Σε μια εποχή που όλα τρέχουν και τίποτα δεν προλαβαίνει να ριζώσει, η μνήμη γίνεται καταφύγιο. Ο Σακελλάρης Καμπούρης επιστρέφει, με λόγο τρυφερό και βαθιά βιωματικό, στα χρόνια της απλότητας, της κοινότητας και της αληθινής ανθρώπινης επαφής. Από την Κάλυμνο των αυλών και της θάλασσας έως τις αθηναϊκές γειτονιές της δεκαετίας του ’70, ξετυλίγει ένα ψηφιδωτό ζωής όπου τα λίγα ήταν αρκετά και οι άνθρωποι το κέντρο του κόσμου. Ένα κείμενο-ανάσα, γραμμένο εν μέσω πανδημίας, που θυμίζει πως η νοσταλγία δεν είναι αδυναμία, αλλά ένας τρόπος να θυμόμαστε ποιοι είμαστε και από πού ερχόμαστε
Η ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΑΡΡΩΣΤΕΙΑ ΠΟΥ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΓΙΑΤΡΕΥΕΤΑΙ…

Μεγάλωσα στα χρόνια που μύριζαν σαπούνι πράσινο και καφέ ελληνικό.Τα καλοκαίρια στην Κάλυμνο μου,στο νησί μου με τον παπού και τη γιαγιά και τις άλλες εποχές στην όμορφη τότε ακόμα,Αθήνα.
Στην Κάλυμνο, το καλοκαίρι ήταν τρόπος ζωής. Ξυπνούσε το νησί με τον ήχο της θάλασσας και των ανθρώπων. Οι αυλές άνοιγαν από νωρίς, τα παραθύρια έμεναν διάπλατα και οι φωνές περνούσαν από σπίτι σε σπίτι σαν κοινή ανάσα. Τα πρωινά είχαν αλμύρα, ιδρώτα και φως, και τα βράδια δροσιά, κουβέντα και σιωπές.
Στη δεκαετία του ’70, η μέρα άρχιζε νωρίς και τελείωνε με το φως της λάμπας στο νησί μου.
Το φως εκείνο, ήταν σύμβολο. Έπεφτε πάνω σε πρόσωπα κουρασμένα αλλά ήσυχα, σε χέρια δουλεμένα, σε μάτια που είχαν δει θάλασσες και στεριές. Το νησί ήξερε να μετρά τον χρόνο αλλιώς, με τον καιρό, τον άνεμο, τη σοδειά, το καΐκι που έφευγε και γύριζε γεμάτο ή ελλιπές.
Το σπίτι μικρό,τα δωμάτια λίγα,μα η ζωή χωρούσε ολόκληρη…και ήταν όμορφη η ζωή.
Χωρούσε γιατί απλωνόταν έξω, στους δρόμους, στις αυλές, στα σκαλοπάτια, στις πλατείες. Το νησί δεν είχε ιδιωτικότητα όπως τη λέμε σήμερα,είχε εγγύτητα είχε συνοχή. Όλοι ήξεραν όλους,ήταν ένα δίχτυ ασφαλείας.
Η αυλή ήταν σαλόνι, τραπεζαρία και τόπος σύναξης τις όμορφες μέρες..
Εκεί απλώνονταν ρούχα, εκεί άκουγες τα νέα, εκεί μεγαλώναμε εμείς τα παιδιά χωρίς ραντεβού και ωράρια.Εκεί μάθαινες τους συγγενείς,τους γείτονες,τους φίλους.Εκεί μαζευόμασταν όλοι και καθαρίζαμε τα αμύγδαλα που μαζεύαμε με τον παπού,για να τα πουλήσει στα ζαχαροπλαστεία του νησιού και να αυξήσει το εισόδημα του σπιτιού.
Στο νησί, τα παιδιά μεγάλωναν μαζί με τη φύση και τους ανθρώπους. Έτρεχαν ξυπόλυτα, μάθαιναν τη θάλασσα πριν μάθουν τον κόσμο, ήξεραν πότε φυσά και πότε αλλάζει ο καιρός. Η γιαγιά είχε πάντα μια ιστορία, ο παππούς μια συμβουλή, και όλοι μαζί μια μνήμη κοινή, σαν να ανήκε σε όλους εξίσου.
