
Πριν, αλλά και μετά τον Μεγάλο Πόλεμο, πολλές οικογένειες στο νησί μας, φρόντιζαν να έχουν, εκτός από τις κότες για τ’ αυγά τους, και μια κατσίκα για το γάλα της, αν το επέτρεπαν οι συνθήκες διαμονής τους στην πόλη ή στις εξοχές τους. Το αυγό και το γάλα, καθώς και το κρέας, μπορούσαν να καλύψουν ένα μεγάλο μέρος από τις βασικές διατροφικές τους ανάγκες
Στήριξαν στα δύσκολα χρόνια της Ιταλικής και Γερμανικής Κατοχής σε μεγάλο βαθμό τις πολυμελείς οικογένειες, εκείνες που δεν μπόρεσαν ή δεν θέλησαν να εγκαταλείψουν τον τόπο και τα σπίτια τους και να ζήσουν ως πρόσφυγες στην Παλαιστίνη. Στη διετία της μεγάλης πείνας, 1943-44, πολλοί Καλύμνιοι δεν είχαν ούτε ψωμί ούτε λάδι. Ένα ωμό αυγό ή ένα φλιτζάνι γάλα, καθημερινά, μπορούσαν να τους κρατήσουν όρθιους τους ίδιους και τα σκελετωμένα παιδιά τους. Έπαιρνε, το πρώτο, η μάνα από την αγκάση, άνοιγε με προσοχή μια τρύπα στην κάθε κορυφή του και καλούσε τα παιδιά της, πρώτα εκείνα που έβλεπε κι έκρινε πιο αδύναμα και χλωμά, για να καταπίνουν, ασπράδι και κρόκο μαζί, τους άρεσαν δεν τους άρεσαν στη γεύση και στη μυρωδιά τους. Αν είχε ζάχαρη, κτυπούσε σε φλιτζάνι το καθένα υπομονετικά και κουραστικά και το πρόσφερε σαν γλύκισμα, αποφεύγοντας τις αντιδράσεις που συναντούσε στο ρουφηχτό αυγό.Το δεύτερο, το γάλα, άρμεγε κάθε πρωί η ίδια την κατσίκα, που είχε όνομα, όπως και τα παιδιά της, το βραζε και το αραίωνε με λίγο νερό, έτσι ώστε να πιουν όλα από ένα ποτήρι, “για να θεραπευτούν τα μέσα τους”.
Το κρέας το δοκίμαζαν, αργά και που, όταν έσφαζαν κάποια γέρικη κότα που ξεχνούσε ή δεν μπορούσε να εκτελεί πια το καθήκον της, ή όταν η γίδα τούς χάριζε ως πασχαλινό δώρο ένα κατσικάκι, ή, όταν τα μεγαλύτερα παιδιά υποδέχονταν με τις σαΐτθες τούς θερινούς μήνες τ’ αποδημητικά πουλιά.
Για την αναπαραγωγή και τον πολλαπλασιασμό τους οι κότες είχαν σε κάθε αγουμά τον αφέντη τους που εκτελούσε το οφειλόμενο χρέος στο χαρέμι του με υποδειγματική συνέπεια, χωρίς εξαιρέσεις και διακρίσεις. Κόκορας και κλώσσες φρόντιζαν να παραμένει ο πληθυσμός στο κοτέτσι τους σταθερός, προβλέποντας τις αναπόφευκτες μελλοντικές τους απώλειες…Μετά την ευτυχή λήξη του πολέμου που έφερε, επιτέλους, την πολυπόθητη λευτεριά στα νησιά μας και το τέλος του φόβου και της μαρτυρικής πείνας, πολλά σπίτια εξακολουθούσαν να μην αποχωρίζονται τα δύο αυτά συμπαθητικά ζωντανά, προς τα οποία έτρεφαν απεριόριστα αισθήματα αγάπης κι ευγνωμοσύνης… Υπήρξαν και θα παρέμεναν ευεργέτες με τα πολύτιμα προϊόντα τους, μέχρι την απαγόρευση της εκτροφής τους στην πόλη…
