρτες; Το ξέρετε πως θα ’πομείνετε κούτσουρα για ούλα σας τα χρόνια με τη γ-κεφαλή που κρατάτε;» και απότομα γυρίζει στο φίλο μου και του λέει: Μουρέ, α μη σσε ξαναγιώ, κακόμοιρέ μου, να μπραάλης ’πο του[9] και, δαγκασμένμο το γάντι[10], σκύβει πιάνει πέτρες και τον κυνηγά
Ο κακόμοιρος ο φίλος μου τα ’χασε με τη συμπεριφορά της μάνας μου και όπου κόψει ήκοψε[11]…Εγώ σταμάτησα, τη βλαστήμησα γι’ αυτό που μου ’καμε και με πείσμα της είπα πως δεν πάω στο σχολείο.
Η φοβέρα και το ξύλο κράτησαν πέντε έξη μέρες…Είδε και απόδε πως με το κακό δεν έκαμνε τίποτα και αρχίνησε τα παρακάλια.
– Νικόλα, το παι(δ)ί μ-μου, έλα (ν)α σε πάω στο σχολείο και θα γιης ίντα πράματα θα σου δώκω», μου λέει.
– Μάνα, της λέω, σου ’πα δεν πάω στο σχολείο;
-Γιάντα μουρέ, το παι(δ)ί μ-μου, (δ)ε τθελεις (ν)α πάεις στο σχολείο;
– Φοβούμαι το δάσκαλο.
-Γιάντα το φ-φο(β)άσαι (δ)ε ν-είναι κακός, Θα του πω και (δ)ε θ-θα σε μαλλώνει. Θα σου δώννει και μεταλίκια ».
Επί τέλους το πήρα απόφαση να πάω στο σχολείο, με τη σκέψη αν με δείρει να μην ξαναπατήσω στο κατώφλιο του σχολείου. Έτσι ήταν η συμφωνία με τη μάνα μου, όπου ένα πρωί με πήρε και με πήγε στο σχολείο. Ο δάσκαλός μου με γέλια και χαρές με έπιασε από το χέρι και με έβαλε στο δεύτερο θρανίο. Καθήμενος όπως ήμουν βλέπω τη μάνα μου να του κρυφομιλεί. Δεν δυσκολεύτηκα να καταλάβω πως μιλούσε για μένα.
Το σχολείο μας ήταν στο σημερινό σπίτι της Ελένης Σμαλιού ή Σσεφίλενας, που δεν απείχε παρά λίγα βήματα από τοι δικό μας και δάσκαλός μου ο Μεθόδιος Τσουκαλάς.
Δεν τον ξεχνώ ποτέ, γιατί ήταν τόσο καλός που το γέλιο δεν έλειπε από το στόμα του και ποτέ δε μας τιμωρούσε. Μας επιβαλλόταν με τόση αυστηρότητα, όση χρειάζονταν για να τον σεβόμαστε. Σύμφωνα με την τότε εποχή νομίζω ήταν ένας από τους σπουδαίους παιδαγωγούς, γιατί και ο τρόπος της διδασκαλίας του ήταν άριστος. Προσπαθούσε να τον αγαπήσουμε χωρίς φόβο και μια απόδειξη για τον καλό τρόπο της διδασκαλίας του είναι ότι, στο μάθημα της ωδικής εκτός από τα ωραία τραγούδια που μας μάθαινε, όπως είναι το «Πι πι περιστερά» και άλλα, για να μας κάμει πιο εύθυμα, πιο χαρούμενα, μας έπαιζε βιολί και χορεύαμε. Ήταν κάποιο παιδί που το λέγανε Γιάννη Καψή, που τον έβαζε τακτικά να χορεύει όχι ως πιο καπάτσο, αλλά σκόπιμα επειδή δεν φαινόταν ισορροπημένο παιδί, για ν μας κάμει να ευχαριστηθούμε περισσότερο. Ο χορός, λοιπόν, του Γιάννη που τις περισσότερες φορές δεν συμβάδιζε με το ρυθμό του βιολιού, μας έκανε να σκάμε στα γέλια και ο δάσκαλος μαζί, με τρόπο ώστε να γίνεται μια οχλοβοή. Και τότε ο δάσκαλος αναγκαζόταν να πάρει αυστηρό ύφος για να μας ησυχάσει, αλλά δεν τα κατάφερνε, αφού ο ίδιος μας προκαλούσε την ευθυμία χαρίζοντάς μας τη λίγη αγνή χαρά και ευτυχία. Να γιατί δεν θα ξεχάσω το δάσκαλό μου ως που να ζω. Είμαι υποχρεωμένος και το ομολογώ ότι αυτά τα λίγα πράγματα που γνωρίζω τα χρεωστώ στον αγαπημένο και αλησμόνητο δάσκαλό μου. Το υποστηρίζω γιατί αν πραγματικά δεν ήταν τέτοιος αλλά ήταν σαν τον παπά…, ούτε μια μέρα δεν θα ’μενα στο σχολείο.
Εκτός τα ωραία τραγουδάκια που μαθαίναμε παίζαμε και παιδικά παιχνίδια και ένα από αυτά, το πιο ευχάριστό μας, ήταν το «ποντίκι», που γινόταν με τον εξής τρόπο. Όλα τα παιδιά μαζευόμαστε στην αυλή του σχολείου όπου ο δάσκαλός μας φώναζε μερικά από αυτά και χειροπιαστά έκαναν κύκλο. Έπειτα έπαιρνε δύο παιδιά, τους έδενε τα μάτια και τα έφερνε μέσα στον κύκλο. Το ένα ήταν γάτα και το άλλο το ποντίκι. Όταν αρχινούσε το παιχνίδι, η γάτα φώναζε: που’ σαι ποντίκι; και τότε το ποντίκι απαντούσε: εδώ είμαι. Η γάτα προσπαθούσε να πιάσει το ποντίκι και αυτό προσπαθούσε να ξεφύγει. Δεμένα όπως ήταν τα μάτια και των δύο στην προσπάθειά στους κάνανε τέτοιες κινήσεις που τα υπόλοιπα παιδιά και μαζί και ο δάσκαλός μας ξεκαρδιζόμαστο στα γέλια. Η χαρά και η ευθυμία εκδηλώνονταν από όλα τα παιδιά που μια φωνή ακουγόταν από το κάθε ένα:
-Δάσκαλέ, δάσκαλε να μπω και ’γω γάτα ή ποντίκι;
Ο δάσκαλος τα έχανε και δεν ήξερε ποιο να βάλει, έπειτα περνούσε και η ώρα του διαλείμματος οπότε αναγκαζόταν να μας καθησυχάσει λέγοντάς μας ότι όλοι θα μπουν με τη σειρά άλλη φορά, αλλά εμείς του κάκου , φωνές οχλοβοή και στο τέλος πανζουρλισμός. Τότε ανέβαινε τα σκαλιά του μπαλκονιού γρήγορα γρήγορα έμπαινε στο γραφείο αρπούσε το κουδούνι και με αυτό μας καλούσε πάλι στο καθήκον.
Όταν σχολούσαμε η πρώτη μου δουλειά ήταν να τρέξω γρήγορα στο σπίτι μας, να φάω όπως όπως και κατόπιν να παίξω με τους συντρόφους μου διάφορα παιχνίδια όπως ο «κρυφτός», «το σκατούλι», το «μέλιγγα σέλιγγα», «πόσα άστρα έχει ο ουρανός»[12] και άλλα, άλλου είδους, στρατιωτικής φύσης.
Ένα από αυτά ήταν ο πόλεμος που παιζόταν ως εξής: Χωριζόμαστο σε δύο ομάδες, η μια ήταν ελληνική και η άλλη τουρκική και τσακωνόμαστο στα χέρια ποιος θα νικήσει. Εννοείται ότι κανένα παιδί δεν ήθελε, αν και είμαστο σε τέτοια ηλικία, να μπει στην τούρκικη ομάδα, ένεκα του μίσους. Τότε πέρασε ένας κάποιος άνθρωπος και ακούοντας ότι κανένας δεν δεχόταν να μπει στην τούρκικη ομάδα, μας λέει:
-Βρε,σσεις, Έλληνες είστε ούλοι. Φτο είναι παιχνί. Ξέρετε ίντα μπου θα κάμετε για να ’στε σύμφωνοι; Να ’ναι τη μια φ-φορά οι μισοί Τούρκοι και τη ν-άλλη Έλληνες. Έτσι και κάμαμε. Αξιοσημείωτο είναι πάντως και πρέπει να το αναφέρω, ότι η τούρκικη ομάδα δεν νίκησε ποτέ. Και αυτό οφείλεται στο μίσος εναντίον των Τούρκων που μας καλλιεργούσαν οι γονείς μας και ο δάσκαλος.
Μόλις τέλειωνε το παχνίδι με έπαιρνε η μακαρίτισσα η μάνα μου και πηγαίναμε σε ένα γειτονικό σπίτι του Μανόλη του Μαγριπλή να εσπερίσουμε και να ακούσουμε παραμύθια.
Στη γειτονιά μας απέναντι του Μαγριπλή, στο σημερινό νεόκτιστο σπίτι του Καρδούλια, κατοικούσε ένας φτωχός οικογενειάρχης, αλλά καλός το επάγγελμα κτίστης. Αυτός ήτο περίπου εξηνταπέντε χρόνων, ονομάζετο Μικές Βρόντος με το παρατσούκλι κωλού και ήταν σπουδαίος ιστορικός. Τι έξυπνο και καλό γεροντάκι, καμιά φορά δεν μας χαλούσε το χατήρι. Όλα τα βράδυα μαζευόμαστε πότε στο ένα σπίτι, πότε στο άλλο, γυναίκες και παιδιά της γειτονιάς, τον βάζαμε στη μέση και μας έλεγε διάφορα παραμύθια. όλα του άξιζαν, μα πιο πολύ ο τρόπος που μας τα διηγούντο.

