Από το σκαμνί στη Λαμπρέττα (Η αυτοβιογραφία ενός Οδηγού). -Του Νικήτα Καραφυλλάκη

275
Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι %CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B1%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%B7%CF%82-%CF%86%CF%89%CF%84%CE%BF-%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CF%82.jpg
*Νικήτας Σκ.Καραφυλλάκης, Εκπαιδευτικός, Σπούδασε στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και Μαράσλειος Παιδαγωγική

Το πρώτο όχημα που οδήγησα στην καρδιά του πολέμου, σε ηλικία τριών χρόνων, χωρίς ταυτότητα, δίπλωμα και τροχούς, ήταν ένα άδειο κονσερβοκούτι από εκείνα που μας “χάριζαν” οι κατακτητές, αφού έτρωγαν το περιεχόμενό τους, όπως μας έλεγαν οι γονείς. Μου το τρυπούσαν με καρφί σε μια από τις δύο μικρότερες πλευρές του. Το έδενα μ’ ένα σπάγγο και το έκανα καροτσάκι. Το φόρτωνα με άμμο, χώμα, πετραδάκια ή νερό και το έσερνα μέχρι τη θέση, όπου, μαζί με φίλους, θα χτίζαμε τοίχους, αυλές και σπιτάκια. Συχνά, όταν οι ανάγκες σε οικοδομικά υλικά ήσαν μεγαλύτερες, κατασκεύαζα τρενάκι, δένοντας κι άλλα παρόμοια βαγονάκια πίσω από το πρώτο.

Λίγο αργότερα μ’ άρεσε να οδηγώ αναποδογυρισμένα σκαμνάκια στην αυλή του σπιτιού μας, με επιβάτη μια μικρότερη αδελφή ή έναν φίλο, τον οποίο έπρεπε να περιφέρω στην “πίστα οδηγησης”, για να αλλάζουμε ρόλους και να νιώθουμε και οι δυο μας τη διπλή χαρά, μέσα κι έξω από το …ταξί. Τα κατασκεύαζε ο πατέρας, ο οποίος ήταν ξυλουργός, και τα ενίσχυε με χοντρά πόδια για ν’ αντέχουν! Σ’ αυτά τα σκαμνάκια που ήταν ισάριθμα με τα μέλη της οικογένειας καθόμασταν γύρω από τον σουφρά για φαγητό, ή για να ακούμε ωραία παραμύθια από τη γιαγιά μας, τη Νίκη. Ο πατέρας μάς θύμωνε, γιατί τον υποχρεώναμε συχνά να τα συντηρεί και να τα επισκευάζει από τις… μηχανικές τους βλάβες, τις “εξαρθρώσεις” των ποδιών τους!

Το πρώτο μέσο οδήγησης και μεταφοράς επιβατών.

Ένα άλλο όχημα που επιθυμούσα να ιππεύω ήταν το καλάμι ανάμεσα στα πόδια, ή να οδηγώ ένα μεγάλο κλαδί χουρμαδιάς, λυγισμένο μπροστά, για να μη σκοντάφτει σε λακκούβες ή πέτρες στους χωμάτινους ή λιθόστρωτους δρόμους μας. Το πρώτο με ακολουθούσε, ενώ το δεύτερο πήγαινε μπροστά σαν σκάφος με πλώρη που ανεβοκατέβαινε σε … στεριανά “κύματα”.Στην ηλικία των 8-10 χρόνων μπήκα στην εποχή του τροχού. Κατασκεύαζα, από λεπτό γαλβανισμένο σύρμα, περίτεχνα τροχοφόρα οχήματα, με δύο ή τέσσερις τροχούς και τιμόνι που ξεκινούσε από τον μπροστινό άξονα κι έφθανε μέχρι το στήθος μου. Και κύλιντρα, με ρόδες από χαλασμένα ποδήλατα ή από πλεκτά μεταλλικά στεφάνια που είχαν τότε πολλά ελαστικά αυτοκινήτων για μεγαλύτερη αντοχή. Κινητήρας τους, το χέρι ή ο “γαζουνάς”.Το πρώτο μεταφορικό μέσο με επιβάτη τον εαυτό μου σε μεγαλύτερες αποστάσεις από εκείνες της αυλής με το σκαμνί, ήταν το πατίνι που μου δάνειζε ένας φίλος.Το οδηγούσα στο μοναδικό ασφαλτοστρωμένο δίκτυο του νησιού μας, από το Τελωνείο μέχρι το Μοναστηράκι της Βουβαλίνας!…

