“Αλαμάνα” : Το αρμένισμα μιας λέξης που ενώνει θάλασσες, μνήμη και ελληνική ψυχή – Γράφει ο Γιάννης Αντ. Χειλάς

241

Από τα αφρισμένα νερά του Εύξεινου Πόντου έως το βαθυγάλανο και αφροκύματο Αιγαίο, μια λέξη ταξιδεύει στον χρόνο κουβαλώντας μέσα της ιστορία, ναυτοσύνη και γλωσσική ταυτότητα: η «Αλαμάνα». Δεν είναι απλώς ένας ναυτικός όρος· είναι ένα ζωντανό τεκμήριο της αδιάσπαστης συνέχειας της ελληνικής γλώσσας, μια ηχητική και εννοιολογική γέφυρα που συνδέει τον Όμηρο με τους σύγχρονους θαλασσινούς.

Στο εξαιρετικό αυτό δοκίμιο, ο δάσκαλος, συγγραφέας και λαογράφος Γιάννης Χειλάς ανασύρει από τη λήθη μια λέξη-σύμβολο και την ανασυνθέτει μέσα από μαρτυρίες, ιστορικές πηγές και βιωματική γνώση. Με αφετηρία την Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας, το κείμενο μετατρέπεται σε ένα ταξίδι όχι μόνο στη ναυτική παράδοση της Καλύμνου, αλλά και στη βαθύτερη ουσία της ελληνικής γλωσσικής κληρονομιάς.

Η «Αλαμάνα» γίνεται έτσι κάτι περισσότερο από πλεούμενο: γίνεται ιδέα, δύναμη και μνήμη· μια θαλασσομάνα λέξη που αντέχει στις φουρτούνες του χρόνου και μας καλεί να ξαναβρούμε τη σχέση μας με τη γλώσσα — πριν αυτή χαθεί μέσα στον θόρυβο της λήθης.

Παραθέτουμε το εξαιρετικό άρθρο του Γιάννη Χειλά

Αλαμάνα… !

Το αρμένισμα μιας ναυτικής  λέξης, ενός πλεούμενου, απ’ τη «Μαύρη Θάλασσα» – τον Εύξεινο  Πόντο,  ως κάτω το «Άσπρο Πέλαγος» – το   αφροκύματο Αιγαίο!

Ένα ναυτικό δοκίμιο από «τας Καλύδνας νήσους» και τα Ομηρικά ακρογιάλια,  για τον «Εορτασμό της Παγκόσμιας Ημέρας Ελληνικής Γλώσσας».

«Την γλώσσα μου έδωσαν Ελληνική, στις αμμουδιές του Ομήρου» Από  το ποίημα  « Άξιον Εστί» του Οδυσσέα Ελύτη                                                                           

***

Εισαγωγή :  Το παρόν δοκίμιο δεν δημοσιεύεται ετεροχρονισμένα, αφού επίσημα η 9η Φεβρουαρίου  έχει καθιερωθεί ως η Παγκόσμια Ημέρα  Ελληνικής  Γλώσσας, με την επίσημη ανακήρυξη από την UNESCO. Στόχος είναι η ανάδειξη της Οικουμενικής της σημασίας, της αδιάλειπτης συνέχειας 3.000 ετών και της τεράστιας επιρροής της στον παγκόσμιο Πολιτισμό και το ρόλο της ως φορέα επιστημών, φιλοσοφίας και πολιτισμού, ανά τους αιώνες.

Φροντίσαμε λοιπόν το  3ο Γυμνάσιο Χώρας Καλύμνου σε συνεργασία με τον υπεύθυνο του Ναυτικού Μουσείου των σφουγγαράδων της Καλύμνου,  Γιάννη Χειλά,  να τιμήσουμε την ημέρα αυτή έγκαιρα και με σεβασμό, εστιάζοντας τις ενέργειές μας  ιδίως στο  δικό μας Γλωσσικό ιδίωμα της Καλύμνου, ώστε οι μαθητές να διαπιστώσουν την ιστορική γλωσσική συνέχεια, από την Ομηρική εποχή μέχρι τις μέρες μας. Εκτός από ξεχωριστό video, στο οποίο  αποτυπώθηκε γλωσσολογικά,  διά ζώσης,  η Καλύμνικη ντοπολαλιά. – αυτό το υλικό στάλθηκε στο ΥΠΕΠΘ – ακολούθησε  και ειδική ομιλία από τον συνταξιούχο δάσκαλο, συγγραφέα και υπεύθυνο του Ναυτικού Μουσείου Καλύμνου στην αίθουσα εκδηλώσεων του 1ου Δημοτικού Σχολείου Χώρας Καλύμνου. Ας γευτούμε λοιπόν τη δυναμική της Ελληνικής Γλώσσας στο παρακάτω ναυτικό δοκίμιο και ας προβληματιστούμε πώς και γιατί φτάσαμε στο σημείο να … «χάσουμε τη γλώσσα μας»!