Μας έκανε σαν απολιθωμένους, μικρούς και μεγάλους, γιατί τα παραμύθια του ήταν τόσο ωραία και η διήγησή του τόσο συναρπαστική που μας κρατούσαν σε τέτοια προσοχή, ώστε να μη βγαίνει ούτε ο παραμικρός ψίθυρος από το στόμα μας. Και όταν επρόκειτο να κλώσει τσιγάρο για μια στιγμή και σταματούσε το παραμύθι, τότε όλοι μας αναστατωνόμαστο και παρακαλούσαμε το γέρο Μικέ να αρχίσει πιο γρήγορα. Μερικά παιδιά, ανυπόμονα, του έκαμναν παιδικές χειρονομίες να συντομέψει. Εκείνος, όμως, για να μας κάμει να ησυχάσουμε, να φουμάρει, επειδή ήταν κακός θεριακλής, μας φοβέριζε πως αν εξακολουθήσουμε να τον ενοχλούμε θα σταματούσε το παραμύθι. Έτσι μας ανάγκαζε να μένουμε βουβοί σαν πέτρινα αγάλματα, φοβούμενοι μήπως μας αφήσει στη μέση του παραμυθιού. Τέτοιος συναρπαστικός ήταν ο μακαρίτης.
Ο πρώτος σχολικός μου χρόνος πέρασε πολύ ευχάριστα με τα τραγουδάκια, τα παιδικά παιχνίδια και με τα ωραία συναρπαστικά παραμύθια του καλού μπάρμπα Μικέ που θα μου μείνει αξέχαστος σε όλη μου τη ζωή. Όταν όμως ζύγωσε ο καιρός των εξετάσεων, μου ’φυγε όλη η ευθυμία που είχα κι ένας φόβος με κυριαρχούσε για το πώς θα θα πω το μάθημα στις εξετάσεις μπροστά στο δήμαρχο, στο γιατρό και στους άλλους επίσημους.
Επί τέλους ήρθε η μέρα των εξετάσεων. Η μάνα μου με συγύρισε και η προσπάθειά της ήταν πώς να είμαι ευπαρουσίαστος. Αφού με συγύρισε όπως έπρεπε με παίρνει από το χέρι και τραβήξαμε για την αυλή της Παναγιάς που θα γίνονταν οι εξετάσεις, μπροστά σε όλο τον κόσμο και μόλις φθάσαμε χτύπησε το κουδούνι.
Οι μαθητές και όσοι βρίσκονταν εκεί να παρακολουθήσουν τις εξετάσεις πλησίασαν το σημείο που θα γινόταν η εξέτασή μας. Μαζί μ’αυτούς και εγώ με τη μάνα μου. Οι μαθητές κάθησαν σε θρανία, οι επίσημοι σε καρέκλες με μπροστά τους ένα τραπέζι και άλλοι παραβρισκόμενοι πήραν θέσεις στους άδειους χώρους δίπλα πλάγια και πίσω, άλλοι όρθιοι και άλλοι καθήμενοι σε κάθισμα που έφερε ο κάθε ένας μαζί του.
Ο δάσκαλος στάθηκε δίπλα στους προεστούς του νησιού, έτοιμος να καλέσει τους μαθητές για να εξετασθούν. Πριν ακόμα κάμει αρχή στρέφω τη ματιά μου γύρω στους συμμαθητές μου. Είδα ολονών τα πρόσωπα ασπροκίτρινα και ασφαλώς αυτό προερχόταν από το καρδιοχτύπι στη σκέψη πως θα έλεγαν το μάθημα μπροστά στους επίσημους και στο άλλο ακροατήριο. Αυτό δεν είναι δική μου υπόθεση, είναι αλήθεια, γιατί το ίδιο απαράλλαχτα συνέβαινε και σε μένα.
Το σύνθημα των εξετάσεων δόθηκε με παίξιμο πάλι του κουδουνιού και αυτοστιγμής βασίλεψε άκρα σιωπή, λες και γινόταν μυσταγωγία. Δεν πέραν λίγα λεπτα και ο δάσκαλος παίρνει τον κατάλογο από το τραπέζι και καλεί τους δύο πρώτους να εξετασθούν. Ο πρώτος ήταν ο Κοσμάς ο Θεμελάκης και ο δεύτερος εγώ. Και οι δυο τα ’παμε πολύ καλά, μας χτύπησε παλαμάκια όλο το ακροατήριο και από ολωνών τα χείλη ακούστηκε η λέξη μπράβο… Ας μη νομίσει κανείς ότι περιαυτολογώ.

Μετά από εμάς κάλεσε δυο άλλους που δεν τους θυμούμαι. Αυτοί τα μπέρδεψαν λιγάκι, αλλά τους διευκόλυνε ο δάσκαλος, πήραν θάρρος και τα ’παν καλά και στο τέλος τους χειροκρότησαν. Με τον ίδιο τρόπο τελείωσαν οι εξετάσεις Και ο δάσκαλος πήρε τα συγχαρητήρια για την καλή του πρόοδο.
Να με πιστέψετε σεις που θα διαβάσετε τις αναμνήσεις μου, πως μόλις τέλειωσα τις εξετάσεις και πήγα σπίτι μου, ούτε μια στιγμή δεν κάθισα. Πήρα ένα κομμάτι ψωμί και μια ντομάτα και παρ’ όλες τις φωνές της μάνας μου να μείνω, και τράβηξα να συναντήσω τους συντρόφους μου να πάμε στο γιαλό. Και δεν άργησα να τους βρω, όπου με χοροπηδήματα τραβήξαμε στα Λινάρια. Δεν φαντάζεστε τη χαρά μας όταν από μακριά είδαμε τη θάλασσα να ’ναι γαλήνη. Όταν φθάσαμε σε απόσταση εξήντα μέτρα περίπου βγάλαμε τις πουκαμίσες μας και τρέξαμε με τέτοια γρηγοράδα που κάποιος θα νόμιζε πως μας κυνηγούσαν, και αμέσως ριχθήκαμε ολόγυμνοι στη θάλασσα, αλλά έξω έξω και κυλιόμαστο σαν τα γουρλάκια, γιατί κανείς από μας δεν ήξερε να λάμνει[13]. Έπειτα, μόλις κρυώναμε ξαπλώναμε στην άμμο και αφού ζεσταινόμαστο καλά αρχινούσαμε τα παιχνίδα στα ρηχά και τη μια μουσκευόμαστο αναμεταξύ μας και την άλλη χτυπιόμαστο με τις αμμόμπαλλες. Αυτό μέχρι που κόντευε ο ήλιος να βασιλέψει και τότε όλοι μαζί τραβήξαμε για το χωριό, μόλις δε φθάσαμε ξεχωρίσαμε κι ο καθ’ ένας τράβηξε στο σπίτι του.
Είχα πολλούς συντρόφους, αλλά τρείς μόνο ήσαν οι αγαπημένοι μου. Ο Νικόλας ο Μονοκάντηλος, που πέθανε στην Αμερική, ο Γιώργης το Καζαβούλλι, καθηγητής τώρα των μαθηματικών και ο Θεοφίλης ο Κορφιάς, με το παρατσούκλι Αβάρα. Οι τρεις αυτοί και εγώ είμαστο αχώριστη συντροφιά, όπως τη λέγαμε στα μικρά μας. Η σημασία της είναι πολύ μεγάλη, τόση που όσα να της πεις της λέξης είναι λίγα. Γιατί όσα πράγματα είχε ο κάθε σύντροφος τα μοιράζονταν όλοι και δεν είναι μόνο αυτό. Βοηθούσε ο ένας τον άλλο σε οποιαδήποτε καλή ή κακή στιγμή, επειδή το πίστευε σαν ηθική υποχρέωση. Αυτό δεν είναι μικρό πράγμα. Αν το αισθανόμαστε και στη μεγάλη μας ηλικία, θα΄ταν η φιλία των ανθρώπων με χίλιους δυο υπολογισμούς για το ατομικό συμφέρον όπως είναι σήμερα; Ασφαλώς όχι. Επομένως η φιλία και η συντροφιά έχουν μεγάλη διαφορά.
Με τα καθημερινά μας μπάνια πέρασε ο Μάης, ήρθε ο Γυαλλιστής[14], που φουσκολοούσαν τα σύκα και τα κλουμπίσματά[15] μας λιγόστεψαν, γιατί σ’αυτόν το μήνα γινόταν συναγερμός όχι μονάχα από τη συντροφιά μας, αλλά και από τα παιδιά της ηλικίας μου και μεγαλύτερα ακόμη, το πώς να βρουν περισσότερα προφαντόσυκα.