Το 1949 ήρθαν από την Αμερική οι θείοι της μητέρας μου και μας έφεραν “αληθινά” αυτοκινητάκια! Έτρεχαν πιο γρήγορα από εμάς, μόλις κουρδίζαμε με πεταλουδίτσες τα ελατήρια που είχαν αντί για μηχανές! Μαζεύτηκαν τότε όλα τα παιδιά της γειτονιάς να δουν το απίστευτο θέαμα!

Στο τέλος της δεκαετίας του ’40 μάθαμε ποδήλατο και λίγα χρόνια αργότερα ανεβήκαμε στα πρώτα μονοθέσια “μοτοποδήλατα”, τα REX και τα NSU, που έφτασαν στο νησί μας, με μηχανή και πετάλια. Ο οδηγός τα υποβοηθούσε στην παραμικρή ανηφόρα…

Μοτοποδηλατο ΝSU, mod. 1957

Πολύ σύντομα ακολούθησαν τα δύο γερμανικά μοτοσακό, τα Ζούνταπς και οι Φλορέττες, με πιο ισχυρές μηχανές, ικανά να μεταφέρουν δύο άτομα στο διπλό κάθισμά τους.Τότε, στην εφηβική ηλικία μας, γευτήκαμε τη χαρά, την εξυπηρέτηση, την ικανοποίηση, και την απόλαυση να οδηγούμε ένα “ζωντανό” όχημα που είχε δικά του, φως, αναπνοή, καρδιά και φωνή και πρόσφερε με λίγη υγρή “τροφοδοσία” τη δυνατότητα να επισκεπτόμαστε γρήγορα και αναπαυτικά τις εξοχές, τα χωριά και τις παραλίες του νησιού μας. Με τον ίδιο ενθουσιασμό τα υποδέχτηκαν και οι μεγαλύτεροι, επαγγελματίες και εργάτες, γιατί μπορούσαν να πηγαινοέρχονται γρήγορα και οικονομικά στις δουλειές τους.

Φλορεττα, mod. 1959

Την ίδια περίοδο, έχοντας μπει στην εφηβεία, αποχαιρέτησα το κοντό παντελονάκι και όταν τόλμησα να φορέσω ένα- δώρο ξαδέλφου από Γαλλία – δέχτηκα την οργή και τον θυμό του θείου που μας είχε φέρει τα “ζωντανά” αυτοκινητάκια, ενώ στον “δωρητή” απαγόρευσε να μας κάνει συντροφιά με την “ξετσίπωτη” φορεσιά του!..Δεν επιτρεπόταν, μας έλεγε, να χουμε βγάλει νιόφυτο δασάκι στο πρόσωπο και στα πόδια μας και να κυκλοφορούμε με παιδική περιβολή!…Τον αγνοήσαμε, φροντίζοντας να μην τον προκαλούμε με την απαγορευμένη καλοκαιρινή αθλητική παρουσία μας. Ήθελε να κρατήσει, με δόντια και με νύχια, τα ήθη του νησιού μας, όπως τα άφησε στη δεκαετία του 1920, λίγο πριν γίνει οικονομικός μετανάστης στην Αμερική!…

Στα δύο πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’60 τα ξαδέρφια Χατζηλάου- Μαμάκα δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στη μεγάλη ζήτηση δικύκλων! Εγώ και ο μεγαλύτερος αδελφός μου ήμασταν από τους πρώτους που θέσαμε σχέδιο εξοικονόμησης κεφαλαίου για την αγορά ενός μοτοσοκό. Ο Λεωνίδας, έχοντας τελειώσει τη Μέση Εμπορική Σχολή, είχε προσληφθεί από την Ιονική Τράπεζα. Το απολυτήριο της σχολής εκείνης είχε αποδειχθεί πανεπιστημιακός τίτλος που άνοιγε όλες τις πόρτες των Τραπεζών και των Οικονομικών Επιχειρήσεων!