Τις κότες και τη γίδα μας, την Κανέλλα, τις πηγαινοφέρναμε από την Πόθια στην εξοχή με το φορτηγό του Αστυπαλίτη, μόλις κάναμε διακοπές από το σχολειό μας. Η χαρά μας εκείνη την ημέρα του ποκινήματος* ήταν απερίγραπτη με τη σκέψη πως θα συνταξιδεύαμε με την κατσίκα, τον πετεινό και τις κότες μας. Η εικόνα πως θα ήμασταν σκαρφαλωμένοι στους μπόγους και τις κατουμάες* από στρώματα, ρούχα, χράμια και ψάθες, πάνω απο τις καρέκλες, τα σκαμνιά, τις λάμπες και τα κουζινικά, μας έκανε ασυνήθιστα πρόθυμους κι εργατικούς. Όλα τα παιδιά σε αδημονία και επίταξη από την παραμονή. Να βοηθήσουμε τη μητέρα μας στο μάζεμα του νοικοκυριού και τη μεταφορά του την επόμενη μέρα έξω στην αυλή του Πέρα Σχολείου, απ’ όπου θα τα έπαιρνε το αυτοκίνητο. Η πιο δύσκολη αποστολή μας ήταν να κυνηγήσουμε στο μεϊτάνι*, στον δρόμο και στις αυλές, τις κότες, να τις αιχμαλωτίσουμε, όταν λαχανιασμένες και παϊρδισμένες*, εγκατέλειπαν τον αγώνα και παραδίδονταν αμαχητί, καταθέτοντας ως όπλα τα φτερά τους. Αμέσως τα ανοίγαμε και τα σταυρώναμε πάνω από τη ράχη τους σαν κοτσίδες.Δέναμε τα πόδια τους με ταινίες από κουρελόπανα που κάθε σπίτι φύλαγε σε μπάλες, για να πλέκονται μ’ αυτά στρωσίδια και πάνες. Στη συνέχεια τις θέταμε υπό αυστηρή κράτηση στο δεσμωτήριο, που ήταν η σκάφη της πλύσης, παρά τις άναρθρες κραυγές τους. Όταν όλα ήταν έτοιμα, εμφανιζόταν το μοναδικό στα χρόνια εκείνα μεγάλο φορτηγό με συνεπιβάτη τον πατέρα μας. Φόρτωνε με τάξη και σειρά ο ίδιος ο οδηγός όλο το νοικοκυριό.Τελευταία, τα ζωντανά, κότες, γίδα και… παιδιά.
Τα δύο αυτά… ταξίδια πάνω στο πλοίο -συγγνώμη στην καρότσα του φορτηγού-παραμένουν βαθιά, γλυκά και ανεξίτηλα στην παιδική μας μνήμη. Επιθυμούσαμε να ήταν ώρες μακριά το τέρμα της διαδρομής, για να νιώθουμε τα μοναδικά εκείνα συναισθήματα, καθισμένοι στα “ορεινά”, πάνω στα μπαγάζια, μπροστά από τη μάνα, τα πουλιά και την Κανέλλα, την κατσίκα μας, με το διαρκές βαρύτονο κλάξον της σε λειτουργία. Με τον πατέρα μπροστά στη θέση του συνοδηγού, κοντά στον φίλο του Γιώργο, που μετέφερε από την Πόθια στις εξοχές τη μισή Κάλυμνο!
Την απογοήτευσή μας από τη σύντομη διαδρομή που λαχταρούσαμε να είχε πολύ μεγαλύτερη διάρκεια, ευτυχώς διαδεχόταν η χαρά και η συγκίνηση, μόλις αντικρίζαμε την αμπασσά*, που οδηγούσε στο κτήμα με τις πανύψηλες αμυγδαλιές, τις ελιές, τις συκιές, τις φραγκοσυκιές και το κάτασπρο ασβεστωμένο εξοχικό μας σπιτάκι. Μικροί και μεγάλοι βοηθούσαμε στην… αποβίβαση της οικοσκευής, αφού δίναμε προτεραιότητα στην κατσίκα και τα πουλιά. Την πρώτη την παλουκώναμε κάτω από ένα δέντρο και από την επόμενη μέρα τη μεταδέναμε, πρωί- βράδυ, κάτω από τα δέντρα, όπου συμπλήρωνε το γεύμα της από ξηραμένα φυλλα ελιάς κι αμυγδαλιάς που ήταν η καλύτερη τροφή της. Την ικανοποίηση και υποχρέωση που ένιωθε, την ανταπέδιδε με ευγνωμοσύνη προσφέροντας το … βίρβιλό της, με το οποίο λίπαινε τα ριζώματα, βοηθώντας τα να δίνουν περισσότερο και καλύτερο καρπό.