Πόσο λαχταρούσα να ρθει η μέρα που θα πηγαίναμε Μπροστά[16] το καλοκαίρι να κάμνω περισσότερα μπάνια με τους συντρόφους μου και να παίζω τα καλοκαιρινά παιχνίδια όπως με τα μύγδαλα που παίζαμε τη λάκχα και τα έβαλλα όπως τα λέγαμε. Για να καταλάβει, όμως, ο αναγνώστης τι παιχνίδι ήταν τα έβαλλα είμαι υποχρεωμένος να περιγράψω πως παιζόταν:
Μαζευόμασταν πολλά παιδιά και συναγωνιζόμασταν ποιος θα βγει πρώτος σ’ αυτό το παιχνίδι. Αφού γινόμασταν μια παρέα κατόπιν πηγαίναμε στα χωράφια όπου και το αρχινούσαμε στους πιο ψηλούς τοίχους. Κατά πρώτο στηρίζαμε καλά τα χέρια μας στον τοίχο και έπειτα ξετινάζαμε τα πόδια με δύναμη προς τα πάνω, αφήνοντας ελεύθερο το σώμα μας να πέσει στο έδαφος, αλλά να σταθεί όρθιο. Το παιδί εκείνο που το πετύχαινε καλύτερα θεωρείτο πρώτος και το βραβείο που έπαιρνε ήτο η εκτίμηση από όλη την παρέα του. Το παιχνίδι αυτό δεν γινόταν μονάχα από τους τοίχους, αλλά και σε ομαλό έδαφος κατά τον ίδιο τρόπο, με μόνη διαφορά ότι έπρεπε να ρθείς όρθιος με καμπυλωτό το σώμα και τα πόδια τεντωμένα, για να είσαι πρώτος.
Κάθε τόσο και επειδή η επιθυμία μου ήταν μεγάλη να παίξω τα παιχνίδια αυτά, έλεγα στη μάνα μου πότε θα πάμε Μπροστά να περάσουμε το καλοκαίρι. Σαν μαχαιριά μούρθε όταν την άκουσα να μου λέει:
– Νικόλα, φέτος (δ)ε θ-θα πάμε πουθενά. Το καλοκαίρι θα τα περάσουμε όξω[17] στο σπίτι μας επειδή (δ)έ ν-ηβρα χωράφι στο μέρος που μου ’ρέσει.
-Και σαν που το ’θελες, μάνα;
-Να κιάπερα[18] στο ν-Αρχάτζιελο, κοντά στο μ-Παρα(δ)είση, να πίννομε το νερό ν-του που ’ναι το καλύτερο».
-Καλά, μάνα, της είπα χολοψάρικα[19] δεν πειράζει. Και έτσι δεν πέρασα ευχαριστημένος το καλοκαίρι τόσο όσο θα ’μουν αν είμαστο στην εξοχή.
Επί τέλους, πέρασε το καλοκαίρι ήρθε το φθινόπωρο και πριν ακόμα τελειώσει ο Σεπτέμβρης, που τον νομίζαμε τελευταίο μήνα του καλοκαιριού, άκουσα τη μάνα μου να λέει στο σύντροφό μου τον Θεοφίλη της Αβάρας:
-Μουρέ, να ετοιμαστείτε με το σ-σύντροφό σ-σου, εννοούσε έμένα, γιατί σε λλίες μέρες θα ’ννοίξουσι τα σχολεία κι αλίμονο σ-σας κακομοίροι ίντα μπου θα πάθετε με τα γ-κεφαλή που κρατάτε. Μια μέρα (δ)ε σ-σας είγια να τζιαβάζετε και δάσκαλό σ-σας φέτος, όπως ήκουσα, είναι ο Νικόλας ο…, από ούλους ο πσο κακός. Σας το λέω και σας κάμνω από τώρα προσεχτικούς. γιατί δάσκαλό σ-σας όπως είπα είναι ο Νικόλας ο…
-Καλέ, μάνα γιατί μας τα λες αυτά. Μήπως όσο κακός να ’ναι έχουμε να πάθουμε τίποτα άμα ξέρουμε το μάθημά μας;-
-Καλά, αλλά (δ)ε σ-σας βλέπω προκομμένους (ν)α πάρετε έστω και πέντε λεφτά στα σέρζα σας το βιβλίο να τζιαβάσετε. Παρά μόνο το τζιάβασμά σ-σας είναι το παιχνί»
Για να τη ξεφύγουμε, που μας γινότανε γομάρι με τα τσουχτερά, όπως νομίσαμε, λόγια της, έγνεψα στο σύντροφό μου να φύγουμε και σε λίγη ώρα βγήκαμε από το σπίτι και τραβήξαμε για το Φαρμακείο, το σημερινό σχολείο[20], επειδή ήταν το κέντρο που μαζευόμαστο τα παιδιά από τις δύο γειτονιές των Τσουκχουών και της Σκάφης. Εκεί άλλοι έπαιζαν διάφορα παιχνίδια και άλλοι καθόντουσαν και έλεγαν διάφορες ιστοριούλες και παραμύθια.
Όταν φθάσαμε βρήκαμε κατά το συνηθισμένο αρκετούς συμμαθητές μας και πολλά άλλα παιδιά. Η ώρα ήταν ηλιοβασιλέματα γιατί μόνο σ’ αυτή την ώρα μαζευόμασταν εκεί και προτού πλησιάσουμε καλά ακούσαμε να λένε μερικά παιδιά που ’ταν σωρεμένα σχηματίζοντας κύκλο, πως στην πρώτη του Οκτώβρη θα ανοίξουν τα σχολεία και στις πέντε θα αρχίσουν τακτικά τα μαθήματα. Ακούσαμε ακόμα να λένε τους δασκάλους και την τάξη που θα κρατούσε ο κάθε ένας. Εκείνο που με έκαμε να ξαφνιαστώ είναι όταν άκουσα πως ο δάσκαλος που θα κρατούσε τη δεύτερη τάξη, δηλαδή τη δική μας, οπότε στρέφω στο σύντροφό μου και του λέω:-
Θεοφίλη από τώρα φοβούμαι αυτό το δάσκαλο. Για θυμήσου τι μας είπε η μάνα μου γι αυτόν.
-Δε βαριέσαι, Νικόλα, μου λέει ο σύντροφός μου, ίσως να μας τα είπε έτσι να τον φοβηθούμε από τώρα και να γίνουμε φέτος πιο μελετηροί.
-Καλά, μα άκου τι λένε τα παιδιά, πως είναι στρυχίνι[21].
Επί τέλους ήρθε η μέρα της εγγραφής που όλα τα πήγαν να γραφτούν στην τάξη που ανήκαν το κάθε ένα, καθώς και εγώ.
Σαν αστροπελέκι μου ’ρθε στο κεφάλι μόλις άκουσα πως ο δάσκαλός μου ήτο ο Νικόλας ο…Και πράγματι δεν άργησε να φανεί ποιος ήτο και θυμήθηκα τα παιδιά που τον έλεγαν στρυχίνι και δεν είχαν άδικο, γιατί μπορώ να πω όχι μόνο τέτοιος, αλλά κάτι παραπάνω και από κόμπρα, συνάμα δε και σαδιστής. Αξίζει να αναφέρω ορισμένα περιστατικά για το πώς μεταχειρίζετο τους μαθητές και να μάθει ο αναγνώστης τον τρόπο της διδαχής του που δεν άλλαζε από το χαρακτήρα του. Δεν πρέπει να φανούν παράξενα αυτά που γράφω για το δάσκαλό μου και ας μη παρθούνε από μνησικακία, επειδή το υπούργημα του δασκάλου είναι ιδεώδες και η αποστολή του υψηλή… Όχι ο διδάσκαλος είναι και αυτός άνθρωπος και σαν άνθρωπος καθοδηγείται από τον εσωτερικό του κόσμο, τη συνείδησή του. Στη συμπεριφορά του, πρώτο απ’ αυτά είναι το ότι, όταν ένας μαθητής ξεχνούσε έστω και μια λέξη όταν έλεγε το μάθημα, τον παλάβωνε στο ξύλο. Έφθανε ακόμα σε χειρότερο βαθμό όταν ρωτούσε κάποιον από τους μαθητές και δεν ήταν σε θέση να του απαντήσει, γινόταν τόσο οργίλλος, ώστε το καϋμένο το παιδί να τρέμει από το φόβο του. Και ο θαυμάσιος αυτός παιδαγωγός, για να ικανοποιήσει το σαδισμό του έβγαζε από τη τζέπη του ένα μεζίτθι, τούρκικο νόμισμα αρκετού βάρους, γύρω στα σαράντα γραμμάρια, και με τις γωνιές του τον κτυπούσε στο κεφάλι σε τρόπο ώστε να του προξενεί λουμπούνους[22].Τέτοιος ήταν ο μακαρίτης! Αλλά δεν ήταν μόνος του. Ακολουθούν και άλλοι των οποίων τα ονόματα αξίζει να γραφτούν στο πάνθεον των σαδιστών, καθώς και ο αείμνηστος σαδιστής ο παπά… όπως και ο παρόμοιός του Χαράλαμπος…Και του μεν πρώτου θα ιστορήσω με τη σειρά τα κατορθώματα, του δε δευτέρου είναι τα εξής:
Ο λαμπρός αυτός αστέρας ο οποίος με τη φωτεινή διδασκαλία του, θαυματούργησε πραγματικά σε όλη του την περίοδο, με το να παρονομοιάζει από τον πρώτο ως τον τελευταίο μαθητή, χωρίς καν να ενδιαφέρεται για την πρόοδό του, φθάνει μονάχα να ’βρισκε το κατάλληλο παρανώμι και αυτό ήταν αρκετό να τον ευχαριστεί και ταυτόχρονα να ικανοποιεί τα βάρβαρα ένστικτά του. Όταν μας έκανε φυσική και ο μαθητής έλεγε το μάθημα, αντί να τον υποβοηθά σε μια δυσκολία ή σε κάποιο κόμπιασμα του, αρχινούσε αμέσως τις ειρωνικές επικλήσεις «Άντε, βρε , λέων, φέρμα το, φέρμα το, πάρτο, βρε, λέων…να τώρα θα βγάλει το κουνέλλι» και πολλά άλλα, με αποτέλεσμα το παιδί να αποβλακώνεται και να κάθεται βουβό, οπότε δεν έχανε καιρό σηκωνόταν και το αρχινούσε στα χαστούκια, και όταν κουραζόταν με τα χέρια συνέχιζε με μια τετράγωνη ρίγλα. Επίσης εξαιρετικά ευχαριστείτο να πληγώνει κατάκαρδα ένα παιδί που ’χε κάτι το παθολογικό, και αποκαλούσε βρωμοαυτά τον Ιωαννίκιο Σισκαμάνη, εξαιρετικό δημοδιδάσκαλο τώρα, επειδή μύριζαν τα αυτιά του, που το΄παθε από αρρώστια. Εκτός από τα παραπάνω του άρεσε ακόμα να ονομάζει με τη σειρά όλους χωρίς εξαίρεση τους μαθητές όλων των τάξεων που έκαμνε μάθημα, όπως αναφέρω και πιο πάνω, με κοσμητικά επίθετα. Τον ένα να τον λέει τιρτήρα[23], τον άλλο πετεινό, γιατί είναι μόνο για να κάμνει τον πετεινό και όχι για σχολειό, άλλον κουκουβά, γιατί , λέει, μοιάζει στη βλακεία με την κουκουβάγια και άλλον πάλι κολλυβά, επειδή ο θείος του ήταν παπάς και ήταν μόνο για να τρώει κόλλυβα και πολλά άλλα που θεωρώ περιττό να αναφέρω, με τα οποία στόλιζε όλους.
