Το χρονικό του καλύμνικου σφουγγαριού: Ο Μανώλης Κουτούζης μιλά στο Travel.gr

3
Ο Μανώλης Κουτούζης στο εργαστήριο του στην Κάλυμνο

Στην εποχή που η Κάλυμνος κατακτά διεθνή φήμη ως προορισμός αναρρίχησης, λίγοι θυμούνται πως η παγκόσμια ακτινοβολία του νησιού χτίστηκε πρώτα στα σκοτεινά βάθη της θάλασσας. Πριν γίνει «νησί του ύψους», υπήρξε –και για δεκαετίες κυριάρχησε ως– «νησί του βάθους», με τη σπογγαλιεία να αποτελεί όχι απλώς επάγγελμα, αλλά τρόπο ζωής, οικονομικό θαύμα και ταυτόχρονα σκληρή δοκιμασία αντοχής για γενιές Καλύμνιων.

Σε αυτό το συναρπαστικό αλλά και σκληρό κεφάλαιο της ελληνικής ναυτικής ιστορίας μάς ξεναγεί ο Μανώλης Κουτούζης, ένας από τους τελευταίους μεγάλους εκπροσώπους μιας εποχής που μοιάζει πια μακρινή. Η προσωπική του διαδρομή, που ξεκινά σχεδόν παιδικά μέσα στα καΐκια της δεκαετίας του ’50 και εκτείνεται μέχρι τα εμπορικά δίκτυα της Ευρώπης, της Αμερικής και της Ασίας, λειτουργεί ως ζωντανή μαρτυρία μιας ολόκληρης οικονομίας που άνθισε, κυριάρχησε και τελικά δοκιμάστηκε σκληρά από τις αλλαγές του κόσμου.

Το εκτενές δημοσίευμα του Θανάση Διαμαντόπουλου που δημοσιεύτηκε από το Travel.gr στο ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ,σήμερα Δευτέρα 27 Απριλίου 2026

φωτίζει όχι μόνο την πορεία ενός κοσμοπολίτη εμπόρου, αλλά και τη διαδρομή του ίδιου του καλύμνικου σφουγγαριού: από «χρυσό» της Μεσογείου σε ένα προϊόν που παλεύει να επιβιώσει μέσα σε γεωπολιτικές ανατροπές, περιβαλλοντικές κρίσεις και τη σύγχρονη μαζική παραγωγή απομιμήσεων. Πίσω από τους εντυπωσιακούς αριθμούς και τις διεθνείς συμφωνίες, αποκαλύπτεται μια καθημερινότητα γεμάτη κινδύνους, απώλειες και ακραίες συνθήκες, που σφράγισαν ανεξίτηλα την κοινωνία της Καλύμνου.

Η αφήγηση του Μανώλη Κουτούζη δεν είναι απλώς μια προσωπική ιστορία επιτυχίας· είναι η συμπύκνωση μιας ολόκληρης εποχής όπου η θάλασσα ήταν ταυτόχρονα ευλογία και απειλή, πλούτος και πόνος. Και μέσα από αυτήν, αναδύεται το διαχρονικό ερώτημα: τι μένει τελικά όταν μια τοπική οικονομία, που κάποτε κυριαρχούσε στον κόσμο, έρχεται αντιμέτωπη με την αναπόφευκτη φθορά του χρόνου;

Παραθέτουμε ως έχει το άρθρο του Θανάση Διαμαντόπουλου

Μανώλης Κουτούζης: Η ιστορία του κοσμοπολίτη και πρωτοπόρου εμπόρου του καλύμνικου σφουγγαριού

Η Κάλυμνος έγινε νησί του ύψους, της αναρρίχησης, αφού υπήρξε πρώτα νησί του βάθους, της σπογγαλιείας
Του ΘΑΝΑΣΗ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ δημοσιεύτηκε από το Travel.gr στο ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ

Ο 82χρονος Μανώλης Κουτούζης ζει από το φυσικό σφουγγάρι από το 1955 και μας αφηγείται μια ζωή που την έστιψε σαν το προϊόν του επαγγέλματός του.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’50, η Κάλυμνος ήταν η αδιαμφισβήτητη «πρωτεύουσα του σφουγγαριού» στον κόσμο. Η ετήσια παραγωγή φυσικού σφουγγαριού στη Μεσόγειο ξεπερνούσε τους 350 τόνους, με το νησί να κατέχει τον κυρίαρχο ρόλο και τα εμπορικά του σπίτια να έχουν ανθίσει σε Φρανκφούρτη, Αμβέρσα, Στοκχόλμη και Λονδίνο. Στα μέσα της δεκαετίας του ’60, τα εμβάσματα που έστελναν στο νησί οι σφουγγαράδες και οι έμποροι της διασποράς ανέρχονταν στα 138 δολάρια ανά κάτοικο, τέσσερις φορές πάνω από τον ελληνικό μέσο όρο. Το ισοζύγιο εμπορίου του νησιού ήταν θετικό κατά 120 δολάρια ανά κάτοικο, τη στιγμή που η υπόλοιπη Ελλάδα βυθιζόταν σε ελλειμματικά εμπορικά ισοζύγια, δηλαδή δεν μπορούσε να πραγματοποιήσει επαρκείς εξαγωγές. Το σφουγγάρι, με άλλα λόγια, ήταν χρυσός.

