Οι νύχτες στην Παναγία των Τσουκχουώ – Του Γεωργίου Ι. Χατζηθεοδώρου

1196

Κλειστές οι εκκλησιές, όλες αυτές στις άγιες και ξεχωριστές  στο χρόνο ημέρες. Λειτουργούν βέβαια, αλλά με άδεια καθίσματα, και δίχως  την απαραίτητη παρουσία εκκλησιάσματος, το  οποίο  και αποτελεί τον κλήρο της μαρτυρίας   που πιστοποιεί  και καθιστά έγκυρη την τέλεση της θείας λειτουργίας και συμμετέχει και συγκοινωνεί και λαμβάνει τη θεία μετάληψη με το αίμα και το σώμα του Χριστού

Άδειοι οι ναοί άδεια και απούσα εκείνη η πνοή της αόρατης αύρα της  μέθεξης που πλανιέται στο χώρο της κοινής προσευχής, όταν μετέχουν οι πιστοί… Πρωτόγνωρο το γεγονός στα ημέρες μας να είναι κλειστές. οι εκκλησιές. Είχε ξαναγίνει στην Κάλυμνο πριν ενενήντα τόσα χρόνια-για εθνικούς τότε λόγους. Όμως η σημερινή γενιά δεν το πρόφθασε, όπως δεν πρόφθασε και πολλά που σηματοδοτούσαν αυτές τις ημέρες.

Άδειοι, λοιπόν, οι ναοί και δεν ξέρουμε  και για πόσο. Εμένα κάτι μου λέει ότι θα είναι οι τελευταίοι που θα ανοίξουν…Πάντως τα κομμωτήρια ανοίγουν πρώτα αφού μετά τη γκρίνια των γυναικών των κυβερνώντων, θεωρούνται ως πρώτης κατηγορίας ανάγκη…

Έψαλλα προχθές σε άδεια  στασίδια και η σκέψη  που πήγε πίσω πολλά χρόνια, πάλι εδώ, στη μεγάλη μας εκκλησιά  την Παναγιά την Κεχαριτωμένη. Πήγε στις νυχτερινές ακολουθίες που έζησα, στις  νύχτες όπως τις λέγαμε, αυτών των ημερών. Τώρα θέλετε επειδή γέρασα, θέλετε επειδή άλλα θυμόμουνα και άλλα πρωτόγνωρα ζούμε τώρα!…ένα δάκρυ κύλησε!…

Στην Κάλυμνο ,το νησί της μεγάλης θρησκευτικότητας ευλάβειας και χριστιανωσύνης, όταν ήμουν παιδί μικρό, γέμιζαν οι εκκλησιές κάθε μικρή ή μεγάλη σχόλη. Έτσι τα βρήκαμε τότε από τους γονείς μας και αυτοί πάλι από τους δικούς τους

Όλες οι θρησκευτικές ακολουθίες άρεσαν στους Καλύμνιους. Εκείνες όμως που γέμιζαν με συγκίνηση τη ψυχή μικρών και μεγάλων, παλιότερα, ήταν οι νυχτερινές, οι νύχτες που είπα παραπάνω. Οι ακολουθίες αυτές ήταν βασικά του Μεγάλου Κανόνα και του Ακαθιστου Ύμνου,του Περμάχου, δηλαδή  της πέμπτης βδομάδας την νηστειών και οι όρθροι της Μεγαλοβδομάδας που γίνονται νύχτα. Βλέπετε τις άλλες βδομάδες ο Ακαθιστος ψαλλόταν ενωρίς το απόγευμα και δεν υπήρχε η συνήθεια να γίνονται και νυκτερινές προηγιασμένες, ούτε εσπερινοί αργά, παρά μόνο τις πρώτες απογευματινές ώρες. Ο κόσμος μαζωχνόταν ενωρίς στο σπίτι του.

Με πολλή, θυμάμαι, προσμονή οι μεγάλοι και λαχτάρα οι μικροί ,περίμεναν πότε θα ερχόντουσαν οι νύχτες.Οι μεγάλοι, για να ζήσουν τη μυσταγωγία των νυκτερινών αυτών ακολουθιών, η οποία γινόταν πιο μεγάλη από την ιδιαιτερότητά των συνθηκών της τέλεσής τους και οι μικροί για τους δικούς τους λόγους που θα εξηγήσω παρακάτω.

Κάποτε έφθανε η Τετάρτη του Μεγάλου Κανόνα, η πρώτη νύχτα, που θα ψάλλονταν τα τρακόσα εξήντα πέντε τροπάρζα. Από νωρίς το απόγευμα οι γυναίκες τελείωναν τις δουλειές τους, για να είναι έτοιμες να πάνε στην εκκλησιά όσο πιο ενωρίς μπορούσαν. Εκεί όταν πήγαιναν έπιαναν καθορισμένη θέση στον κυρίως ναό ή στο γυναικωνίτη, θέση που τη διατηρούσαν, κατά το δυνατόν, σε όλες τα νύχτες.