Αυτή ήταν η προφορά του παρ’ όλον που η αποστολή του τον καθιστούσε υπεύθυνο στη καλλιέργεια του χαρακτήρα και του πνεύματος των παιδιών για μια αυριανή μελλοντική και ηθική κοινωνία. Με τέτοιους παιδαγωγούς φυσικά δεν ήτο δυνατόν να περάσω το δεύτερο σχολικό μου χρόνο, όπως πέρασα τον πρώτο.
Ήρθε ο τρίτος σχολικός χρόνος, πήγα στην τρίτη τάξη. Δάσκαλο είχα τον παπά… ο οποίος ξεπερνούσε κάθε όριο σκληρότητας. Για την εξαίρετη αυτή φυσιογνωμία πρέπει να πενθήσει η ανθρωπότητα για το χαμό της, για τις τόσο σοβαρές και εξαιρετικές μεθόδους που προσέφερε στην παιδεία, και τις οποίες θα εξιστορήσω μόνο και μόνο, για να γνωρίσει ο αναγνώστης τη μέθοδο της διδασκαλίας του και να τη μεταδώσει από στόμα σε στόμα ως παράδειγμα για τους κατοπινούς συναδέλφους του.
Ο θαυμάσιος αυτός παιδαγωγός, μόλις γύρισε από το μέτωπο όπου είχε καταταχθεί ως εθελοντής του Ελληνοτουρκικού Πολέμου κατά το έτος 1912, αμέσως διορίστηκε δάσκαλος προτιμηθείς για την εθελοντική του υπηρεσία που προσέφερε στην πατρίδα μας, επειδή τότε βρισκόμαστο υπό Ιταλίκη Κατοχή.
Την πρώτη μέρα που ανέλαβε τα καθήκοντά του δασκάλου και προτού ακόμα μας παραδώσει το μάθημα, με ύφος άγριο μας λέει:
-Δεν θέλω από κανένα σας το παραμικρό λάθος διότι αλίμονο σε κείνον που θα το κάμει, και για να μας προλάβει να τον τρομάξομε σαν αυστηρό δάσκαλο, βγάζει αμέσως από τη τζέπη του μια σφαίρα περιστρόφου και με αυτή μας φοβέρισε με τα εξής λόγια:
– Ο διάολος θα τον πάρει εκείνον που θα τολμήσει να κάμει κάτι αναντίον μου, Αυτή θα του την ανάψω και όπου την πάρει.
Αφού μας έκαμε τις συστάσεις με τις φοβέρες κατόπιν μας παρέδωσε το πρώτο μάθημα. Το άλλο πρωί πριν χτυπήσει το κουδούνι κατατρομαγμένοι οι συμμαθητές μου, καθώς και εγώ, μαζεμένοι στην αυλή του σχολείου τα λέγαμε αναμεταξύ μας. Αφού από τώρα αρχίνησε τις φοβέρες αλίμονό μας, αλλά, κατά τα φαινόμενα, τους λέω, θα φύγουμε όλοι από το σχολείο και από στιγμή σε στιγμή περιμέναμε με καρδιοχτύπι ν’ ακούσουμε το κουδούνι της εισόδου. Δεν άργησε ν’ακουστεί και τότε όλα τα παιδιά μπήκαμε το καθ’ ένα στην τάξη του.
Σε λιγάκι μπαίνει κι ο δάσκαλός μας με τη βίτσα στο χέρι. Αυτό ήταν ικανό να μας τρομοκρατήσει και να χάσομε το θάρρος μας. Μήπως δεν είχαμε δίκιο; Η βίτσα μας βεβαίωνε τις χθεσινές του φοβέρες με τη σφαίρα. Πραγματικά δεν πέρασαν λίγες στιγμές και σηκώνει τέσσερις στο μάθημα. Πρώτος στη σειρά ήταν ο Τριαντάφυλλος που είχε το παρατσούκλι Έλλη. Κατά κακή του τύχη και για παράδειγμα στους μαθητές, την κρίση[24] που του ’καμε ξεπερνούσε όχι μόνο κάθε όριο βαρβαρότητας, αλλά και σαδισμού. Πρώτα άρχισε να τον χτυπά με τη βίτσα, μετά τον άρχισε με τις κλωτσιές και τις γροθιές, κατόπιν τον άρπαξε από τα μαλλιά και του χτυπούσε το κεφάλι στον τον τοίχο και του φώναζε Άξιος, Άξιος. Εν τω μεταξύ όμως ρουθούνια και δόντια τρέχαν ποταμός το αίμα, αλλά εκείνος με σφιγμένες τις γροθιές εξακολουθούσε να του λέει Άξιος, Άξιος. Τρομαγμένο το κακόμοιρο το παιδί φώναζε δυνατά «Άχχου , μάνα ησκότωσε μ-με ο δάσκαλος,άχχου μάνα». Όπου στις άγριες φωνές του αναστατώθηκε όλο το σχολείο και αμέσως οι δάσκαλοι έτρεξαν στην τάξη μας να δουν τι τρέχει. Την ίδια ώρα ο καλοκάγαθος παιδαγωγός το έβγαζε έξω από την τάξη, για να του σκουπίσει τα αίματα. Όταν είδαν την κατάσταση του παιδιού του ’καμαν παρατηρήσεις και περισσότερο ο Μελάς επειδή ήταν διευθυντής του σχολείου.
Η αιτία που έδειρε ο…τον Τριαντάφυλλο ήταν ότι δεν έκαμε καλή ανάγνωση. Με τέτοια συμπεριφορά του δασκάλου, που ’ταν πρώτη και πρόθυμη, ο κακομοίρης ο Τριαντάφυλλος δεν ξαναπάτησε στο σχολείο.
Ούτε οι παρατηρήσεις των συναδέλφων του, μετά την άπρεπη και βάρβαρη συμπεριφορά του, τον έκαμαν να συναισθανθεί το ύψος της αποστολής του και να κρατήσει μια στάση ανάλογη. Απεναντίας έγινε ανυπόφορος, γιατί κάθε φορά που οι μαθητές έλεγαν το μάθημα τους ρωτούσε κάτι το δύσκολο σκόπιμα να βρει αφορμή ν’ αρχίσει το βιολί του. Και δε σταματούσε σε αυτούς που με κλωτσές και γροθιές τους τάραζε στο ξύλο, αλλά από μανία να εκδικηθεί, με αφρισμένο το στόμα και αγριεμένο το βλέμμα έκαμνε ταυτόχρονα ερωτήσεις από τον πρώτο έως τον τελευταίο μαθητή να του απαντήσουν, πράγμα αδύνατον επειδή ήταν δύσκολο και τότε αρχινούσε να χτυπά στα κεφάλια και αλλού όλους με τη βίτσα, γιατί δεν του απαντούσαν. Μερικοί από τους μαθητές επειδή έβλεπαν ότι ήτο αδύνατον να παρακολουθήσουν ως το τέλος του χρόνου με τέτοιο δάσκαλο σταμάτησαν. Ένας από αυτούς ήμουν και εγώ.
Η μακαρίτισσα η μάνα μου, επειδή η σκέψη της ήτο να με σπουδάσει, σαν μοναχόμαιδο που ήμουν, και γιατί φαντάζετο πως δεν θα συναντούσα καμιά δυσκολία από χρήματα για τη σπουδή μου, τη μια με τη φοβέρα την άλλη με το καλό με έπεισε να γυρίσω πάλι στο σχολείο ύστερα από δυο μέρες. Την ημέρα που πήγα ο δάσκαλός μου με σήκωσε να του πω το μάθημα, αλλά σκόπιμα να βρει αφορμή να με συγυρίσει με τον τρόπο που τον ευχαριστούσε, σίγουρος πως δεν θα ήξερα τίποτα. Για να είμαι, όμως, και ειλικρινής εκτός του ότι βουβάθηκα, γιατί δεν ήξερα απολύτως τίποτα, στεκόμουν και σαν ηλίθιος από το φόβο μου. Εν τω μεταξύ ο δάσκαλος με εξέταζε δίχως να παίρνει απαντήσεις. Τότε κατεβαίνει από την έδρα πάει στο διευθυντήριο παίρνει το μπαστούνι του διευθυντή και κατόπιν μου λέει:
-Μίλα, βρε, γιατί μ’ αυτό θα σου σπάσω τα κόκκαλα.