Στην πόλη, οι πολυκατοικίες ανέβαιναν σιγά σιγά, σαν να σκόνταφταν,σαν να δίσταζαν να διαταράξουν την ομορφιά της καθημερινότητας,την ομορφιά της γειτονιάς.
Οι γειτονιές όμως κρατούσαν ακόμη το πρόσωπό τους.Θυμάμαι το μπακάλικο στη γωνία με το τεφτέρι, τον γαλατά το πρωί,την λουλουδού,τον παγωτατζή το απόγευμα,την λατέρνα,τον αρκουδιάρη,τον γανωτή.η αθηναϊκή γειτονιά του ’70στενός δρόμος, χαμηλά σπίτια, παιδιά ξυπόλυτα με σορτσάκια να παίζουν μπάλα τα αγόρια και τα κορίτσια να παίζουν μήλα και άλλα παιχνίδια στο δρόμο, καρέκλες έξω, γείτονες όρθιοι ή καθισμένοι στο πεζοδρόμιο.
…και όμως, όσο κι αν άλλαζε η πόλη, το νησί έμενε μέσα μας ακέραιο. Ήταν σημείο αναφοράς, μέτρο σύγκρισης. Εκεί που όλα είχαν όνομα και ιστορία, εκεί που οι άνθρωποι δεν περνούσαν απλώς,αλλά έμεναν ως μνήμες και ως οντότητες.
Στα σπίτια δεν υπήρχαν πολλά πράγματα, υπήρχαν όμως άνθρωποι.Άνθρωποι ωραίοι ψυχωμένοι,σεβαστικοί.
Άνθρωποι του νησιού, με λόγο λιτό και καρδιά γεμάτη. Δεν ήξεραν από περιττά, ήξεραν από ανάγκη, από αλληλεγγύη, από το «θα βοηθήσω γιατί έτσι πρέπει».Θυμάμαι τον παπού μου(Δημήτριο Γούναρη),που όταν έμπαινε στην αίθουσα του Αναγνωστηρίου για να συναντήσει φίλους και γνωστούς,όλοι σηκωνόντουσαν όρθιοι για να τον χαιρετίσουν και να να του παραχωρήσουν μιά καρέκλα.Ανθρωπος του πνεύματος,με μεγάλη συνεισφορά στο νησί,άλλοτε κρυφή,άλλοτε φανερή από διάφορα πόστα.Σήμερα σηκώνονται όλοι,μόνο στους “καταστροφείς” τους,τους πολιτικούς ή στους καραγκιόζηδες των Μ.Μ.Ε….εκεί μας έφτασε αυτή η στείρα εποχή.Να λαθεύουμε στην αναγνώριση των αξιών.
Το ραδιόφωνο στα σπίτια και στα καφενεία,έλεγε τις ειδήσεις και τα τραγούδια, και όλοι άκουγαν μαζί. Η τηλεόραση, ασπρόμαυρη, άνοιγε το βράδυ σαν παράθυρο στον κόσμο και έκλεινε νωρίς, χωρίς τύψεις.
Στην Αθήνα,ο πατέρας μου,θυμάμαι,ο γιατρός Γιώργος Καμπούρης,καλούσε τον αείμνηστο Νίκο Τάλια με τη τσαμπούνα του και τους γνωστούς και φίλους απο την Κάλυμνο που ζούσαν στην Αθήνα,σφάζανε και ένα κατσίκι(που το μεγάλωνε ο πατέρας γι αυτό το σκοπό στο περβόλι,στη μονοκατοικία που ζούσαμε στην Αθήνα του ’70) και στη γειτονά εκείνη της Καλλιθέας που μεγάλωσα,αντιλαλούσε η τσαμπούνα και ερχόντουσαν και οι γειτόνοι να δουν τι είναι αυτές οι ομορφιές που ακούγονται από το σπίτι του γιατρού και το Καλύμνικο γλέντι έπαιρνε διαστάσεις και μάθαινε και ο Αθηναίος το νησί.Ήταν σαν να μεταφερόταν το νησί ολόκληρο. Με ήχους, μυρωδιές, κινήσεις και μνήμες.Φαγητά Καλύμνικα,κουβέντες,σφυρίγματα,λεβεντιά!Η τσαμπούνα δεν έπαιζε μόνο μουσική,έπαιζε πατρίδα.