Η θέση στον ευρύχωρο  γυναικωνίτη ήταν προτιμότερη, γιατί βολεύανε καλύτερα και τα παιδιά. Πολλές φορές μάλιστα έστρωναν και τίποτα πάνες ή κουβέρτες, για να κοιμίσουν τα πολύ μικρά παιδιά. Άλλες πάλι  πιο προνοητικές  ή αν θέλετε πιο άνετες, έστηναν και κούνιες για τα μωρά. Μετά από τις προετοιμασίες αυτές και μέχρις ότου  να αρχίσουν ο παπάς και οι ψάλτες, οι γυναίκες αντάλλασσαν μεταξύ τους  τα τρέχοντα νέα της ημέρας και στη συνέχεια επιδίδοντο στην οπτική επιθεώρηση των εισερχομένων  στην εκκλησία και στον απαραίτητο σχολιασμό τους. Μόλις δε αρχινούσε η ακολουθία και μετά από ολιγόλεπτη διακοπή και προσοχή στα ψαλλόμενα ξαναρχινούσαν, πιο έντονα τώρα, το κουτσομπολιό, με αποτέλεσμα η όλη ακολουθία να κυλά μέσα σε γενική βαβούρα.

Οι άντρες ερχόντουσαν με αρκετή καθυστέρηση μια και δούλευαν-εννοείται όσοι δεν είχαν φύγει για το σφουγγάρι-έπαιρναν θέση και παρακολουθούσαν τα ψαλλόμενα με αρκετό ενδιαφέρον, ιδίως όταν ο ψάλτης ήταν της έγκρισης και της αρεσκείας τους. Δεν παρέλειπαν βέβαια να δείξουν με εκφράσεις του προσώπου τους την επιδοκιμασία τους ή και τη αποδοκιμασία τους από τα όσα άκουγαν να εκτελούνται από τους παπάδες και ιδιαίτερα τους ψάλτες. Παράλληλα έριχναν άγριες ματιές στα κοπέλλια, δηλαδή στα πιτσιρίκια, που θορυβούσαν-άλλο πράγμα αυτά- καθώς και στις γυναίκες που είχαν εν τω μεταξύ στημένο κανονικό γειτονιό.

Και ερχόμαστε τώρα στα κοπέλλια. Σμήνος την εποχή εκείνη στην Παναγιά.

Από τις πρώτες μέρες της Σαρακοστής, δηλαδή, μόλις άρχιζε το Τριώδιο, έβαζαν μπρος την προετοιμασία τους για τις νύχτες κατασκευάζοντας τρίγωνα και βαρελότα, τα οποία χρησιμοποιούσαν κατ’ εξοχήν έξω από τις εκκλησιές όλες τις νύχτες, με αποτέλεσμα οι ακολουθίες να διεξάγονται ηχητικά μέσα σε πολεμική ατμόσφαιρα. Ε, από τότε το πράγμα εξελίχθηκε και το γνωρίζουμε σήμερα κυρίως με τους δυναμίτες

Τα κοπέλια έριχναν μπαταριές πολλές φορές με κλειδιά-θέλει εξήγηση η λέξη-ακόμα και  μέσα στην εκκλησιά. Ιδίως όταν ψαλλόταν η ακολουθία του Μεγάλου Σαββάτου και το πρωί οι ψάλτες έλεγαν «τον Κύριον υμνείτε» και το «Ανάστα ο Θεός» και όλοι οι εκκλησιαζόμενοι χτυπούσαν παλαμάκια και τα καθίσματα.(Τώρα βέβαια το έθιμο το πήραν και άλλοι αλλού, μα την πρωτοπορία την είχαμε εμείς. Μου έλεγε η μάνα  ότι όταν  βρέθηκε Μ. Σάββατο σε εκκλησία της  Αθήνας, κάπου το 1938, και άρχισε να χτυπά παλαμάκια, την πήραν για τρελή και πήγαν να την πετάξουν έξω από την εκκλησία), τα κοπέλλια έβρισκαν ευκαιρία και έριχναν τις δικές τους ομοβροντίες.

Εκτός από αυτά τα κοπέλλια, πριν πάνε στην εκκλησία  φρόντιζαν να προμηθευτούν    λουβζα, κάμπιλλα, ,κεφαλές από στάχυ, αρακατσούνια, χλωρά αμύγδαλα-όλα κλεμμένα από τα χωράφια- και κούννες – αγοραστές αυτές-,για να έχουν το επιδόρπιό τους και κυρίως διαρκή απασχόληση κατά τη διάρκεια της ακολουθίας.