Λίγο πριν δούμε αυτές τις συνθήκες να γίνονται πραγματικότητα, στη δεκαετία του 1950 και 1960, γεννήθηκε, το 1944, ο Μανώλης Κουτούζης. Ο άνθρωπος που βοήθησε όλα τα παραπάνω να συμβούν. «Εγώ ξεκίνησα το εμπόριο σφουγγαριού το 1952 στην Κάλυμνο, σε ηλικία 7 ετών. Τα καΐκια των Καλύμνιων σφουγγαράδων έφταναν τότε ως την Αίγυπτο, τη Λιβύη, την Τυνησία, τη Λαμπεντούζα, την Παντελλερία, σε έναν θαλάσσιο «πάγκο» (σαν βραχονησίδα στην περιοχή της Νότιας Ιταλίας, που οι σφουγγαράδες και αλιείς συνήθως αποκαλούσαν όχι μόνο τη συγκεκριμένη, αλλά και όλες με την ίδια μορφολογία, «πάγκο»). Εκεί έβρισκαν δύο από τα πλέον περιζήτητα είδη: το «Λαγόφυτο» και τον «Μαρδαπά», αλλιώς «Elephant ear». Αυτό το είδος το χρησιμοποιούσε η Ανατολική Γερμανία στην έκθεση της Λειψίας και η Τσεχοσλοβακία για τα κρύσταλλά της».

Ο πατέρας του ήταν καπετάνιος. Έστειλε τον μεγάλο γιο στο Βέλγιο «να μάθει τη δουλειά του εμπορίου των σφουγγαριών». Μετά από τρία χρόνια, ο αδερφός άνοιξε δική του επιχείρηση στη Φρανκφούρτη. Ο πατέρας εγκατέλειψε τα καΐκια κι έγινε κι αυτός έμπορος, γύρω στο 1957. Ακολούθησε κι ο μικρός αδερφός. Οι δυο τους άνοιξαν τον δρόμο του Καλύμνιου σφουγγαριού στην Ευρώπη, με αποτέλεσμα να τροφοδοτούν ολόκληρη την ήπειρο. Τις εμπορικές τους ανάγκες κάλυπτε σύσσωμη η παραγωγή σφουγγαριού του νησιού: «Καμιά τριανταριά έμποροι σφουγγαριών από την Κάλυμνο κάλυπταν σε εξαγωγές όλη την Ευρώπη». Η οικογένεια Κουτούζη μόνη της παρήγαγε «3-4 τόνους σφουγγαριών τον χρόνο».

Ένα άκρως επικίνδυνο επάγγελμα

Αλλά πίσω από τους τόνους και τα εμβάσματα κρύβεται μια από τις σκληρότερες επαγγελματικές μοίρες που γνώρισε ποτέ ο ελληνικός κόσμος. «Δεν υπάρχει πιο δύσκολο επάγγελμα στον κόσμο», λέει. «7 μήνες σε ένα καΐκι. Πολλές φορές έβγαζαν ποντικό από το νερό για να τον πιούνε» συμπληρώνει.

Οι καταδύσεις έφταναν τα 70-80 μέτρα βάθος, χωρίς τεχνικές αποσυμπίεσης, χωρίς κανένα πρωτόκολλο ασφαλείας: «Πέθαιναν ή έμεναν παράλυτοι». Το 1957 δεν έλεγαν «πέθανε», έλεγαν «έσκασε» ο σφουγγαράς, μου είπε χαρακτηριστικά. Ο δύτης «δεν τρώει όλη την ημέρα τίποτα, γιατί βουτάει όλη μέρα στα 50-60 μέτρα. Το βράδυ έτρωγαν όλοι».

Ο Κουτούζης έχει χάσει πολλούς φίλους, από 18 έως 27 χρονών. «Από τη βουτιά βγαίνεις ή παράλυτος ή πεθαμένος. Η Κάλυμνος είναι ένας βράχος. Είμαστε 20 χιλιάδες κόσμος. Από τι άλλο να ζήσουμε; Γι’ αυτό μας έχει φάει η ναυτοσύνη!» αναφέρει στη συνέντευξή του στο Travel.gr.