Τα δεύτερα, τα πουλιά, τα ελευθερώναμε από τα δεσμά τους, για να ασχοληθούν από την πρώτη στιγμή στην αναγνώριση του εδάφους υπό την καθοδήγηση του κόκορα. Εκείνος, έχοντας συνείδηση της ευθύνης, του ρόλου και της αποστολής του, τις ξεναγούσε σε ολόκληρο το κτήμα, παρά την προχωρημένη ηλικία του. Είχε γεννηθεί λίγο πριν τον πολεμο, την περίοδο που μεσουρανούσε ένας άλλος “όρνις” στη χώρα που μας είχε υποδουλώσει… Γι’αυτό και τον ονόμασε ο πατέρας μας “Μπενίτο”. Εκείνο το καλοκαίρι του 1952 όλα πρόδιδαν την ηλικία και την άδοξη λήξη της καριέρας του. Το λοφίο, τα χρώματα, τα πλουμιά και τα λειριά του είχαν κρεμάσει και ξεθωριάσει. Η λαλιά του έγινε βραχνή κι αδύναμη. Οι καθημερινές αναρριχητικές του δυνάμεις και ικανότητες ισορροπίας στις πλάτες των ορνίθων του χάθηκαν στις πρώτες υψηλές θερμοκρασίες… Είχε σταματήσει πια να φέρεται ιπποτικά στις συντρόφους του, όπως παλαιότερα, όταν περίμενε, πρώτα να γευματίσουν εκείνες και μετά να χορτάσει από τα ψιχία τους. Τώρα έτρεχε πρώτος τσιμπώντας και πληγώνοντας με το ράμφος του, όσες δεν σέβονταν τάξη και ιεραρχία! Όλο και περισσότερο θύμιζε στην οικογένεια μας τον κοκορόμυαλο Μουσολίνι. Γι’ αυτό και του δώσαμε τ’ όνομά του. Είχαν και οι δυο κοινό, κενό περιεχόμενο στο κεφάλι τους, και ίδια εικόνα στη θωριά τους… Απ’ όλο το ζωικό βασίλειο ο ξιπασμένος δικτάτορας, στον κόκορα αναγνώρισε την εικόνα, τα χαρακτηριστικά και τα προσόντα του και ζήτησε να τον μιμηθεί στο ύφος, το παράστημα, την αλαζονία, τα παράσημα, το κράξιμο, τη δειλία.
Τον δικό μας, τον αυθεντικό κόκορα, όταν οι γονείς μας αποφάσισαν να τον αντικαταστήσουν μ’ έναν νέο, λυπηθήκαμε που δεν θα τον ξαναβλέπαμε, σε αντίθεση με εκείνον που τον υποδύθηκε και πανηγυρίσαμε για το τέλος του.
Την κατσίκα μας τη σπίτωσε ο θείος μας, ο Νικήτας Μαραγκός, το 1952, πριν σπιτώσει τον εαυτό του στο κτήμα, όπου λίγο αργότερα θα έκτιζε και τον Άγιο Νικήτα! Από τότε και όσο ζούσε η Κανέλλα μας, έγινε μόνιμη κάτοικος Πανόρμου, όπως και οι κότες μας λίγα χρόνια αργότερα, όταν απαγορεύτηκε η παρουσία τους στην Πόθια. Τη φροντίδα τους, χειμώνα – καλοκαίρι, την είχαμε αναλάβει εμείς, καθώς νοιαζόμασταν τους θείους μας, τους οποίους, από αγάπη και σεβασμό που προστάτεψαν σαν αληθινοί γονείς την ορφανή μητέρα μας, τους αποκαλούσαμε παππούδες.
Με τη γίδα, όσοι Καλύμνιοι μπορούσαν να την έχουν – και ήσαν πολλοί στις δεκαετίες του ’40 και του ’50 – αντιμετώπιζαν πολλά και σοβαρά προβλήματα στις μετακινήσεις, τη διαμονή, τη σίτιση και την αναπαραγωγή της.
Η αίγα έπρεπε πάντοτε να βρίσκεται υπό το άγρυπνο βλέμμα του κατόχου της, γιατί είχε αδυναμία στο να ανακαλύπτει και να παίρνει από μόνη την τροφή της στα…ψηλά, γιατί την έβρισκε πιο τρυφερή, νόστιμη και καθαρή… Μπορούσε να στηρίζεται στις οπλές των δύο πισινών ποδιών της, να τεντώνει σώμα και λαιμό και να τρώει “της ώρας” φαγητό από αμυγδαλιές κι ελιές, σε ύψος δύο μέτρων!
Οι κατσίκες έχουν απίστευτες αλτικές και αναρριχητικές ικανότητες! Μπορούν ακόμα και να κάνουν σκάλα τις ράχες των ομοίων τους για να βρεθούν σε πράσινο παράδεισο και να τον αποψιλώσουν! Γι’αυτό και οι βοσκοί που τις γνωρίζουν καλύτερα απ’ όλους, υψώνουν φράχτες και μάντρες, τις οποίες δεν μπορούν ούτε οι ίδιοι να προσπεράσουν!