Εγώ όχι μόνο δεν δεν του απάντησα από το φόβο μου, αλλά ήμουν σαν απολιθωμένος. Τότε με αρπάζει από τα μαλλιά και άρχισε να μου χτυπά το κεφάλι στον τοίχο. Μετά μου λέει: Άνοιξε τα χέρια σου… Το ξύλο που μου ’δωσε με το μπαστούνι ήταν τόσο που πρήστηκαν τα χέρια μου και οι πόνοι μου ήταν ανυπόφοροι, μα ο αλητήριος δεν εννοούσε να σταματήσει, παρά μόνο όταν με είδε άσπρο σαν τον τοίχο να τρέμω σαν σκυλί, φοβούμενος μην πάθω τίποτα, με παράτησε.
Ο καϋμός της μάνας μου ξεπερνούσε κάθε όριο λύπης για την κατάστασή των χεριών μου και γιατί της είπα πως δεν θα ξαναπατήσω στο σχολείο. Για να με κάμει να υποχωρήσω και να εξακολουθήσω πάλι μου λέει με παρακάλια:
-Μουρέ, το παι(δ)ί μ-μου, κάμε το σταυρό σ-σου, βάλε τη μ-Παναγιά και το Χριστό στο μυαλό σ-σου (ν)α πάεις στο σχολείο και ’γω θα πάω στο δ-δάσκαλό σ-σου και θα το μ-παρακαλέσω να μη σ-σε ξαναγείρει και ούτε να σε μαλλώνει».
– Μάνα δε βλέπεις τα χέρια μου που δεν ξεπρήσθηκαν, μόνο μου λέεις ξαναπάω; Βγάλε το από το μυαλό σου.
Το πρωί μόλις ξύπνησα βλέπω τη ν καλή σου μάνα να βγαίνει από τον αγομα[25].Της λέω: βρήκες πολλά αυγά;
-Εξη μόνο το παι(δ) μμου. Αυτά θα τα πάω στο δ-δάσκαλό σ-σου (ν)α του πω το μ-πόνο που αιστάνεται η ψυχή για σένα με την σκέψη πως θα παρατήσεις το σχολείο. Ίσως με λυπηθεί και (δ)ε σ-σε κακοπσάννει. Σκέψου, Νικόλα μου, πω σ-σε ’χω ένα γ-και θέλω να σε κάμω άθρωπο όπω σ-σου ’πα, φτάννει να ’μαι καλά. Στο αναμεταξύ μου λέει πάω και μη φύγεις ώσπου να γυρίσω.Στο γυρισμό της τη ρωτώ τί σου ’πε μάνα;
-Να πάεις το παι(δ)ί μ-μου, και από τώρα και στο εξής θα σε καλοβλέπει, έτσι μου ’πε, με το γέλιο στο στόμα».
– Δεν το καλοπιστεύω, μάνα, μα αφού το θέλεις θα πάω . Ξέρε το όμως ότι, αν μου κάμει τα ίδια είναι η τελευταία φορά.
Αλλά ούτε τα τόσα παρακάλια της καλής μου μάνας, που του φανέρωναν τη λαχτάρα και τον πόθο της να εξακολουθήσω το σχολείο, τον έκαμαν να αλλάξει. Τίγρης ήτο και τίγρης παρέμεινε.
Είναι αλήθεια ότι ο άνθρωπος το φυσικό του προτέρημα ή έλαττωμα δεν το αλλάζει,γι’ αυτό από την πέιρα βγηκε η κλασική παροιμία « Ό άνθρωπος δεν ξεχνά το χούι του παρά μόνο όταν μπει στον τάφο». Επομένως και με το δάσκαλό μου μπορούσε να γίνει αλλιώς, αφού η φύση έτσι τον προίκσε; Και αφού δεν ήτο δυνατόν να αλλάξει φυσικό ήτο να σταματήσω όχι μόνο εγώ, αλλά από τα σαράντα παιδιά στο τέλος του χρόνου να μείνει μόνο με δέκα. Αυτό είναι το πορτραίτο του αείμνηστου αυτού φωστήρα της παιδαγωγικής.
Ίσως βρεθεί κάποιος από τους αναγνώστες να με κριτικάρει σ’ αυτά που γράφω για τους τρεις δασκάλους, και πως ο τρόπος της παιδαγωγικής θα ’ταν τότε τέτοιος οπότε είχαν δίκιο. Ας δούμε όμως κατά πόσο μια τέτοια κριτική στέκει λογικά.
Αν όντως ο τρόπος της παιδαγωγικής ήταν τέτοιος που τους επέτρεπε να τιμωρούν με ξύλο και νηστεία, χάρις στην πρόοδο των μαθητών, θα το επέβαλλαν σε ορισμένο σημείο. Γιατί το να τιμωρήσει ο δάσκαλος το μαθητή δεν σημαίνει ότι πρέπει και να τον λυντσάρει. Μα και ακόμα αν είχε το δικαίωμα να το κάμει πρέπει να ’σαι κακούργος και όχι δάσκαλος. Άρα οι τιμωρίες που εξακολουθούσαν να κάμνουν σε παιδιά δέκα χρόνων δεν είναι ότι ο τρόπος της παιδαγωγικής που τους ανάγκαζε, αλλά η κακούργος φύση τους. Επομένως δεν έχω άδικο για όσα τους γράφω. Έτσι ο νεοφώτισμος δάσκαλός μου έγινε αφορμή να χάσουν τη χρονιά τους τόσα παιδιά, καθώς και ’γω και τα περισσότερα ολωσδιόλου το σχολείο.
Η μακαρίτισσα η μάνα μου επειδή δεν κράτησε το λόγο του για τα όσα της υποσχέθηκε για μένα, αγανακτησμένη μαζί του μου λέει:
-Μουρέ, το παι(δ)ί μ-μου, ’φτος είναι κακούργος, που να μη ν-το ν-εύρει άλλος χρόνος, και κοίταξε να μελετάς για τη ν-άλλη χρονιά. Δε μ-πειράζζει που θα ’σαι στη ν-ίδια τάξη, μικρός είσαι ’κόμη».
-Καλά, μάνα μα αν είναι ο ίδιος;
-«Ε’ τότε θα κάμω παντείου τρόπου[26] (ν)α σε στείλω σε άλλο δ-δάσκαλο.
– Άκουσε να σου πω μάνα, θέλεις να διαβάζω και να πάω το ερχόμενο στο σχολείο; Είναι από τώρα να φροντίσεις να βρεις χωράφι για το καλοκαίρι.
– «Μουρέ, γι αυτό χολιάς; Το χωράφι το βρα κιόλας και στο μέρος που ’θελα, στο ν-Αρχάτζιελο, δίπλα στο μ-Παρα(δ)είση».
Η βεβαίωση της μάνας μου ότι το καλοκαίρι θα πάμε εξοχή με ευχαρίστησε και για να της δείξω πως δε της χαλώ χατήρι παίρνω το βιβλίο όπου αρχινώ το διάβασμα Από τη χαρά της που με ’δε να διαβάζω,με αγκάλιασε και με φιλούσε,γαιτί όπως είπα ποθούσε να με δει μια μέρα σπουδασμένο. Εγώ πάλι από τον καιρό που έφυγα από το σχολείο ως την ημέρα που πήγαμε Μπροστά άλλο δεν άκαμνα παρά να διαβαζω.
Όταν πήγαμε στη εξοχή να περάσουμε το καλοκαίρι γειτόνισσά μας είχαμε κάποια Καλή Μιλλίρη ή Ζηρούνενα από την Πόθια. Αυτή είχε πέντε παιδιά, το ένα κοριτσάκι και τα άλλα αγόρια. Με το ένα που το ’λεγαν Γιάννη γίναμε αχώριστοι φίλοι επειδή ήμαστο σε μια ηλικία. Όλοι τους με αγαπούσαν αν και δεν τους άφηνα σύκο ή φραγκόσυκο προφαντό, επειδή ήμουν αραντάριστος. Η αγάπη όμως του Γιάννη ήταν ξεχωριστή για μένα. Κάθε πρωί ξυπνούσε από ’νωρίς και μου ’φερνε φραγκόσυκα σύκα μαρίσυκα και λαϊνάτα, επειδή το χωράφι μας είχε μόνο γλυκόσυκα, να τρώω μόλις ξυπνώ. Ζαχαρένια η καρδιά του γι’ αυτό δεν άργησα να τον αγαπήσω πιο καλά και από τον εαυτό μου. Η μάνα του, μια ηλικία με τη δική κι ένα όνομα είχαν, μονάχα στο ανάστημα ήτο λίγο πιο κοντή και χοντρή, αλλά νοστιμούλα και καλόκαρδη, γιατί κάθε φορά που μιλούσε το γελιο δεν έλειπε από το στόμα της.
Το κέντρο μας για κάθε παιχνίδι ήτο το απέξω μέρος της αυλής του Αρχαγγέλου, το σημερινό αμπέλι του Σπύρου του Σαρούκου. Εκεί μαζευόμαστο όλα τα παιδά που μέναμε στην περιοχή του Αρχαγγέλου και παίζαμε διάφορα παιχνίδια τα οποία αναφέρω πιο, πάνω.