Αφού βοήθησε τον πατέρα μας να αγοράσει την πρώτη ηλεκτροκίνητη ξυλουργική μηχανή στην Κάλυμνο, η οποία θα τον ξεκούραζε από τον σκληρό και χρονοβόρο μόχθο της μαραγκοσύνης και πήρε και τη δική μου υπόσχεση για συμμετοχή στο κόστος μόλις διοριζόμουν, αποφάσισε να αγοράσει μια φλορέττα. Οι νέοι έψαχναν δουλειά, ή πίεζαν τον πατέρα να δανειστεί για να την αποκτήσουν! Μέσα σε λίγα χρόνια ο περισσότερος ανδρικός πληθυσμός στο νησί είχε το δικό του “πενηνταράκι!” Πολύ αργότερα, μετά από μια εικοσαετία, θα έβλεπαν, γονείς και παππούδες, και τους πρώτους… θηλυκούς οδηγούς σε δίκυκλα! Η επίμονη προσπάθεια να πείσουν τα κορίτσια τους, ότι διατρέχουν διπλό κίνδυνο, ή τη ζωή τους να χάσουν ή τις “τύχες” τους, με την “άσχημη” εικόνα που θα έδιναν, αποδείχθηκε μάταιη, όπως και οι προηγούμενες, λίγα χρόνια νωρίτερα, να τα κρατήσουν μακριά από το παντελόνι, το σορτσάκι και το μίνι…Είχε φτάσει πια η εποχή που όλα τα ανδρικά “κάστρα” έπρεπε να πέσουν…

Κριτήριο επιλογής μεταξύ των δύο κυρίαρχων τύπων, της φλορέττας και του ζούνταπ, για τους περισσότερους, στάθηκε η εικόνα τους. Για μας, τις εντυπώσεις κέρδισε η κόκκινη φλορέττα. Φάνταζε στα μάτια μας πιο λαμπερή, πιο φινετσάτη.

Μέσα στα δύο χρόνια που ακολούθησαν, και οι ώριμοι σε ηλικία άνδρες εγκατέλειπαν τα ποδήλατα που ήταν αργοκίνητα και κουραστικά στις πολλές ανηφόρες που έχει το νησί μας και αγόραζαν μηχανάκια, τα οποία, φυσικά, δεν έβλεπαν με συμπάθεια οι επαγγελματίες ταξιτζήδες!…

Τη φλορέττα την κρατήσαμε 8 χρόνια, μέχρι το 1967. Τη χρονιά εκείνη ο αδερφός χάραξε άλλη πορεία στη ζωή του. Εκείνη που ποθούσε και ονειρευόταν από μικρός.

Στο μεταξύ, γρήγορα είχε φανεί η μεγάλη αδυναμία που είχαν τα μηχανάκια με τους μεγάλους τροχούς και την έλλειψη προστασίας από τα νερά της βροχής. Την εντόπισε η ιταλική βιομηχανία και ήρθε με δύο νέους τύπους δικύκλων να την καλύψει. Τις Βέσπες και τις Λαμπρέτες. Με μικρούς τροχούς και οριζόντια κλειστή βάση χαμηλά, πρόσφεραν ταυτόχρονα τρία σοβαρά πλεονεκτήματα: Καλύτερη ισορροπία, προστασία από τα νερά της βροχής στους δρόμους και δυνατότητα τοποθέτησης προϊόντων και δοχείων από αγορές ειδών πρώτης ανάγκης.

