Μετά τη σαϊτθα-Γράφει ο Νικήτας Σ.Καραφυλλάκης*

567
Nikitas Karafyllakis

Νικήτας Σκ.Καραφυλλάκης,Εκπαιδευτικός, Σπούδασε στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και Μαράσλειος Παιδαγωγική Ακαδημία

Λίγα χρόνια πέρασαν από την περίοδο που όλα τα καλυμνάκια, ξυπόλητα και αμούστακα, με τα κοντά παντελονάκια και τις σαΐτθες τους, κυνηγούσαν τον Αύγουστο κιφιστάκια, κεφαλάδες, μουστακαλήδες, διπλούς και κιτρινοπούλια. Στα χαμηλά, στα “πεδινά”, όπου υπήρχαν ελιές, συκιές, αμυγδαλιές, αρμύρες, χαρουπιές και δραμιθιές.

Λίγο αργότερα, έχοντας υπηρετήσει την πατρίδα και εξοικειωθεί με την πυρίτιδα και τα όπλα, πολλά απ’ αυτά τα παιδιά – σε ανδρική ηλικία πια – αποφάσισαν να δώσουν κυριολεκτική και μεταφορική προαγωγή στον εαυτό τους στην “τέχνη”, την οποία άσκησαν με επιτυχία στη διάρκεια της παιδικής τους ηλικίας. Να αλλάξουν κατηγορία. Ν’ ανέβουν στο βουνό. Να κυνηγήσουν πέρδικες, κουνέλια, μπεκάτσες, αγριοπερίστερα και ορτύκια. Τη νομιμοποίηση σ’ ένα σπορ χωρίς οικολογικές ευαισθησίες, για τις οποίες τόσος λόγος γίνεται σήμερα και τόσα κινήματα στρέφονται εναντίον του, τη βρήκαν στους προγόνους μας.

Δεν υπήρχε ήρωας στην ομηρική και στην κλασική αρχαιότητα που να μην είχε ασχοληθεί, διακριθεί και προκαλέσει τον θαυμασμό των συγχρόνων του στη συγκεκριμένη δραστηριότητα.

Ο Πλάτωνας προέτρεπε στους “Νόμους” του να επαινούνται και να ενθαρρύνονται οι νέοι να ασχολούνται με το κυνήγι, το οποίο τους ασκεί σωματικά και πνευματικά!

Ο Ξενοφώντας υπήρξε μανιώδης κυνηγός και ο ίδιος. Είχε συγγράψει μάλιστα και το περίφημο έργο του “Κυνηγετικός”, στο οποίο αναδεικνύει τη θήρα ως ένα άριστο μέσο διαπαιδαγώγησης των νέων!

Έτσι, με το άλλοθι πως θα κάναμε ό,τι έκαναν εδώ και χιλιάδες χρόνια οι νέοι, αγοράσαμε όπλα και πλήρη κυνηγετική εξάρτυση και πήραμε τα βουνά και τις λαγκαδιές…Τα θηράματα σπάνια τα συναντούσαμε και ακόμα σπανιότερα κοσμούσαν τις θηλιές και τα σακίδια μας.

Κακώς λεγόμασταν “κυν-ηγοί” , αφού δεν είχαμε κύνες να μας οδηγούν, για να ξεκλαδώνουν τις πανέξυπνες πέρδικες και να ξετρυπώνουν τα τρομοκρατημένα αγριοκούνελα. Αυτό όμως δεν μας αποθάρρυνε.

Γνωρίζαμε πως “του κυνηγού και του ψαρά δέκα φορές το δίχτυ ‘ναι αδειανό και μια φορά γεμάτο!”