Ο Γιάννης, ο νέος μου σύντροφος, που δεν ήθελα να χάσει τη συντροφιά μου μ’ ακολουθούσε όπου κι αν πήγαινα, αλλά και η μάνα του μου ’λεγε να τον παίρνω μαζί μου γιατί δεν γνώριζε κανένα κατοικούσαν στη Πόθια. Η καλοσύνη, λοιπόν, του Γιάννη ήταν τέτοια που έκαμε να στους άλλους συντρόφους μου να τον βάλουμε στη συντροφιά μας όπου και τον δέχθηκαν με χαρά. Πόσο καλή ήταν και η μάνα του! Ποτέ της δεν με μάλωσε και ούτε παραπονέθηκε στη μάνα μου για ό,τι έκανα με αυθαιρεσία στο χωράφι. Απ’ εναντίας, την άκουσα να λέει στα παιδιά της, χωρίς να με προσέξει, να μην μου μιλούν όσες φορές κόβω φραγκόσυκα ή σύκα. Αγαπούσε δε και τη μάνα μου εξαιρετικά και σαν απόδειξη είναι πως όταν πέρασε της Παναγιάς της λέει:
-Καλλιόπη, εγώ θα πάω στο σπιτάκι μ-μου επειδή σύκα (δ)εν έχει. Θα μείνεις ’κόμη ή θα φύ(γ)εις και συ:
-Αφού .Καλή μου θα φύ(γ)εις και εγώ ίντα που θα κάμω, θα ’πομείνω;
– Μαρή, Καλιόπη, άκουσε το λοιπόν να σου πω. Α ν-ήμαστε καλά το καλοκαίρι που θα ρτει μη γ-και τυχό, γ-κακομοίρα μου, και παέις αλλού, αλίμονό σ-σου. (Δ)ε ν-είναι παράξενο (ν)α ρτεί κα(ν)ένα στραβόξυλο και να μου κάμει μουζζωμένο καλοκαίρι, (θ)α σε γιω θέλω.
– Μαρή, παλλαβή είσαι μαθέ, ούλα τα καλοκαίρζα μάζζι θα τα κάννομε ώσπου να ’μεθα καλά, γιατί, μαρή Καλή, (δ)ε σ-σε ’λλαζζω με καμιά ν-άλλη για συντρόφισσα.
– Τότε, Καλλιόπη μου, αύριο θα χαλάσουμε τις καλύβες θα πούμε και ’πο του χρόνου, θα ’ποχαιρετιστούμε και θα πάει η κάθε μια στο σπιτάκι ν-της.
Και έτσι έγινε, από πολύ νωρίς ξύπνησε η μια την άλλη και χάλασαν τις καλύβες. Κατόπιν κουβαλήσαμε με τη μάνα μου και ’κείνη με τα παιδιά της τους παλούκους στο σπίτι μας στο χωριό, για να τους έχουμε πάλι τον άλλο χρόνο. Όταν τους κουβαλήσαμε η μάνα του Γιάννη φωνάζει της δικής μου.
-Έλα, Καλλιόπη, (ν)α χαιρετιστούμε και (ν)α πούμε τ’από χρόνου».
– Μή βζαζζέσαι ,Καλή, τζιο μου ’πομείνασι, (α) τους βάλω στο κατώι κι έρχομαι.
-Καλά, λιμένω[27] σε.
Όταν τους τοποθέτησε πήγε να χαιρετιστούνε και τότε με φωνάζει:
-Νικόλα, έλα (ν)α χαιρετίσεις το φ-φίλο σ-σου, τη μ-μάνα ν-του και τα α(δ)έρφσα του.
Πρώτος μου ρίχτηκε στο λαιμό ο σύντροφός μου, κατόπιν τον αγκάλιασα και ’γω και αγκαλιασμένοι όπως είμαστο φιλούσαμε ο ένας τον άλλο με λαχτάρα για τον αποχωρισμό μας, δίχως να θέλουμε να χωριστούμε. Τέτοιο αίσθημα αγάπης δημιουργούσε η συντροφιά μας.Τότε οι μανάδες μας με συγκίνηση μας λένε:
-Μουρέ, καλά ’ναι πλιο», αλλά ο Γιάννης δεν εννοούσε να φύγει από την αγκαλιά μου, οπότε του παίρνει το χέρι η μάνα του και του λέει:
-Μουρέ, άστο μ-πλιο να χαιρετίσει και τ’ α(δ)έρφσα σου… και τότε με άφησε. Φιλήθηκα με όλους και στο τέλος σαν καλές συντρόφισσες είπαν τ’ από χρόνου, αφού φίλησε η μια την άλλη. Και με τους τρεις μου συντρόφους, που τους ονομάζω πιο πάνω, καθώς και με τον Γιάννη, πέρασα ευχαριστημένο καλοκαίρι, γιατί όσα λαχταρούσε η καρδιά μου τα βρήκε και τα χόρτασε γι’ αυτό μου μένει και αξέχαστο.
Άμα έφυγε η γειτόνισσά μας με τα παιδιά της η μάνα μου με φωνάζει να φάω και να κοιμηθώ, αλλά εγώ, για να βρω τους συντρόφους μου και να παίξω, κάτι που με ευχαριστούσε, παίρνω ένα κομμάτι ψωμί και πέντεξη βεργάκια ντομάτα και φεύγω. Τον πρώτο που αντάμωσα ήτο ο Θεοφίλης της Αβάρας, έπειτα βρήκαμε και τους άλλους και μαζί τραβήξαμε στο συνηθισμένο παιδικό μας κέντρο. Εκεί συναντήσαμε πολλά γνωστά παιδιά και αρκετούς συμμαθητές μας συναγμένους σωρούς να λένε πως πέρασαν το καλοκαίρι και άλλους να συζητούν για τους φετινούς δασκάλους.
Αφού τους είπαν όλους, ξεπετάχθηκε ένας και λέει ότι ξεχάσανε ακόμα ένα, το Φιάκα. Τότε εμείς ρωτήσαμε ποιος είναι αυτός; Ένας νεοφερμένος, μας είπε ένα παιδί, άκουσα πως είναι λίγος καιρός που ’ρθε από την Αθήνα με ημίψηλο, με μπαστουνάκι στο χέρι, καλοντυμένος και με κατσαρά μαλλιά. Πες μας, λοιπόν, το όνομά του, του λέμε.
-(Δ)ενε ξέρω πως τον λέσι, μας απαντά, το μόνο που έχω να σας πω είναι ότι τονε λέσι Φσάκα.
Αφού παίξαμε και είπαμε ό,τι ήξερε ο κάθε ένας γύρω από την παιδικη μας ζωή λέω στην παρέα μου: Δεν πάμε να φάμε και το δραδυνό γυρνούμε πάλι; Και δεν πάμε μου απαντούν και αμέσως ξεκινήσαμε. Ό ταν πήγα στο σπίτι μου ρωτώ τη μάνα μου:
-καλέ δεν μου λεεις ποιος είναι αυτός ο νεοφερμένος δάσκαλος με το ημίψηλο, καλοντυμένος, με κατσαρά μαλλιά που κρατεί και μπαστουνάκι;
– Μουρέ, φτός (δ)εν είναι δάσκαλος, ηπάαιννε (ν)α (γ)ενεί γιατρός μα ξαφνικά ηπέθανε ο πάρβας του ο Δεσπότης και (δ)εν ημπόρεσε να (γ)ενεί, γιατί του λείπαν οι παρα(δ)ες. Το όνομά του είναι Μικές Σκαρούλλης. Όπως φαίνεται το λ-λυπηθήκασι και τονε βάζου δ-δάσκαλο. ’Ηκουσα, γιε μου, πως θα σε κρατεί».
-Πως τονε βλέπεις, μάνα, θα’ ναι καλός;
– Πσός τονε ξαίρει, το παί(δ) μ-ου».
Οι μέρες περνούσαν ,η μια κατόπιν της άλλης αδιαφόρητα, επειδή με το παιδικό μας μυαλό βυθισμένοι στα παιχνίδια δεν ήτο δυνατό να σκεφθούμε πότε θα ανοίξουν τα σχολεία. Ξαφνικά, ένα βράδυ, όταν πήγα να πλαγιάσω η μάνα μου με ρωτά:
-Ξέρεις το Νικόλα πως ο δάσλκαλό σ-σου είναι ο Σκαρούλλης και τη Δευτέρα, δηλαδή ύστερις ’πο τρεις ημέρες θα ννοίξου ν-τα σχολεία; Θα σε γιω φέτος πόσο θα μελετάς, φτο είναι το σωστό, γιατί το ’κουσα ’πο το στόμα του δασκάλου του Μελά που το ν-ηρώτησε η μάνα του συντρόφου σου του Μονοκάντηλου».
-Μη σε νοιάζει, μάνα, φέτος θα μελετώ και θα βγω πρώτος, μόνο θέλω να μην είναι και αυτός ο δάσκαλος όπως οι άλλοι τρεις.
Ήρθε και η μέρα της εγγραφής που όλα τα παιδιά, καθώς και ’γω πήγαμε να εγγραφούμε το κάθε ένα στην τάξη που ανήκε. Όταν άρχισαν τα μαθήματα εκείνο που μου έκαμε εντύπωση ήτο ότι ο δάσκαλός μου δε κρατούσε βίτσα και αυτό βέβαια μου ’δωσε θάρρος πως δεν θα μοιάζει με τους άλλους τρεις. Πραγματικά, όπως αποδείχτηκε, δεν μπορώ να τον παρομοιάσω με τους άλους τρείς, ούτε βέβαια στην καλωσύνη με τον Μεθόδιο Τσουκαλά, αλλά και μήτε κακό επειδή κάποτε κάποτε μας ξυλοκοπούσε.