Συνήθως πήγαιναν ομαδικά και κάθονταν μέσα στα αναλόγια των ψαλτών  τα οποία γέμιζαν από αυτά. Εννοείται ότι η φασαρία που έκαναν στο εκκλησίασμα και η ενόχληση που έφερναν στους ψάλτες ήτα κάτι παραπάνω από μεγάλη. Έξω όμως τα πετούσαν οι επίτροποι ή οι εκκλησιαζόμενοι από τα αναλόγια μόνο όταν το παράκαναν. Είχαν, βλέπετε, άσυλο εκεί επειδή υποτίθεται ότι παρακολουθούσαν τον ψάλτη ,για να μάθουν  και αυτό εθεωρείτο σχεδόν ιερή απασχόληση. Όταν τέλειωνε η ακολουθία έμενε κάτω στο πάτωμα των αναλογίων σωρός από φλούδια των σπόρων που έτρωγαν οι μικροί .Άλλα πάλι πήγαιναν στο γυναικωνίτη και αναβοσβηναν κεριά κάνοντας την ατμόσφαιρα αποπνιχτική ή έμπαιναν στο ιερό, πάντα για ενόχληση, αλλά μήπως οικονομήσουν και κανένα κομμάτι τύπο. Εδώ όμως τα πράγματα ήταν δύσκολα. Οι παπάδες ήταν πολύ άγριοι και δεν σήκωναν αστεία! Και ξύλο έδιναν και πέταγμα έξω από το ιερό ή και την εκκλησία έκαναν στα κοπέλλια. Άλλες πάλι φορές τα κοπέλλια έκοβαν βόλτες σε όλο το μήκος του εσωτερικού του ναού περπατώντας ή και τρέχοντας, άμα τα κυνηγούσαν οι επίτροποι που ήταν επιφορτισμένοι για τα διατήρηση εν γένει της τάξης .Μέχρι και τα πρώτα χρόνια της απελευθέρωσης υπήρχε ένας επίτροπος την Παναγιά με τις βράκες, ο Πολιτάρχης που ήταν ο φόβος και ο τρόμος των κοπελλιών, εντός και εκτός της εκκλησίας, αλλά πέθανε και βρήκαν τη ησυχία τους…Εννοείται ότι οσάκις οι επίτροποι επιχειρούσαν να επιβάλουν την τάξη γινόταν πανδαιμόνιο, ιδίως όταν επρόκειτο να κατεβάσουν τα κοπέλλια από τον γυναικωνίτη. Νόμιζε κανείς ότι γινόταν σεισμός…Όσα δε κοπέλλια κρύβονταν κάτω από τα βάθρα της εξέδρας του ναού που ήταν αποθηκευμένα στο γυναικωνίτη τα ξετρύπωναν με καλάμια που στο άκρο τους είχαν αναμμένα κεριά.

Πέραν αυτού οι επίτροποι,άγριοι οι περισσότεροι δε σήκωναν και πολλές κουβέντες,  οπότε συχνότατα έστηναν γερό καυγά κυρίως με τις γυναίκες για  ασήμαντη  αφορμή. Τέτοια μπορούσε να είναι το γυναικείο κουβεντολόι, το μοίρασμα των κεριών-τότε μοίραζαν μικρά κεριά στους εκκλησιαζόμενους- ή το κάθισμα στο στασίδι που έπιαναν. Παλιότερα,την εποχή της Δημογεροντίας οι επίτροποι της Παναγιάς είχαν αυξημένη εξουσία και αρμοδιότητα, ίσως δε από εκεί  να είχε την αρχή της η αναπτυγμένη αγριάδα τους. Σε όλη τη διάρκεια, λοιπόν ,της ακολουθίας της νύχτας έκοβαν βόλτες  στο ναό μοιράζοντας δεξιά και αριστερά και ιδιαίτερα προς τα κοπέλλια μοβόρικες ματιές , συνοδευόμενες από τα απειλητικό σιγανομουρμούρισμα.

Αταξία; Ναί!… Και όμως η μυσταγωγία της νύχτας έμενε ακέραιη και λειτουργούσε υπαρξιακά στις ψυχές  των εκκλησιαζομένων, Δε γινόταν αλλιώς. Ημίφως, καθώς και ηλεκτρικά φώτα δεν υπήρχαν ,χαμηλή ένταση αφού δεν είχε μικρόφωνα, κεριά που αχνοφώτιζαν τα πρόσωπα, ψάλτες που πάσχιζαν να βάλουν τη ψυχή τους στα κείμενα τα ψαλτικά από τα μισοκαμένα λόγω των κεριών βιβλία, και παράλληλα αγωνιούσαν να ακουστούν μέσα στη μόνιμη βαβούρα του πλήθους που συνόδευε το ψάλσμό τους, και πάνω από όλα η προσμονή της Ανάστασης.  Όλα αυτά και το κάθε ένα χωριστά δημιουργούσαν μια διαφορετική ατμόσφαιρα η οποία ξεπερνούσε τις τεχνικές και άλλες ατέλειες και ελλείψεις και τη στυλιζαρισμένη επιτήδευση των ναών των μεγάλων πόλεων και οδηγούσε στο αποτέλεσμα. Δηλαδή στη συνένωση του συναισθήματος των εκκλησιαζομένων και την υπερβατική ανάταση των ψυχών τους