Το 1967, επιστρέφοντας από την Αιθιοπία, όπου είχα υπηρετήσει για δύο χρόνια, είδα στην οδό Μάρνης, ανάμεσα σε πολλά εκθέματα με δίκυκλα, και τη Lambretta. Ένας κεραυνοβόλος έρωτας με κτύπησε από την πρώτη στιγμή που την αντίκρισα! Λεπτή, κομψή, ωραία, σαν την κοπέλα που με περίμενε στο νησί, πήρα αμέσως την απόφαση να την αποκτήσω. Δίπλα της η Βέσπα έμοιαζε σαν γυναίκα σε ενδιαφέρουσα κατάσταση!…Και όπως συμβαίνει σε παρόμοιους έρωτες, δεν ζήτησα να πληροφορηθώ καταγωγή, ηλικία, μηχανολογικά και λειτουργικά δεδομένα!… Το κόστος των 12.000 δραχμών βρισκόταν μέσα στις οικονομικές μου δυνατότητες. Με δωρεάν στέγαση και σίτιση στην ανθούσα ελληνική παροικία της Αντίς Αμπέμπα και έχοντας γνωρίσει με τον συνάδελφο και φίλο Γρηγόρη Ρ. δύο συμπαίκτες στην πρέφα, τον μαθηματικό στο Γυμνάσιο Νίκο Γκ. και τον βιομήχανο Λάμπη Τσ., οι οποίοι είχαν βαφτίσει την άγνοιά τους ατυχία και ήθελαν να παίζουν πάντα με καπίκια και λεφτά, μπόρεσα να ενισχύσω αρκετά το χρηματικό μου κομπόδεμα. Είχαν τόση ιδέα οι συμπαίκτες μας από “αγορές” και “αχροα” στα χαρτιά, όση εμείς από μιγαδικούς αριθμούς και κλωστές..

Τη λαμπρέττα την αγόρασα χωρίς δεύτερη σκέψη και κατέβηκα στην Κάλυμνο.

Lambtetta, mod. 1967. Το τελευταίο ιταλικής προέλευσης.

Τη φλορέττα τη χαρίσαμε στον γαμπρό μας, τον Αλέξη Σ. Την κράτησε αρκετά χρόνια, στη διάρκεια των οποίων έστειλε στο νοσοκομείο, και συγκεκριμένα στη χειρουργική και ορθοπαιδικη κλινική, τον πεθερό του, την πεθερά του, τη γυναίκα του, την κόρη του και τον εαυτό του!!!…Τους προσγείωνε άλλοτε σε χαντάκια και άλλοτε σε αγκάθια! Μετά από λίγα χρόνια πείστηκε να την εγκαταλείψει. Αποδείχτηκαν, ευτυχώς, εφτάψυχοι και οι δυο τους!…Η λαμπρέττα έδωσε από την πρώτη στιγμή την εικόνα ενός πιο σταθερού και ασφαλούς μέσου μεταφοράς. Με τον αέρα, το κάλλος και το κύρος που είχε η εμφάνιση της, ως πρώτης νύφης, θα με εμφάνιζε στη δεύτερη, με τη σιγουριά πως θα την έκανε να παραβλέψει τις τυχόν αδυναμίες της δικής μου παρουσίας!…

Έκλεισα χωρίς καθυστέρηση ραντεβού με τον επίδοξο πεθερό μου έξω από τη διάσημη αίθουσα χορού, του Μανώλη Στάλα στις Μυρτιές, και σαν καλοί συνάδελφοι τα “βρήκαμε” γρήγορα σε όλα. Η μόνη μας διαφωνία υπήρξε η ημερομηνία γάμου, την οποία εκείνος ήθελε, μέσα σ’ ένα εικοσαήμερο, μέχρι το τέλος Ιουλίου, διάστημα που δεν ήταν αρκετό ούτε για να σκάσει τ’ αυγά της μια κότα! Δικαιολογήθηκε ότι ακολουθούσε το δεκαπενθήμερο πένθος για την Κοίμηση της Θεοτόκου, στη διάρκεια του οποίου κανένας γάμος δεν γινόταν στο νησί, που το τιμούσε με αποχή ακόμα και από λάδι! Ένα πένθος διπλό για τους κρεοπώλες και ψαράδες μας…Οι τελευταίοι, λίγα χρόνια νωρίτερα, όταν δεν είχαν εμφανιστεί ακόμα ψυγεία στην Κάλυμνο, πουλούσαν τους ροφούς, τα μπαρμπούνια και τους σαργούς στο κόστος…της παλαμίδας! Ο σπογγέμπορος Νικόλας Π. κι ευάριθμοι άλλοι Καλύμνιοι επιβεβαίωναν, βέβαια, τις εξαιρέσεις που έχει ο κάθε κανόνας. Γι’ αυτούς ήταν περίοδος να γευτούν και ν’ απολαύσουν τα εκλεκτά πρώτα ψάρια…Υποστήριζαν πως η πράξη τους δεν ήταν ασεβής, αλλά έργο φιλανθρωπίας και αλληλεγγύης, γιατί δεν στερούσαν ένα πιάτο φαγητό από τα σπίτια φτωχών βιοπαλαιστών! Ένας άλλος, πολύ αυστηρός και σφιχτός σε θέματα νηστείας και… οικονομίας, ο Γιάννης Κ., αρραβώνιασε τη μοναχοκόρη του στις 29 Αυγούστου, μια μέρα στη διάρκεια της οποίας δεν έπιναν πολλοί Καλύμνιοι ούτε νερό, μέχρι την ώρα του εσπερινού! Τάχα, επειδή ήταν μία από τις πεντέξι ονομαστικές του γιορτές τον χρόνο, προσφέροντας στους καλεσμένους για δείπνο, κουλούρες, αγγούρια, ντομάτες κι ελιές. Και καρπούζι για… γλύκισμα!