Με το να υποσχεθώ στη μάνα μου πως φέτος θα βγω πρώτος, καθώς και με τη συμπεριφορά του δασκάλου ήρθα πρώτος. Όμως ο δάσκαλός μου, ενώ φανερά το ’λεγε στην τάξη και στους άλλους δασκάλους πως είμαι πρώτος, στις εξετέσεις με αδίκησε και αντί εμένα φώναξε πρώτο τον Νικόλα Καβουκλή, γιατί ήταν γιος δασκάλου. Το αδίκημα με επαναστάτησε, διαμαρτύρομαι στο δάσκαλό μου με κλάμα και με άρνηση να πω μάθημα, αλλά φωνή βοώντος εν τη ερήμω. Οπότε αγανακτισμένος με τη στάση του και με το δίκιο μου έγινα τόσο πεισματάρης που με όλες τις παρακάλιες της μάνας μου και του δασκάλου μου να πάω δεύτερος στάθηκε αδύνατον. Γι αυτό όμως δεν κακίζω το δάσκαλό μου, μικρό το κακό. Έπειτα αυτός δεν φταίει, υπέυθυνη είναι η κυβερνώσα τάξη ανά τον κόσμο, πλασμένη για κάθε είδους αδίκημα. η οποία εδημιούργησε μια σάπια κοινωνία στο σύνολό της, εκτός από ένα ελάχιστο ποσοστό προικισμένο με ευγενικιές και ηθικές αρχές. Πάνω σ’ αυτό Χριστός μας δίδαξε «Δικαιοσύνην μάθετε οι ενοικούντες επί της γης». Δηλαδή δεν υπάρχει άλλο πράγμα πιο ηθικό, πιο ιερό, πιο άγιο από τη δικαιοσύνη. Δκαιοσύνη θα πει αλήθεια και αλήθεια θα πει Θεός. και ο Θεός μας συμβουλεύει να γίνομε δίκαιοι. Αλλά πού η δικαιοσύνη; Παρ’ όλα αυτά ας το καταλάβουν πως δεν θα αργήσει…
Πέρασε και αυτός ο σχολικός χρόνος χαρούμενος, γιατί ο δάσκαλός μου δεν ήταν σαν τους άλλους. Ήρθε το καλοκαίρι και η ζωή μου δεν άλλαξε από την περσινή. Τέλος έφθασε και ο Σεπτέμβρης που μας αναγγέλλει το άνοιγμα του σχολείου και τίποτα άλλο δεν με βασάνιζε παρά ποιος δάσκαλος θα με κρατούσε. Ο πόθος μου να τον μάθω μου γινόταν αγωνία και κάθε φορά που συναντούσα παιδιά της τάξης μου η πρώτη μου δουλειά ήτο να τα ρωτήσω ποιος δάσκαλος θα μας κρατούσε. Η μακαρίτισσα η μάνα μου αν και αγράμματη κατάλαβε τι με βασανίζει και μου λέει:
-΄Ιντα πού ’χεις, το παι(δ)ί μμου, σα μ-παράξενο σε βλέπω φτες τις μέρες.
-Τίποτα ,μάνα.
– Ψέματα μου λέεις Νικόλα.
– Καλέ, αφού το ξέρεις, σκαρμωμένος από τους πρωτινούς δασκάλους αγωνιώ να μάθω, αφού κάθε φορά αλλάζω δάσκαλο, αν είναι καλός.
Σε λίγες ημέρες άνοιξαν τα σχολεία και όταν πήγα για εγγραφή, τότε έμαθα το δάσκαλό μου, μάλιστα τον είδα κατά πρόσωπο. Ήταν μέτριος στο ανάστημα, αδύνατος στο σώμα, με πρόσωπο λίγο χλωμό στις άκρες του μετώπου του, φαλακρός με μάτια λίγο μικρά μεν, αλλά διαπεραστικά και το χαμόγελο δεν του ’λειπε από το στόμα. Το όνομά του ήταν Σάσας Μπιλλίρης. Δεν ήταν σπουδασμένος δάσκαλος. Φοίτησε στο Πανεπιστήμιο στον κλάδο της Ιατρικής και επομένως δεν πέρασε φιλολογία και παιδαγωγική, που ανήκουν στους φιλολόγους και δημοδιδασκάλους, όμως μπορώ να πω πως όχι μόνο ξεπερνούσε κάθε σπουδασμένο δάσκαλο από τη μεριά της παιδαγωγικής, αλλά κατείχε το ρεκόρ σε σύγκριση με τους τότε ακόμα δε και από τους σημερινούς νέους του νησιού μας.
Τί κι αν σπουδάζει κανείς παιδαγωγική και άλλα ανώτερα μαθήματα που χρησιμεύουν αποκλειστικά μόνο για τη μόρφωση και διάπλαση του χαρακτήρα των παιδιών, όταν από τη φύση είναι πλασμένος αντίθετα με εκείνα τα οποία σπούδασε και μελετά ακόμη, τουτέστιν είναι κακός; Και αυτό το επικυρώνει το αρχαίο ρητό «φύσιν πονηράν μεταβαλείν ου ράδιον».
Σ’ αυτόν, λοιπόν, το νέο δάσκαλο, που η παρουσία του προσώπου του έδειχνε άνθρωπο κουρασμένο από τις συνθήκες στις οποίες βρέθηκε και φαινόταν χωρίς καμιά διάθεση να κάμει το καθήκον του, όπως του επιβάλλετο, μέσα του άναβε φλόγα από ζήλο προς αυτό.
Έγινε ακούραστος εργάτης στο να αναπτύξει και να μορφώσει προς το καλό και το ηθικό κάθε παιδική ψυχή. Πάει να πει, λοιπόν, πως το σώμα του το φτιαγμένο με οργανικές αδυναμίες, μέσα του, είχε μεγάλη δύναμη καλού και γι’ αυτό βρήκε δίχως καμιά δυσκολία τον καλύτερο τρόπο παιδαγωγικής μεθόδου, αντίθετα με τους άλλους, εκτός από τον Μεθόδιο. Και με τον τρόπο αυτό μας έδινε το δικαίωμα όταν έμπαινε στην τάξη να αισθανόμαστε χαρά, επειδή μας συμπεριφερόταν σαν σύντροφος και να θεωρούμε τους εαυτούς μας ευτυχισμένους. διότι η τύχη μας βρήκε ένα τέτοιο δάσκαλο.
Τέτοιοι δάσκαλοι δεν πρέπει να περνούν στο περιθώριο της λησμονιάς, αλλά να τους δίνεται τιμητική θέση και να γράφονται στο πάνθεον των ηρώων του πολιτισμού και της Παιδείας για τη συνεχή και ακούραστη συνειδητή εργασία την οποία με πολύ κόπο πρόσφεραν στην κοινωνία. Του δίνω την τιμητική αυτή θέση, γιατί του πρέπει και με ευλάβεια κι ευγνωμοσύνη προφέρω το αιωνία του η μνήμη.
Με τέτοιο δάσκαλο ο σχολικός χρόνος μου ήτο απ’ όλους εξαιρετικά ευχάριστος διότι δεν είχε κάτι να μας φοβίσει ή τουλάχιστο να μας δυσαρεστήσει. Η συμπεριφορά του και η ακούραστη διδασκαλία του μας υποχρέωνε με ευλάβεια να τον ακούμε χωρίς τον παραμικρό ψίθυρο. Η διδασκαλία του ήταν έξοχη και πάρα πολύ ωφέλιμη, γιατί μορφωνόμαστε και εγκυκλοπαιδικά και όχι στερεότυπα όπως με τους άλλους δασκάλους. Το θεωρούσε ηθική υποχρέωση και καθήκον , όπως μας έλεγε, κάθε μέρα να μας διαβάζει πότε περικοπές από τον Όμηρο, που μας τις εξηγούσε και ανέπτυσσε και πότε να μας μιλά για τον Νικήτα, τον κατάσκοπο στη Βουλγαρία[28]. Όταν είχαμε νεοελληνικά μας διάβαζε περικοπές από τον Γιάννη Αγιάννη του Ουγκώ και διάφορα ποιήματα, όπως του Κατσαντώνη, τη φυγή του Ομέρ Βρυώνη, της Δέσπως, του Βρυκόλακα και άλλα που εξυμνούσαν τον ηρωισμό και την αυταπάρνηση της φυλής μας για τη λευτεριά, μα και άλλα που στιγμάτιζαν τους προδότες. Μας τα διάβαζε με το πνεύμα να μας μείνει άσβηστη η αγάπη για την πατρίδα, να μας μείνουν ριζωμένα βαθειά στη ψυχή μας το μίσος και η απέχθεια της προδοσίας και να μας αναπτύξει το πνεύμα με την εγκυκλοπαιδική μόρφωση. Στο τέλος μας διάβαζε την καλύτερη από τις εκθέσεις μας για παράδειγμα να γίνομε, λέει, όσο μπορούμε προς την κατεύθυνση αυτή καλύτεροι.
Αυτό είναι το πορτραίτο του αείμνηστου δασκάλου μου, του Σάσα Μπιλλίρη.
Σ’ αυτό το χρόνο οι εξετάσεις έγιναν γραπτές και όχι προφορικές όπως άλλες χρονιές, το γιατί δεν το ξέρω. Και όσο για τα αποτελέσματα της τάξης μου ήταν παραπάνω από καλά, γιατί κανένας δεν έμεινε στάσιμος.
Η μακαρίτισσα η μάνα μου, επειδή έβλεπε να προοδεύω και όπως το ανέφερα μοναδικός της πόθος ήτο να σπουδάσω, δεν ήξερε τί να κάμει για να με ευχαριστήσει, και ό,τι κι αν έκανα στραβά πάντα της φαινόνταν ίσια και δεν μου μιλούσε, ώσπου κατάντησα ξεχαδεμένο παιδί. Πολλές φορές οι γειτόνισσες με, με το δίκο τους, της έλεγαν:
-Καλλιόπη, φτό μ-που κάννεις στο παι(δ)ί σσου (δ)ε ν-είναι καλό. Ηχάλασές το και θα το χαλάσεις ’κόμα πσο πολύ».