Έπειτα είχαμε πρόχειρες τις δικαιολογίες και τα ψέματα: Ότι δεν βρήκαμε πουλιά, ότι τα φυσίγγια δεν ήταν καλά, ότι, αντί για ένα -δυο, χτυπήσαμε καμιά… δεκαριά πουλιά! Ποιος θα άνοιγε το ταγάρι μας, για να μας διαψεύσει;

Άλλωστε σε όλους είναι γνωστό πως τα μεγαλύτερα ψέματα λέγονται, πριν από τις εκλογές, κατά τη διάρκεια του πολέμου και μετά το κυνήγι!…

Εκείνο που μας ενδιέφερε ήταν η περιπέτεια, η άσκηση, η γνωριμία με την πανίδα των ορεινών νησιών μας, με τους οικισμούς, τα βουνά, τις ρεματιές, τα σπήλαια και τις ακρογιαλιές μας. Να εισπνεύσουμε τον μυροβόλο αέρα του βουνού, να δούμε από κοντά τον αγώνα των πατέρων μας να περιφράξουν με πανύψηλους μαντρότοιχους τα βοσκοτόπια τους, να οργώσουν και να σπείρουν τα σπορίδια τους.

Οι κυνηγοί έχουν τη μοναδική τύχη και χαρά:

-Να αντικρίζουν από τη Συκάτη, την Παλιόνησο και τα Πεζώντα, τις δικές μας βραχονησίδες, το Πρασονήσι, την Καλόλιμνο, τα Ίμια, καθώς και τον κόλπο του Γέροντα, όπου γράφτηκε η πιο ενδοξη νίκη του ελληνικού στόλου με ναύαρχο τον Ανδρέα Μιαούλη.

-Να αγναντεύουν από τις πλαγιές του Πυθαριού, των Βλυχαδιών και του Αγίου -Αντρέα την αιγαιοπελαγίτικη απλωσιά και να βλέπουν τον ουρανό και τη θάλασσα να σμίγουν ερωτικά στον μακρινό ορίζοντα πάνω στη γαλάζια κλίνη τους.

-Να συναντούν ερειπωμένα αλώνια ψηλά στον Μελιανό και σε άλλες βουνοπλαγιές της Καλύμνου που μαρτυρούν τον μόχθο των γονιών τους στα χρόνια της Κατοχής και της πείνας! Κτισμένα δίπλα στις σπορές, για να μην κουβαλάνε τις θημωνιές στα σπίτια τους που απείχαν δύο και τρεις ώρες μέσα από κακοτράχαλα μονοπάτια!

-Να προσκυνούν και ν’ ανάβουν καντήλια σε αλειτούργητα εκκλησάκια που βρίσκονται διάσπαρτα στα βουνά των νησιών τους.

-Να μεθούν από τα αρωματικά βότανα, τη ρίγανη, το φασκόμηλο, τη θρίμπη, το φλισκούνι, το θυμάρι και από μεγαλύτερους θάμνους, όπως τις μυρτιές , το δενδρολίβανο, τις ακονιζές και τους σκίνους.

-Να βλέπουν στο χάραμα το χλωμό φεγγάρι και το ταπεινό λυχνάρι του αυγερινού να χάνουν το φως τους, να παραμερίζουν στη μεγαλόπρεπη λάμψη του βασιλιά Ηλίου, που συχνά σε κάθε ανατολή του στολίζει με χρυσό στεφάνι το κεφάλι της Τελέντου. Χαϊδεύει το πρόσωπο της θλιμμένης Βασιλοπούλας. Τοποθετεί χρυσές κορδέλες σε όλες τις κορυφογραμμές, ενώ λίγο πριν τη δύση του, απλώνει ρόδινα σεντόνια στη γαλήνια φθινοπωρινή θάλασσα και σηκώνει μενεξεδένιες κουρτίνες στο βάθος του ορίζοντα, για να τους καλονυχτίσει!

Οι κυνηγοί υποστηρίζουν με πάθος, πως ασχολούνται μ’ ένα σπορ που τους βοηθά να αποκτήσουν σωματική και πνευματική ευεξία, αντοχή, πειθαρχία, σύνεση και υπομονή. Χαίρονται και απολαμβάνουν το φως και τον πλούτο της νησιώτικης χλωρίδας. Τα χρώματα, τις μορφές και τα σχήματα που μόνο η ελληνική φύση, σαν αληθινός καλλιτέχνης, ξέρει να συνδυάζει και να χαρίζει σ’ εκείνους που την αναζητούν, την ερωτεύονται και την αγκαλιάζουν, όπως κάνουν οι ίδιοι.