Εμείς ακολουθήσαμε τους πολλούς… Γάμος χωρίς φαγοπότι και χορό δεν γίνεται. Τον ορίσαμε λίγο πριν ανοίξουν τα σχολειά μας, στο τέλος Αυγούστου.Πήραμε τότε, “γαμπρός και πεθερός”, το στενό ανηφορικό μονοπάτι για το εξοχικό της νύφης και μετά από την εγκάρδια υποδοχή και τα καλωσορίσματα συζητήθηκαν λεπτομερώς τα περί αρραβώνων και γάμων.

Από την επόμενη μέρα άρχισαν τα προβλήματα με τη μέλλουσα πεθερά μου, η οποία με ήθελε, περισσότερο, ίσως, και από την κόρη της, δεν έτρεφε όμως καμία εμπιστοσύνη, ούτε στη λαμπρέττα τού γαμπρού, ούτε στον οδηγό της, ούτε στην κόρη της, μακριά από το άγρυπνο βλέμμα της! Τότε κατάλαβα τη βιασύνη και τους φόβους του μέλλοντα πεθερού μου… Ήταν ο λόγος που τον ανησυχούσε: Μήπως κάποια στιγμή ο αυστηρός έλεγχος των κινήσεων της κόρης από τη μητέρα της και η απαγόρευση της να ανεβαίνει πάνω στη μηχανή, χαρακτηριζόταν από τον γαμπρό ως σκέψη και πράξη που τον έθιγαν και τον οδηγούσαν στην απόφαση να εγκαταλείψει το Βδοξούλι του!

Τα μαθήματα και οι συμβουλές του άλλου γαμπρού της, ο οποίος δεν ήθελε να υποστούν η κουνιάδα και ο μέλλων πατζανάκης του, όσα υπέφερε εκείνος στη διάρκεια των αρραβώνων του, πήγαν στράφι!….

Η Νομική υποχρεωνόταν να βάζει νερό στο κρασί της μόνο όταν την έπειθαν πως το ζευγάρι θα κατέβαινε στην Πόθια με ταξί και όχι κολλημένη στην πλάτη του μνηστήρα της πάνω στη Μηχανή! Και όταν της εξηγούσαν ότι έπρεπε να κατεβαίνει συχνά στην Πόθια, για να κάνει πολλές πρόβες της νυφικής περιβολής… Άλλοτε πάλι, όταν της έλεγαν για κινηματογράφο, τους ζητούσε να παίρνουν μαζί τους και την τελευταία κόρη της, προκειμένου να βρει, τάχα, κι εκείνη την τύχη της, ενώ παράλληλα θα ικανοποιούσε δύο ακόμα πρόσθετους στόχους της. Να αποφύγει τη χρήση της λαμπρέττας ως μέσου μεταφοράς και να τοποθετήσει δίπλα τους ένα εμπόδιο σε κάθε ενδεχόμενη παρεκτροπή τους… Ευτυχώς, από το σπίτι της δεν έβγαινε ούτε με σεισμό, κι έτσι πίστευε ότι όλα συνέβαιναν, όπως τα επιθυμούσε εκείνη…Αυτά που φοβόταν η μακαρίτισσα μόνο οι τοπικές αξίες, οι παραδόσεις και τα ήθη του τόπου και της εποχής μπορούσαν να αποτρέψουν…