***

ΑΛΑΜΑΝΑ

Τράβηγμα   με σχοινί από ναύτες πληρώματα ή  και λιμενεργάτες για μετατόπιση σε μόλο,  από στεριάς – με  «ιτέκι» (σφουγγαράδικη Ομηρική και Καλύμνικη λέξη),  πλοίου τύπου «Αλαμάνας», το οποίο φέρει ιστιοφορία σακ(χ)ολέβας

Β΄ μισό 18ου αιων.μ.Χ.  Χαλκογραφία (λεπτ.)  Αθήνα, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη. Έκδοση Εθνική Τράπεζα Ελλάδος «Ελληνική Εμπορική Ναυτιλία» 1972

***

αλαμάνα, (η)  α) « Ος αν τα ονόματα είδη, είσεται και τα πράγματα»,Πλάτων

Όποιος γνωρίζει τα ονόματα ( τις έννοιές τους, και τα είδη) θα γνωρίσει και τα πράγματα στην πραγματική τους διάσταση)

Τι γράφουν τα Λεξικά:

Α)  1.  Μεγάλο αλιευτικό δίχτυ ή λέμβος

      (ΕΤΥΜΟΛ.  Κατά μία άποψη από το τουρκ. Alamana)

      2. Τοπωνύμιο της γέφυρας του Σπερχειού ποταμού.» «Το γεφύρι της Αλαμάνας»

ΕΤΥΜΟΛ. Πιθανόν από το γερμανικό φύλο τους Αlemanius, που χαρακτηρίζεται για την ορμητικότητά του.  Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας ( Γ. Μπαμπινιώτη)

 Β)   1. Μαύρο χοντρό πουκάμισο που φορούν οι ναυτικοί απάνω απ’ τ’ άλλα ρούχα τους.

2. μεγάλο δίχτυ ειδικό για παλαμίδες. 3. είδος βάρκας με την οποία ψαρεύουν παλαμίδες 4.ιστιοφόρο που χρησιμοποιείται για τη μεταφορά κηπευτικών και φρούτων. (ΕΤΥΜΟΛ.  ΄Αγνωστης ετυμολογίας 😉   Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας  (ΠΑΠΥΡΟΣ)

* * *

Το αμφίβολο  των ερμηνειών, «φάτις ουκ αΐδηλος»  (φήμες – λόγια όχι και τόσο… ξεκάθαρα), αλλά και το μη τεκμηριωμένο της ετυμολογίας της λέξης «αλαμάνα», για την οποία έχω προσωπικά ακούσματα από παλιούς ναυτικούς- θαλασσινούς και καραβομάστορες,  μου έδωσε το ερέθισμα να επιχειρίσω  την ανάλυση – σύνθεση  και ερμηνεία αυτής της ιστορικής αλλά και πανέμορφης ηχητικά ναυτικής λέξης, με τα παρακάτω στοιχεία:

***

Αλαμάνα  ή κάγκαλης

Ιστορικά στοιχεία:

α)   αλαμάννα: Είναι γνωστή μόνο η ονομασία του τύπου, χωρίς ιδιαίτερα στοιχεία περιγραφής. Αναφέρεται ως σκάφος τουρκικής προέλευσης με ιστιοφορία ένα μεγάλο λατίνι (πανί) και πλήρωμα που έφτανε τα είκοσι άτομα περίπου. Σε άλλη πηγή η αλαμάννα προσομοιάζει με το μίστικο*, είχε 26 κουπιά, λατίνι και φλόκο, ενώ οι μεγαλύτερες είχαν και ράντα στην πρύμνη(!)