Αυτή η ίδια ναυτοσύνη έκανε το νησί πρώτη δύναμη σε όλη την Ελλάδα στα παράκτια αλιευτικά, «ειδικά στην αλίευση ξιφιών και τόνων», και τους έστειλε σφουγγαράδες ως τη Φλόριντα και τις Μπαχάμες. «Το Tarpon Springs στη Φλόριντα και οι Μπαχάμες ήταν γεμάτες Καλύμνιους» αναφέρει

Μετά την άνοδο, η πτώση: Σαν σφουγγάρι

Η κατάρρευση ήρθε σε στάδια. Πρώτα ο Καντάφι: «Η φθορά του καλύμνιου σφουγγαριού ξεκίνησε με τον Καντάφι στη Λιβύη, ο οποίος επέβαλε φόρο στους ξένους αλιείς για να προστατεύσει το δικό του. Έπειτα, το 1986, αρρώστησαν τα σφουγγάρια ολόκληρης της Μεσογείου. Είπαν ότι οφείλεται στο Τσερνόμπιλ. Ο πατέρας είχε φύγει ήδη, το 1970. Τα σφουγγαράδικα της Καλύμνου γονάτισαν».

Ο Κουτούζης δεν εγκατέλειψε. Μετανάστευσε στο Key West της Φλόριντας, έκανε αποθήκες σφουγγαριών, το ίδιο έκανε και στις Μπαχάμες. Στη Λιβύη έχτισε επιχείρηση με ντόπια καΐκια και Καλύμνιους δύτες, που σταμάτησε με τον εμφύλιο μετά τη δολοφονία του Καντάφι. Παρ’ όλα αυτά, κατάφερε να φέρει έναν τόνο σφουγγαριών από εκεί.

Το εμπορικό δίκτυο απλώθηκε σε Τουρκία, Λιβύη, Τυνησία, «σε ένα μέρος που λέγεται Ζαρζίς, στο αεροδρόμιο του νησιού Ζέρμπα». Πήγε ερασιτεχνικά και στα «πάνω μέρη», τη Βόρεια Ελλάδα. Συνήψε διακρατική συμφωνία ακόμα και με τη Σοβιετική Ένωση, στη Μόσχα το 1987, για σφουγγάρια τύπου “Elephant ear”. Διακόσιες χιλιάδες δολάρια, από τα οποία πλήρωσα στο ελληνικό κράτος τότε 2 ή 3% (σ.σ. 1987)».

Όταν του πρότειναν οι Σοβιετικοί να δουλεύει «δελφίνι καράβια», αρνήθηκε: «Εγώ είμαι σφουγγαράς, δεν ξέρω άλλο επάγγελμα στη ζωή μου, αυτό έχω μάθει», τους απάντησε. Χτύπησε πόρτες σε Ιαπωνία και τα κατάφερε κι εκεί, ζώντας «στα καλύτερα ξενοδοχεία της Οσάκα», αλλά και σε Ταϊλάνδη, Κροατία, η οποία «βγάζει Μαρδαπά». Έφερε 70 δύτες από το Μπόντρουμ της Τουρκίας, γιατί και «εκεί έχει πολύ σφουγγάρι». Έχει αλωνίσει «τη Βόρεια Αφρική, που την ξέρω όπως ξέρω την Κάλυμνο», και την Τουρκία.

Ο πιο κοσμογυρισμένος Καλύμνιος έμπορος σφουγγαριού ήταν Νικόλας Βουβάλης, ένας από τους πιο πλούσιους ανθρώπους στον κόσμο», σφουγγαρέμπορος, πέθανε στα 59. Σήμερα, ο Μανώλης Κουτούζης, στα 82 του, βλέπει τα Καλύμνικα καΐκια να ψάχνουν πλέον για «Λουθούρια» ή «Δρούλους» γιατί τα αναζητούν οι Ασιάτες. «Σήμερα είναι πολύ δύσκολη η δουλειά γιατί η Μεσόγειος έχει αρρωστήσει» αναφέρει χαρακτηριστικά. «Σήμερα πουλάνε χόρτο για σφουγγάρια, ό,τι βλέπεις άσπρο σε σελοφάν είναι ψεύτικο. Τα σφουγγάρια πουλιούνται σε ίντσες, τα σωστά είναι ακριβά σφουγγάρια, τα φθηνά μόλις βραχούν, διαλύονται. Γιατί και στο σφουγγάρι, το φθηνό είναι τελικά ακριβό».