Η λαμπρέττα κέρδισε από την πρώτη στιγμή την αγάπη και τον θαυμασμό της συντρόφου μου, η οποία σταμάτησε να τη θεωρεί αντίζηλό της και την προτιμούσε από κάθε άλλο μεταφορικό μέσο στις μετακινήσεις μας. Στάθηκε πιστή παράλληλη σύντροφος 33 ολόκληρα χρόνια. Σήκωνε και μετέφερε αγόγγυστα και τα 4 μέλη της οικογένειας για 15 χρόνια και καθώς “κουραζόταν” και τα παιδιά μεγάλωναν, περιορίστηκε μόνο στους δύο, σ’ εκείνους που γερνούσαν μαζί της.

Η λαμπρέττα μου υπήρξε το τελευταίο και ωραιότερο ιταλικό μοντέλο, πριν κλείσει το εργοστάσιο κατασκευής και εξαγοραστεί η επιχείρηση από ισπανική εταιρεία. Ήταν η μόνη που κυκλοφορούσε ώς το 2002 στην Κάλυμνο. Στην επιστράτευση, το καλοκαίρι του 1974, “επιστρατεύτηκε” και η ίδια στην Κω… Ο διοικητής του τάγματος πείστηκε να επιτρέψει την παρουσία της στη μονάδα, με την υπόσχεση να έχει μερίδιο από τα ψαρέματα με τον επίσης επιστρατευμένο αδερφό μου Γιάννη, μόλις εκτονώθηκε η κρίση στα ελληνοτουρκικά, μετά την πτώση της δικτατορίας και την επάνοδο της δημοκρατίας στη Χώρα

Στο διάστημα των δύο μηνών που ακολούθησε μέχρι την απόλυσή μας, όλοι οι Κώτες έμαθαν τον δάσκαλο με τη μοναδική λαμπρέττα και στο δικό τους νησί, αλλά και για πολλά χρόνια αργότερα, όταν δεν την αποχωριζόταν και στα συχνά του κυνήγια. Το ίδιο και οι 3-4 χιλιάδες Καλύμνιοι της Ρόδου, οι οποίοι τον έμαθαν και τον αποκαλούσαν “ο Καλύμνιος με τη Λαμπρέττα”, κάθε φορά που επισκέπτονταν για προσκύνημα την ιδιαίτερη πατρίδα τους. Το 1978, καθώς τα παιδιά μεγάλωναν κι εγώ έφτασα στην ηλικία των 40 χρόνων, θυμήθηκα τι έγραψε η εφημερίδα “Ακρόπολις”, το 1908: “Άμαξα, από ρυτήρος ελαύνουσα*, παρέσυρε τεσσαρακοντούτη γέροντα… Ο ατυχής γέρων, μεταφερόμενος εις νοσοκομείον εξέπνευσεν”. Είχα δεν είχα συμπτώματα γήρατος, ανησύχησα. Δεν παίρνω αυτοκίνητο να νιώθουμε πιο ασφαλείς εμείς και τα παιδιά μας; Την περίοδο εκείνη κάποιο ευχάριστο γεγονός μας έφερε οικογενειακώς στην Αθήνα. Αγόρασα τότε ένα οικολογικό καταπράσινο, μέσα κι έξω, μικρό ford. Καινούργιος οδηγός σε καινούργιο αμάξι, κατεβαίνοντας, από την Καλλιθέα προς το λιμάνι του Πειραιά, δέχτηκα 3-4 φορές σε κόκκινα φανάρια τις ευγενικές πατριωτικές μούντζες των οδηγών που με ακολουθούσαν, επειδή μου έσβηνε η μηχανή και καθυστερούσα την κυκλοφορία!…Στο πίσω παρμπρίζ ανέλαβε με επιτυχία το οκτάχρονο χαμογελαστό Σκευάκι μας να τους ηρεμεί, υψώνοντας μια πινακίδα με το μεγάλο κεφαλαίο Ν που είχε καθιερωθεί την εποχή εκείνη!