Ένα άλλο σοβαρό πρόβλημα που απασχολούσε, όσους είχαν την ανάγκη ή την επιθυμία να εκτρέφουν γίδα κοντά τους, ήταν το ζευγάρωμά της. Στην περίπτωση της οικόσιτης κατσίκας δεν μπορούσε να υπάρχει συγκατοίκηση με τον επιβήτορα, όπως συνέβαινε με την κότα και τον πετεινό. Γι’ αυτό, τη θερινή περίοδο όσοι έτρεφαν αίγες, τις οδηγούσαν σε γαμπρούς για “τακτοποίηση”, συνήθως έναντι αδράς αμοιβής, το ύψος της οποίας ήταν ανάλογο με τη φήμη που είχαν τα γονίδια και η … προκοπή του!
…Πολλά φαιδρά μπορούν να διηγηθούν όσοι έζησαν από κοντά τα συμπαθή αυτά ζώα.
_ Ο Αντώνης Μ. υποστήριζε, ενόρκως, στο ζαχαροπλαστείο του Μήλα,το 1954, την περίπτωση δημογέροντα, ο οποίος, για να ενισχύσει το δημοτικό ταμείο, αγόρασε έναν δυνατό αίγαγρο από βοσκό. Τον επόμενο χρόνο απογοητευμένος από τις επιδόσεις του παραπονέθηκε πως ο τράγος που του πούλησε δεν ήταν τόσο φιλόπονος κι εργατικός, όπως του τον είχε συστήσει. Αλλά ο ετοιμόλογος βοσκός τον αποστόμωσε: “Έπρεπε να το περιμένεις, δήμαρχε, από τη στιγμή που τον έκανες δημόσιο υπάλληλο!!!
_Ο Αλέξης Σ. είχε εκπαιδεύσει έναν Κόκορα κι έναν Διάνο να παίζουν ποδόσφαιρο στην αυλή του!
_Η Ειρήνη Τ. θυμάται, μετά από 70 χρόνια, ότι η Καλλιόπη Σπ., η γιαγιά της, την έστειλε, στην ηλικία των 12 χρονών, να πάει την κατσίκα της στον τρά(γ)ο! Και όταν γύρισε τη ρώτησε: “Εί(δ)ε ντη, το παι(δ)ί μου; Είε ντη;” Και η εγγονή απάντησε καταφατικά και “κυριολεκτικά”, γιατί ο συνετός κάτοχος του ζώου δεν επέτρεψε να”δει” και “μεταφορικά” τη γίδα ο τράγος, μπροστά στα μάτια του κοριτσιού, με αποτέλεσμα να μη δει εκείνη τη χρονιά ούτε γέννα ούτε γάλα η ανεκδιήγητη γιαγιά!
_Ο παππούς ο Λεωνίδας, δεν είχε πια δυνάμεις στην ηλικία των 93 χρόνων να φροντίζει την κατσίκα του. Τη χάρισε τότε στη Μονή του εγγονού του στο Πιθάρι, και όταν μετά από λίγες εβδομάδες ο ηγούμενος τον ενημέρωσε ότι το ζώο απεβίωσε, είπε με το χιούμορ που τον χαρακτήριζε:”Βαριά η καλογεροσύνη, Καλλίνικε! “
… Πέρασαν τα χρόνια εκείνα που ο άνθρωπος είχε μια πιο στενή γνωριμία, επαφή και φιλία με τη φύση, τα ζώα και τα φυτά της, που του πρόσφεραν όχι μόνο τα αγαθά τους αλλά και μια ξεχωριστή συναισθηματική ισορροπία και ικανοποίηση από τη συμμετοχή του στο παραγόμενο αποτέλεσμα. Σήμερα η αίσθηση αυτή έχει χαθεί. Την αναπληρώνουμε με την εικονική πραγματικότητα και τα ομοιώματα ζώων και πτηνών που χαρίζουμε ως παιχνίδια στα παιδιά μας…

Κάλυμνος, Ιούλιος 2022
*ποκίνημα: προετοιμασία για μετακόμιση.
*κατουμάες: μεγάλα δέματα από ρούχα.
*μεϊτάνι: εξωτερικός ελεύθερος χώρος.
*παϊρδισμένες: πολύ κουρασμένες.
*αμπασσά: είσοδος σε περίφραξη από ξερολιθιά.