Κώστας  Δαμιανίδης  « Ελληνική Παραδοσιακή Ναυπηγική»

β) « Τα λάζικα* καΐκια τα λένε καγκαλήδες επειδής το κοράκι της πλώρης είναι αψηλό και γυριστό σαν κέρατο κι από κει το είπανε γκάγκαλη, γιατί γκάγκα θα πει μύτη στα τούρκικα, μ’ άλλα λόγια μυταράς.»      Φώτης Κόντογλου

γ) Καγκάδες : Οικογένεια πρωτομαστόρων ταρσανατζήδων, καρναγιατζήδων της Συμαϊκής ναυπηγικής.

                              Γεωργ. Ζουρούδη « Η Ναυπηγική στη Σύμη», « Τα Συμαϊκά»  Τόμος Β΄1974»

***

«Για την Αλεξάνδρεια θα πρέπει να γράφει Αλεξανδρινός»,  Καβάφης

δηλ. Αν δεν ζήσεις στην Αλεξάνδρεια και αν δεν συμβιώσεις  με τους Αλεξανδρινούς,  μην…γράφεις  γι αυτήν και γι αυτούς!

  Μαρτυρίες παλιών θαλασσινών:   Οι Καλύμνιοι: καπ- Μανώλης Σαρούκος (γκαγκαβατζής- σφουγγαράς), ο Μιχάλης Μπαλαλής (εμπορευόμενος θαλασσινός), ο Γιάννης Τσουλφάς, ( σφουγγαροκαπετάνιος),  υπέργηροι θαλασσινοί με πείρα και γνώση  στα ναυτικά, πρόσφυγες από τα παράλια της Μ. Ασίας ( Αλικαρνασσείς – Πετρουμιανοί), οι οποίοι ήρθαν και στέριωσαν στην Κάλυμνο  και που  γνώρισαν – έζησαν από κοντά αυτά τα πλεούμενα, τις αλαμάνες, σαν ήταν ακόμα σε χρήση μέχρι το τέλος του πολέμου – αρχές δεκαετίας του 1950,  μαρτυρούν, ότι τα σκάφη « αλαμάνα και  γκάγκαλης » είχαν αρκετά κοινά στοιχεία ως προς την ναυπηγική  και το χνάρι* τους. Στην περιοχή  μας τα γνώριζαν περισσότερο ως «αλαμάνες», προσδίδοντάς τους όμως και το χαρακτηρισμό «κάγκαλης». 

           Ουσιαστικές όμως  κρίνονται  οι μαρτυρίες και οι αφηγήσεις για το τεχνολογικό  – ναυπηγικό σκάρωμα και τις ναυτικές ορολογίες για την αλαμάνα, από τα μέλη της  οικογένειάς μου (οικογένεια καραβομαραγκών καραβομαστόρων,  Μάστρο – Γιάννη Γεωργ. Χειλά – «Γέρο – Γλάρου», που με τα «γλαρόνια» του,  τους έξι γιους του – ένας απ’ αυτούς και ο πατέρας μου –  εγγόνια και δισέγγονα από τις αρχές του 1900,  σκάρωναν  και σκαρώνουν, μέχρι τα σήμερα,  εδώ και τέσσερις γενιές αιγαιοπελαγίτικα σκαριά και σφουγγαράδικα πλεούμενα.