Ford escord, mod. 1976

Στην Κάλυμνο, με την εμφάνιση και κυκλοφορία του πράσινου αυτοκινήτου μου, δεν άργησαν οι συμπατριώτες να με “βαφτίσουν” …φανατικό Πασοκτσή! Και σ’ άλλους έγινα συμπαθής και σ’ άλλους όχι!…Ετσι, λοιπόν, η ευθύνη οδήγησε τα βήματά μας στην ασφάλεια των 4 τροχών, παραβλέποντας την απογοήτευση και τη θλίψη της πρώτης μας αγάπης, την οποία φυσικά δεν εγκαταλείψαμε ποτέ, όσο εκείνη παρέμενε “ζωντανή”.

Από τη Λαμπρέττα πήρα συναινετικό διαζύγιο το 2002, όταν διαπιστώσαμε και οι δύο ότι είχαμε σοβαρό λειτουργικό πρόβλημα. Εκείνη, παρά το λίφτινγκ που της έκανα ενισχύοντας τον κινητήρα της, υποχρεώθηκε να παροπλιστεί από έλλειψη ανταλλακτικών αλλά και γιατί δεν μπορούσε να εκσυγχρονιστεί, εγκαταλείποντας τη μανιβέλα και αποκτώντας μίζα. Ούτε κι εγώ μπορούσα να τη σκουντάω με το πόδι πολλές φορές για να “ξυπνάει”, μετά τα σοβαρά δικά μου προβλήματα υγείας.Την κράτησα για μερικά χρόνια και μην αντέχοντας να τη βλέπω ανάπηρη στην άκρη της αυλής, την παρέδωσα για ανακύκλωση. Θα μπορούσα να βάλω στη θέση της ένα άλλο δίκυκλο χωρίς τις αδυναμίες και τα προβλήματά της, αλλά θα το ένιωθα σαν προδοσία και απιστία στον μακρόχρονο δεσμό μας.

…Πέρασαν από τότε που την οδηγούσα 20 χρόνια. Πριν από μερικούς μήνες άκουσα να με καλεί ο επιτυχημένος επιχειρηματίας Γιώργος Τεζάρης, έξω από το κατάστημά του, στην περιοχή της Σαβόγιας, στο Καντούνι. Μου έδειξε ένα καινούργιο εκσυγχρονισμένο μοντέλο λαμπρέττας, με μίζα, και μου είπε: “Δάσκαλε, μεγαλώσαμε με την εικόνα σου πάνω στη ΛΑΜΠΡΕΤΤΑ, μαζί με τη γυναίκα και τα παιδιά σου… Είναι εδώ! Όποτε θέλεις, μπορείς να την οδηγείς. Προσφορά από το κατάστημα, για να θυμάστε τα όμορφα χρόνια που σας συντρόφευε… Συγκινήθηκα! Τα μάτια μου δάκρυσαν στη θέα της και στα λόγια… Τον ευχαρίστησα θερμά και του είπα πως τώρα πια δεν μπορούν να με εμπιστεύονται ούτε εκείνος, ούτε η παλιά δίτροχη αγάπη μου…

Τη χάιδεψα και φεύγοντας, μονολογούσα: “Ευτυχώς που υπάρχουν και τα όνειρα… Συχνά βλέπω να την οδηγώ μόνος, ή με τη σύντροφο και τα δύο παιδιά μας, το ένα στη μέση, πάνω στο ευρύχωρο και αναπαυτικό της κάθισμα, και το άλλο όρθιο ανάμεσα στα πόδια και πίσω από το αλεξήνεμο παρμπρίζ της…Κι έτσι μπορώ να χαίρομαι την κομψή παρουσία της, το συμπαθητικό ασημένιο χρώμα της, και τη σταθερή και ασφαλή οδήγηση και πορεία της, στην εποχή της δικής μας “Άνοιξης”…

*από χαλινάρι οδηγούμενη.

Κάλυμνος, Ιούνιος 2022




Σάββας Δρόσος - Τοπογράφος Μηχανικός
Σάββας Δρόσος - Τοπογράφος Μηχανικός
Σάββας Δρόσος - Τοπογράφος Μηχανικός
Σάββας Δρόσος - Τοπογράφος Μηχανικός