Μέχρι έξω τον δρόμο ο κόσμος χόρευε και τραγουδούσε και ο Τάλιας μπαινόβγαινε απο το σπίτι στην αυλή και μετά στο δρόμο,φουσκώνοντας με πείσμα και μεράκι το τομάρι.Τι γέλια,τι φωνές πρόσχαρες,τι τραγούδια,τι γελαστά πρόσωπα,τι πειράγματα…μικρό παιδί ήμουν και θυμάμαι να χώνομαι ανάμεσα στον κόσμο,ανάμεσα στο χορό και να γελώ κι εγώ μαζί τους και να κάνω αστεία βήματα και άτεχνα προσπαθώντας να μιμηθώ τους μεγάλους στο χορό,τραβώντας και τα αδέρφια μου και τους φίλους μου από το χέρι.
Αυτές οι στιγμές ήταν σχολείο. Εκεί μάθαινες τι σημαίνει κοινότητα,τι σημαίνει χαρά,τι σημαίνει να ανήκεις…στην πραγματικότητα,τι σημαίνει να ζεις!
Στα χωριά, ο χρόνος κυλούσε αλλιώς.Η δουλειά ήταν βαριά και κοινή.Τα χωράφια,τα ζα,το ψάρεμα, όλα μοιράζονταν σιωπηρά. Το καφενείο ήταν βουλή και καταφύγιο.Εκεί έπεφταν οι μεγάλες κουβέντες και οι μικρές σιωπές.Οι γυναίκες κρατούσαν το σπίτι όρθιο με επιμονή και χέρια ροζιασμένα, οι άντρες έφερναν τον μόχθο τους σαν δεδομένο, χωρίς πολλά λόγια.
Το νησί ήξερε να σέβεται τον κόπο.Κανείς δεν τον διαφήμιζε, κανείς δεν τον έκρυβε,κανείς δεν τον χλεύαζε.Ήταν μέρος της ζωής, όπως ο ήλιος και το αλάτι.Όπως η καλημέρα και η καληνύχτα!
Κάπου ανάμεσα στα τέλη του ’70 και τις αρχές του ’80 άρχισε να φυσά άλλος αέρας.Ήρθαν τα χρώματα, τα καινούργια ρούχα, τα πρώτα στερεοφωνικά. Οι δρόμοι γέμισαν αυτοκίνητα, τα σπίτια ψυγεία μεγαλύτερα, οι συζητήσεις πιο δυνατές. Οι νέοι ονειρεύονταν αλλιώς,ταξίδια, μουσικές, μια ζωή πιο ανοιχτή…και όμως, το νησί έμενε εκεί, σταθερό, σαν άγκυρα. Ακόμη και όταν έφευγες, σε περίμενε.
Βέβαια,ακόμη υπήρχε ο χρόνος να καθίσεις στο τραπέζι χωρίς βιασύνη, να φάνε όλοι μαζί,να πεις καληνύχτα με το όνομα,<καληνύχτα πατέρα,καληνύχτα μάνα,καληνύχτα Δημήτρη,καληνύχτα Μαρία>.
Ήταν ένας κόσμος που δεν ήξερε πολλά, αλλά ένιωθε πολλά,που δεν είχε πολλές επιλογές,είχε όμως άρρηκτους δεσμούς.
Ένας παλιός καιρός,που μπορεί να μην ήταν ιδανικός, ήταν όμως πιό ανθρώπινος,πιό γλυκός,πιό αληθινός.
Ίσως γι’ αυτό, όποιος τον θυμάται, τον κουβαλά σαν γλυκό βάρος στην καρδιά και βέβαια νοσταλγεί πώς ζούσαν οι άνθρωποι, τότε που η ζωή είχε λιγότερα πράγματα αλλά και περισσότερη παρουσία.
Η νοσταλγία,άλλωστε,είναι μιά γλυκιά αρρώστεια που ποτέ δεν περνά…
Σακελλάρης Καμπούρης
κείμενο του 2020 εν μέσω πανδημίας.
φωτογραφία Φ.Κοράλης