   Η αλαμάνα λοιπόν, σύμφωνα με τις μαρτυρίες τους, αλλά και άλλων πολλών ναυτικών, που ταυτίζονται και αλληλοσυμπληρώνονται, ήταν πλοίο δυναμικό με υπερβολικά υπερυψωμένη κι αγέρωχη την πλώρη ((ψηλοκέφαλο), με  δρεπανόγυρτο ποδόσταμο, στρογυλομύτικο, (σαν τους ατχταρμάδες)  με γυρτή –  κατσουνωτή  μύτη «κοράκι» σαν το ράμφος – μύτη κορακιού – κορώνης) , ( νηυσί  κορωνίσι. Ομήρου Ιλ. Α΄ 170) κι αυτό για να μπορεί ν’ αντέχει στις ψηλές και χοντρές  θάλασσες στο ανέπλωρο – ανάπλωρο αρμένισμά της, ιδίως όταν ήταν αναγκασμένοι να κρατούν τραβέρσο πάνω στον άγριο  καιρό και στο δυνατό κύμα. Είχε όμως εξ ίσου  πανύψηλη και καμπυλόπρυμνη την πρύμνη της, με μικρό καθρέφτη – αϊνά όπως τα περάματα (εν νέεσσιν κορωνίσιν Οδ.Τ.182) για να προστατεύονται στο πρύμα, δηλαδή σαν είχαν τη θάλασσα πρύμνα – «στο βελόνι», ώστε  να μην μπουκάρουν ζωντανές μέσα οι χοντρές θάλασσες (κύματα βουνά), που καλύβωναν και ήταν πολύ επικίνδυνες. Άλλο χαρακτηριστικό γνώρισμά της ήταν ή έντονη σιμότητα – το βιάρισμα, δηλαδή η κυρτότητα του καταστρώματος, από τη πλώρη στην πρύμνη. Περπατώντας την, πλώρα – πρύμ(ν)α, νόμιζες πως ανέβαινες σε λόφο και αυτό για να φεύγουν – ξελιμπαίρνονται εύκολα τα νερά από τα μπούνια, αλλά και  για να είναι εύκολη η φόρτωση και εκφόρτωσή της, με μαδέρια,  στα χαμηλά μουράγια όπου πλεύριζαν. Η αρματωσιά της ήταν με πανί τύπου σακ(χ)ολέβα και με το άλμπουρο κοντό και σπαστό, ώστε να κατεβαίνει – γέρνει κάθε φορά που περνούσε απ’ τα γεφύρια του Βόσπορου. Στα τελευταία χρόνια, μεταπολεμικά, τη θυμούνται και με μοτόρι – μηχανή.   ΄Ηταν μ’ ένα λόγο ναυτικό σκαρί,* γερά σκαρωμένο – κτισμένο* έτσι, που ν’ αντέχει στις μεγάλες φουρτούνες και στις χοντρές θάλασσες, τα δυνατά και ψηλόγυρτα κύματα, τις «μανά(δ)ες» του ανοιχτού πελάγους · θαλασσομάχο  και … ικανό  – επιτήδειο – μάνα στις θάλασσες, δηλαδή   θαλασσομάννα!   

 Τέτοια πλοία ξυλίτικα, «αλαμάνες»,  μεγάλα ως και τριακόσους τόνους – αναφέρονται και μεγαλύτερα –  τα έλεγαν και «Μαυροθαλασσίτικα» ή « Λάζικα», γιατί τα έφτιαχναν – σκάρωναν στις βορειοανατολικές περιοχές – ακτές του Εύξεινου Πόντου – της Μαύρης θάλασσας, ιδίως στην περιοχή των Λαζών (Λαζιστάν) όπου οι πληθυσμοί τους συμβίωναν αρμονικά – αδελφικά με ναυτικούς  Έλληνες του Πόντου, που  είχαν αρχέγονες ελληνικές ρίζες και η ονομασία «αλαμάνα»  πρέπει να έχει δοθεί απ’ αυτούς. Αργότερα, με την επικράτηση των Τούρκων σ’ αυτές  τις περιοχές, τους δόθηκε το όνομα «γκάγκαλης» δηλ. «μυταράς».   Αυτά τα πλεούμενα, φορτωμένα ως τα μπούνια* (γι αυτό είχαν και ψηλά μπαστιγάγια*), με   εμπορεύματα (στάρια, αλεύρια, καπνά, μπαμπάκια, λάδια, κρασιά, ξυλεία – κερεστέ  κ.α.)  αρμένιζαν στις φουρτουνιασμένες θάλασσες και τα τρικυμισμένα μπουγάζια της Μαύρης και Άσπρης θάλασσας (Αιγαίο Πέλαγος), Γι αυτό τα έλεγαν και ««μπουγαζάνες». Αρμένιζαν δε και ως κάτω την Κύπρο και την Αίγυπτο και… πάλι, γιαλό – γιαλό τις παράκτιες στεριές της Ανατολίας, προσεγγίζοντας και  νησιά του ελληνικού Αρχιπελάγους, για εμπορικές συναλλαγές ανεβαίνοντας προς τα λημέρια τους!

Πλεούμενο «αλαμάνα» προσεγγίζει το νησί της Πάτμου, προφανώς για εμπορικούς λόγους. Το λιμάνι του νησιού η Σκάλα και ψηλά η Χώρα και το Μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου. β΄μισό του 18ου αιώνα. Χαλκογραφία, Αθήνα Γεννάδειος βιβλιοθήκη.