-Α΄ούλα κι ούλα, απαντούσε η μάνα μου, είμαι μάνα χαροκαμένη. Εφτά γέννες ήκαμα και ηγλύτωσα μόνο φτο και ότα μ-μου πεθάνει και φτο θα ’πομείνω σα ν-τη κουτρούλλα[29]. Χαρά στη μ-προξενιά σσας. Καλονεθρέψετε τα (δ)ικά σας τα παιτζιά και για το (δ)ικό μ-μου η σ-σας μέλλει».
Μα την αλήθεια πόσο κακό κάμνουν οι γονείς στα παιδιά τους όταν με την αγάπη τους τα σπρώχνουν στο ξεχάδεμα. Είναι το πιο κακό ελάττωμα, γιατί μπορεί να φέρει πολλά κακά, όπως το λέει και το αρχαίο γνωμικό «ενός κακού δοθέντος μύρια έπονται» οπότε οι γονείς μετανοούν, αλλά είναι πια αργά. Και σαν παράδειγμα βάζω τον εαυτό μου και τη μάνα μου.
Όπως είπα ήμουν ξεχαδεμένο παιδί, γιατί έτσι με ανέθρεψε η μάνα μου, μέχρι που έγινα ανυπόφορος στις απαιτήσεις μου. Μια μέρα πριν το Σάββατο της λέω:
-Μάνα, δεν θα ζυμώσεις κρίθινα ψωμιά αυτή την εβδομάδα. Θα αγοράσεις αλεύρι να φάω άσπρο ψωμί, που το λαχταρώ. Άκουσες, μάνα; Μην κάμεις αυτό που σου σου ’πα και θα δεις τι θα κάμω.
Το Σάββατο νωρίς πήγα με τους φίλους μου στο γιαλό και η μάνα μου ζύμωσε πάλι κριθαρένια, γιατί δεν ήταν δυνατό να υποχωρήσει αυτή τη φορά, αφού θα αχρήστευε είκοσι κιλά τούρκικα κριθάρι, τα οποία κάμνουν 480 χιλιόγραμμα, γιατί εκείνη τη χρονιά είχαμε σπορά όπως συνήθιζαν τότε όλοι οι άνθρωποι να σπέρνουν. Όταν γύρισα στα βραδυνά είχα μαύρη πείνα. Δεν βρήκα τη μάνα μου, μπήκα στο σπίτι και βλέπω στην τάβλα να είναι αραδιασμένα κρίθινα ψωμιά. Από το κακό που με έπιασε παίρνω το σκαμνί πατώ πάνω και τα κατεβάζω όλα. Ήταν ζεστά ακόμα και με πείσμα, γιατί δεν έκαμε την όρεξή μου αρχινώ να τα τσουλλοπατώ ώσπου τα έκαμα μια γλύτσα. Σ’ αυτό το αναμεταξύ νάσου και με προφθάνει η μάνα μου. Όταν είδε τα καμώματά μου. όση αγάπη μου είχε τόσο σκληρή και άπονη μου φάνηκε. Χωρίς να μου πει το παραμικρό, κλείνει την πόρτα, διπλώνει ένα σχοινί και με αρχινά, που σε πονεί και που δεν σε πονεί. Μου μαύρισε τα κρέατα και με παράτησε μόνο όταν με άφησε αναίσθητο. Τη στιγμή όμως που με είδε λιπόθυμο άρχισε τα κλάματα και τις φωνές ζητώντας βοήθεια, για να με ξαναφέρει στις αισθήσεις μου. Όταν άνοιξα τα μάτια μου είδα γεμάτο το σπίτι από γειτόνισσες. Σηκώθηκα και κάθισα στο σκαμνί. Η μάνα μου με δακρυσμένα μάτια από το κλάμα μου λέει :
-Καλά σε το παι(δ)ί μ-μου;».
-Καλά θα σε διορθώσω της λέω…
Σε λιγάκι έφυγαν οι γειτόνισσες και μόλις κατάλαβα τον εαυτό μου καλά, με ένα σάλτο βρίσκομαι στο δρόμο. Θα τη σκότωνα με τις πέτρες αν δεν κλειόταν μέσα στο σπίτι και θα σπούσα τις πόρτες αν δεν περνούσε ο Πολιτάρχης[30] που ήταν το φόβητρο των παιδιών της ηλικίας μου και σε μεγαλύτερα ακόμα. Τότε βρήκε ευκαιρία η μάνα μου όπου με κυνήγησε να με πιάσει, αλλά πού; έτρεχα σαν ελάφι και καθώς έτρεχα άκουγα τις φοβέρες της.
-Έννοια σου, Νικόλα, με δε φταίεις εσύ, εγώ φταιώ, αλλά πού θα μου πάεις (δ)ε θ-θα σε πσάσω. Το βρά(δ)υ που θα (γ)υρέψεις μονή[31], κακόμοιρος που ’σαι, όξω θα σε κλείσω.
Ύστερα από αγανάκτηση που ’χε μαζί μου, όταν είδε πως από φόβο δεν πήγα στο σπίτι, άμα νύχτωσε, χάλασε τον κόσμο να με βρει. Και όταν με βρήκε μου φωνάζει:
– Έλα, Νικόλα μου, και μη φ-φο(β)άσαι,(δ)ε σ-σε γέρνω, έλα το παι(δ)ί μ-μου μη με τυραννείς.
-Μάνα θα ρθω, αλλά αν με δείρεις θα κόψω από το σπίτι και δεν θα με ξαναβρείς. Έτσι υποχώρησε, γιατί δεν μπορούσε να κάμει και αλλιώς.
Να τα αποτελέσματα της ξεχαδεμένης ανατροφής, επομένως οι γονείς πρέπει να πάρουν στο σημείο αυτό, στα σοβαρά τα παιδιά και να το προσέξουν ώστε να μην βρεθούν κάποια ώρα εκτεθειμένοι …-
Εδώ σταματά απότομα η αφήγηση. Κρίμα…
[1] Κατοικία-στρατώνας.
[2] Πολύ ζωηρός
[3] δεκάρα
[4] Αυτό το Κουσαϊνη ή Κουτσαίνη, τον συλλάβανε οι Ιταλοί οταν ήρθαν στην Κάλυμνο μεσα σε μια σπηλιά, το σπήλιο του Μαράκου, που είχε κρυφτεί κοντά στον αρχαιολογικό χώρο του Χριστού της Ιερουσαλήμ και χάθηκαν τα ίχνη του. Άφησε πολύ κακό όνομα και τον αναφέρει ένα τραγούδι εκείνης της εποχής για γεγονός της άφιξης των Ιταλών. στο οπαίο εκφράζεται η χαρά και η ανακούφιση των κατοίκων της Χώρας για τη σύλληψή του Λένε οι στίχοι «…Εις το σπήλιο του Μαράκου έφθασε ο Ιταλός και’πιασε Κουταϊνη, Δόξα να΄χει ο Θεός».
[5] Τότε και για πολλά ακόμα χρόνια, οι χοίροι και οι κότες κυκλοφορούσαν ελεύθερα στους δρόμους.
[6] Είχε γίνει παλιά σ’αυτόν φονικό και το ιθεωρούσαν στοιχειωμένο.
[7] Δηλαδή του έλεγε να περάσουν κάνοντας γύρω από τη Χώρα, αντί από τα κεντρικά που ήταν , άλλωστε, και πού μικρότερη η απόσταση. Φαίνεται σκόπευε να επιτεθεί στον Κουσαίνη σε απόμερο σημείο.
[8] Πουκαμίσα ήταν ένα μονοκόμματο ριχτό ρούχο, μια μονοκόμματη ρόμπα, που αποτελούσε τη βασική ενδυμασία των μκρών παιδιών.
[9] από εδώ
[10] Πολύ νευριασμένη
[11] το έβαλε στα πόδια
[12] Περιγραφή αυτών των παιχνιδιών και άλλων βλ. Νικήτα Καραφυλλάκη «Πααίννετε α παίξετε». Καλυμνιακά Χρονικά,τομ.ΙΔ΄,σ.290-327.
[13] κολυμπά
[14] Ο Ιούλιος
[15] μπάνια στη θάλασσα.
[16] εξοχική περιοχή της Καλύμνου.
[17] Όξω σημαίνει στη Χώρα που παλιά τη λέγανε Όξω, δηλαδή έξω από το Κάστρο.
[18] εκεί πέρα
[19] λυπημένα
[20] Σήμερα στεγάζει το Ιστορικό Αρχείο του Δήμου Καλυμνίων
[21] Το δηλητήριο στρυχνίνη
[22] καρούμπαλους
[23] Ελαφρύς, αστατος
[24] τιμωρία
[25] κοτέτσι
[26] Παντός τρόπου=με κάθε τρόπο
[27] σε περιμένω
[28] Νικήτας Δαβίδ καταγόταν από την Παφλαγονία και γεννήθηκε γύρω στο 880-890 .Έγινε γνωστός στο πολιτικό προσκήνιο από την αντίθεσή του για τον τέταρτο γάμο του αυτοκράτορα Λέοντα ΣΤ΄. Κατηγορήθηκε ως κατάσκοπος των Βουλγάρων και φυλακίσθηκε. Άφησε συγγραφικό έργο. Πέθανε μεταξύ των ετών 947-950.
[29] έρημη
[30] Ο Μιχαήλ Πολιτάρχης εκτελούσε κατά ένα τρόπο χρέη παιδονόμου στη Παναγία τωνΤσουκουώ, όπως και στην γύρω περιοχή και ήταν ο φόβος και ο τρόμος των παιδιών, αλλά και μεγάλων.
[31] κρεββάτι