Υπερηφανεύονται πως κανείς άλλος δεν γνώρισε καλύτερα από εκείνους την ιδιαίτερη πατρίδα τους. Όλοι οι άλλοι κινούνται στη διάρκεια της ζωής τους σε μια επιφάνεια 4-5 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Βλέπουν καθημερινά ένα πολύ μικρό κομμάτι του τόπου τους. Περπατάνε μόνο σε ασφαλτοστρωμένους δρόμους. Εισπνέουν σκόνη και καυσαέρια, ακούνε μηχανάκια, μπουλντόζες και σφυριά. Εκείνοι ως κυνηγοί διάβηκαν και γνώρισαν και τα 112 τετραγωνικά χιλιόμετρα της Καλύμνου! Και ακόμη περισσότερα στα γειτονικά νησιά!

Άκουσαν τα βελάσματα και τα πολυτονικά μελωδικά τσαμπαλάκια από τους μόνιμους κατοίκους των βουνών μας και το γλυκόηχο κακάρισμα της πέρδικας. Καμάρωσαν το γρήγορο και περήφανο βάδισμά της. Στάθηκαν με δέος κάτω από τα πανύψηλα γρανιτένια γκρεμά της Καλύμνου. Μπήκαν σε κάθε σπηλιά. Σκαρφάλωσαν σε κάθε ύψωμα, σε κάθε “κεφάλι”, μικρό ή μεγάλο. Γεύτηκαν την αρμύρα της θάλασσας και γέμισαν τα πνευμόνια τους με καθαρό και ζωογόνο αιγαιοπελαγίτικο αέρα. …

Τα χρόνια κύλησαν τα μάτια κοντοθώρησαν, τα πόδια βάρυναν. Σφεντόνες και όπλα παροπλίστηκαν, αλλά δεν έφυγαν από το προσκήνιο. Κρεμασμένα σε περίοπτη θέση στα σπίτια τους, μαζί με εικόνες και πίνακες από τα κυνήγια τους, κρατούν ζωντανές τις μνήμες, τις περιπέτειες μιας ολόκληρης ζωής.

Από τότε που έδεσαν την πρώτη τους σαΐτθα μέχρι την εποχή που στέρεψαν οι δυνάμεις τους κι έχασαν τις αντοχές τους.

Σήμερα προσπαθούν με κάθε τρόπο να πείσουν τα παιδιά να ακολουθήσουν το δικό τους παράδειγμα, ή κάτι παρόμοιο, που θα τους δώσει την ευκαιρία να ξεκολλήσουν από τον υπολογιστή και το κινητό τηλέφωνο που δεν φεύγει από το χέρι και την τσέπη τους!

Να ξεφύγουν από την εικονική πραγματικότητα, μέσα στην οποία ζουν, αναπνέουν και “κινούνται”, καθισμένα στην αναπαυτική τους πολυθρόνα! “Κυνηγώντας” εικονίδια που παριστάνουν πουλιά, ερπετά, ζώα, ληστές, εγκληματίες, πολεμιστές, εξωγήινα πλάσματα και φαντάσματα. Κάθε λογής δημιουργήματα αρρωστημένης φαντασίας. Να τρέξουν, να χαρούν με φίλους, να παίξουν αληθινά παιχνίδια. Να ιδρώσουν, να αντιμετωπίσουν και να ξεπεράσουν δυσκολίες. Να αποκτήσουν χρήσιμες εμπειρίες και φιλίες.

Ζουν με τον φόβο πως τα εγγόνια τους δεν θα αξιωθούν στα γεράματα τους να έχουν ούτε τις δικές τους δυνάμεις, ούτε τις συγκινήσεις, τα βιώματα και τις αναμνήσεις τους..