( Από την έκδοση της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος, «Ελληνική Εμπορική Ναυτιλία»)

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ: Στηριζόμενοι  λοιπόν στις παραπάνω πηγές μπορούμε να οδηγηθούμε, αβίαστα και με βεβαιότητα θα έλεγα, στην  ετυμολογία της  ελληνικότατης λέξης  αλαμάνα. Είναι αυτή που δόθηκε το πρώτον από τους Ελληνοπόντιους – Ευξείνιους.

λέξη α΄  αλς – αλός < άλα + μάνα < αλαμάνα = θαλασσομάνα

«νήα  μέλαινα  ερύσσομεν εις άλα.» Ομ. Ιλ. Α΄ 141

( Μαύρο καράβι –πισσοπαλαμισμένο –  ας σύρομε στη θάλασσα)

λέξη β΄  μάνα = ως β΄ συνθετικό, μεγενθυτικό. α) Προσδίδει την έννοια του μεγάλου που ξεχωρίζει για τη δυναμική, την ικανότητά του ανάμεσα στα ομοειδή του. π.χ. καβουρο-μάνα, κυματο-μάνα, θαλασσο-μάνα, αστακο-μάνα, χταποδο-μάνα κ.α.

 « Σαν ήτανε  αγριοσοροκάδα (Ν.Α.άνεμος) – μεγάλη φουρτούνα με κυματισμό, μικρά παιδιά, κατεβαίναμε  στο γιαλό να δούμε τις ζωντανές μανάες,  πού’ ταν μεγάλα και δυνατά κύματα,  που ψήλωναν σαν  ήρχουντο  ’που το ανοιχτό  πέλα(γ)ος κι ησκούσασι  στους μόλους και στα μουράγια. Μια φορά, μια μεγάλη μάνα ηκόντεψε α μας πάρει μέσα·  κιντυνέψαμε (ν) α χαθούμε! »

Επίσης, τέτοιες μεγάλες μανά(δ)ες ερχόταν από το ανοιχτό πέλαγος του Λεβέτθου (Λέβιθα)  και  ησκούσασι με μανία στις παραλίες του Καντουνιού και των Λιναριών.

                                                                                 (Προσωπικό βίωμα του γράφοντος)

β) Προσδίδει τη δυναμική της ξεχωριστής ικανότητας, της επιδεξιότητας. Φρ. « Ο Γιώργης είναι μάνα στις βουτσές (βουτιές),  σε βατσά (βαθιά) κι άγρια  νερά!». Έτσι λοιπόν με την παραπάνω έννοια η λέξη αλαμάνα είναι το πλεούμενο που έχει τη ικανότητα και τις αντοχές, «είναι μάνα»  να παλέψει με τις «μανάες»,  τις μεγάλες θάλασσες , δηλαδή πλεούμενο θαλασσομάνα

* * *

αλαμαννί  (το) = Από το αλαμάνα,( όπως η σκάμνα – το σκαμνί, η στάμνα – το σταμνί), παράγεται και  η  αλαμάνα –  το αλαμανί. Μικρό πλοιάριο που έχει τα χαρακτηριστικά του πλεούμενου  αλαμάνα.  Ήταν προφανώς το μικρό αλιευτικό πλοιάριο,  με το οποίο ψάρευαν οι ψαράδες του Βοσπόρου τις παλαμίδες, με δίχτυα ψηλά – αρτάδα, που ήταν  και βαριά. Έτσι δικαιολογείται και η ψηλή και καμπυλόγυρτη πλώρη του·  να σηκώνει το βάρος των παλαμιδόδιχτ(υ)ων και  ν’ αντέχει τις χοντρές θάλασσες!

* * *

Το Γεφύρι της Αλαμάνας

Οι ιδιότητες και η δυναμική του θαλασσινού σκάφους αλαμάνα μεταφέρθηκαν και στο γεφύρι του Σπερχειού ποταμού, την Αλαμάνα. Το δοξαρωτό -τοξωτό καμπύλωμα του γεφυριού, σαν της αλαμάνας το ποδόσταμο* και το βιάρισμα*- σιμότητα, το στέρεο πετρόχτιστο και μαστορικάτο κτίσιμό του – και τα πλεούμενα τα χτίζουν οι «τέκτονες» καραβομάστορες – το κάνουν ικανό – μάννα  ν’ αντέχει στα φουσκωμένα ορμητικά και βίαια ποταμίσια ρέματα του Σπερχειού, που σαν φουσκώσει μοιάζει με θάλασσα φουρτουνιασμένη.

Με βάση λοιπόν την παραπάνω ετυμολογική ανάλυση – σύνθεση και  ερμηνευτική απόδοση της λέξης αλαμάνα ( αλς + μάνα), που  στηρίζεται σε πραγματικές ελληνικές ρίζες ( Όμηρο και Έλληνες ναυτικούς), οι κάτοικοι της περιοχής  (Θεσσαλικός κάμπος) στην οποία βρίσκεται το γιοφύρι, που γνώρισαν τη θάλασσα από την εποχή των Αργοναυτών, οι οποίοι έφτασαν ως πάνω τον Πόντο (στα μέρη με τις αλαμάνες),  από το πέρασμα του  πάντα θαλασσοαφρισμένου Αιγαίου προς την Τροία, αλλά και τις αλαμάνες ως πλοία ικανά για θαλασσοπάλεμα και εμπορικά – μεταφορικά, που κουβαλούσαν τα προϊόντα του Θεσσαλικού κάμπου, έδωσαν το όνομά της στον ορμητικό και φουσκωμένο – οργισμένο στο διάβα του Σπερχειό ποταμού και στο γεφύρι του  «Γέφυρα της Αλαμάνας».  ΄Ετσι  ο μεν Σπερχειός,  ονομασία η οποία προέρχεται από το Ομηρικό ρήμα σπέρχω, δηλώνει την ορμητικότητα  και τη δυναμική του θεσσαλικού ποταμιού, την οργισμένη ροή του, τις δίνες των ρευμάτων και το φούσκωμά του, που είναι ίδιο με της θάλασσας, όταν «λυσσωδώς κυμαίνεται»,  το δε γεφύρι του η «Αλαμάνα» απ’ το  γάρμπος* και  τις  αντοχές , που μοιάζουν μ’ αυτές  της θαλασσομάχας αλαμάνας!

* * *

Αλαμανιά, (τα)  Παρωνύμιο  της  οικογένειας Αντωνίου Γ. Μαΐλλη, απ’ την ενορία Πρόδρομου της Χώρας Καλύμνου. Ο γενάρχης Μαΐλλης Αντώνης, όπως τον θυμούνται οι παλιοί Καλύμνιοι, ήταν άνθρωπος δυναμικός και σαν δραγάτης (αγροφύλακας) που φύλαγε τα χωράφια, πιστός στο καθήκον του, μάνιαζε  σαν τη «μάνα»  το βαρύ κύμα,  της φουρτουνιασμένης θάλασσας του Καντουνιού,  που ερχότανε από το ανοιχτό πέλαγος της Αστροπαλιάς με καιρό πουνέντη (δυτικό) κι όσο γιάλωνε, αψήλωνε, θέριευε, «νταρντάνευε», αντρειωνόταν  και σκούσε με θυμό κι αντάρα,  παλεύοντας να ξεριζώσει τις γέρικες  αρμύρες της Πατέλλας. Κι αλίμονο σ’ όποιον κατσαπλιά ήθελε κάμει ζημιά με τα ζα (ζώα)του, στα ξένα δεντριά και στα σπαρτά! ΄Ολοι στην οικογένεια αυτή, από πατέρα φτωχό βιοπαλαιστή, βγήκαν και είναι άνθρωποι των γραμμάτων, σπουδασμένοι καθηγητές, γιατροί,  που πρέπιζαν* τα Θένια, τον σφουγγαρομαχαλά του Χωριού, πάνω στον Πρόδρομο. Τα « Αλαμανιά», τους αείμνηστους Σεβαστό και Γιώργο Μαΐλλη, τους διέκρινε η φιλομάθεια, η αγωνιστικότητα και ο αγνός πατριωτισμός. Στα χρόνια της ιταλοκρατίας στα Δωδεκάνησα, νεαροί ακόμα, φυλακίστηκαν από τους  Ιταλούς στις φυλακές της Ρόδου για την πατριωτική τους δράση. Δίκαια λοιπόν είχαν αυτό το αγέρωχο, το αγωνιστικό και υπερήφανο σαν αλαμάνες  μέτωπο – «κούτελο» στη Καλύμνικη  κοινωνία, που τους το απέδωσε – τους το κόλλησε με το παραπάνω παρατσούκλι, τα « Αλαμανιά» !

* * *

Είναι αλαμάνα…

 Μτφ.  Γυναίκα ψηλή, εύρωστη, μεγαλόσωμη, δυναμική, αλλά και χαριτωμένη, όπως και η «νταρντάνα»,(άλλο παλιό πλεούμενο που  μοιάζει με την αλαμάνα και ίσως σ’ αυτό αναφέρεται ο  κ. Κώστας Δαμιανίδης), Είναι  καταφερτζού, αλλά και πλανεύτρα, γεμάτη ενέργεια, πάντα μπροστάρισσα, που μπαίνει μες σ’ όλους τους κινδύνους, σ’ όλα τα δύσκολα, με την πλώρη – το μέτωπο – την αξιοπρέπεια ψηλά και πάντα αρμενίζει ανέπλωρα,* κόντρα στις μανά(δ)ες – στα μεγάλα κύματα της τρικυμισμένης ζωής!

φρ. « Μεγάλη αλαμάννα η Μαρζά. Εν τα βάλει καένας μαζί της!»

      «Μ’ αυτή την αλαμάννα ήπηες κι ήμπλεξες; Ε  θάχεις καλά ξεμπερδέματα!»

Κάλυμνος, Μάρτης μήνας,  από το «έκπαλαι» στο… εσαεί

Γιάννης Αντ. Χειλάς

***

Πηγές: « Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσης» H. Liddell & R. Scott

             « Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας»  Πάπυρος

             Αφηγήσεις παλιών ναυτικών οι οποίοι  στα χρόνια τους, (ως τις αρχές της      δεκαετίας του 1950)   γνώρισαν  τις αλαμάννες, που ταξίδευαν και στα δικά μας μέρη.

* Γλωσσάρι:                                                                                          

ανέπλωρα = αρμένισμα, ταξίδεμα πλεούμενου με την πλώρη  απ’ ευθείας πάνω στον καιρό, πάνω στο κύμα

βιάρισμα, το = το κυρτό γέρσιμο  της κουπαστής  από την πλώρη ως την πρύμνη

γάρμπος, το (ιταλ. garbo) =  σχήμα, συμμετρικότητα, διαμόρφωση, μορφή

έκπαλαι= από τα πολύ παλιά –παλιά  χρόνια, ποιος ξέρει από πότε;

κάγκα, η = το  κοράκι, το γαμψό άνω μέρος του ποδόσταμου της πλώρης, μύτη του πλεούμενου

κορώνη, η = κοράκι, μτφ.  η κάγκα, το πάνω τμήμα του ποδόσταμου της πλώρης

κατσουνωτή =  καμπυλωτή, γυρτή,  γαμψή

λάζικο = το προερχόμενο από την περιοχή των Λαζών του Εύξεινου  Πόντου.

μπαστιγάγια, τα = ξύλινα πλευρικά προστατευτικά υπερυψώματα του  καταστρώματος, επί της κουπαστής

μπούνια,τα = ανοίγματα-  υδρορροές στο ύψος του καταστρώματος για  να φεύγουν τα νερά της    βροχής και της θάλασσας. Μτφ. το ανώτατο σημείο

                                  φόρτωδης  του πλοίου, ή της αντοχής, της χωρητικότητας.

.ποδόσταμο, το = προέκταση της κύριας καρένας προς τα πάνω για το σχηματισμό της   πλώρης και πρύμνης

πρεπίζω = ομορφαίνω, στολίζω

σιμότητα = η κυρτότητα του καταστρώματος του πλοίου, από πλώρη σε πρύμνη, για να φεύγουν εύκολα τα   νερά, αλλά και  για να είναι εύκολη η φόρτωση – εκφόρτωσή του φορτίου που μετέφερε σε χαμηλά μουράγια.

σκαρί , το =   το πλεούμενο  

σκάρωμα  – χτίσιμο του σκαριού = το σύνολο των εργασιών για την κατασκευή του          πλεούμενου – πλοίου, σκάφους

χνάρι = το σχήμα, η μορφή  των ποδόσταμων (πλώρης και πρύμνης) και των νομέων – σκαρμών,  που χαρακτηρίζουν και  τον τύπο του πλοίου.